13407053_229488247438267_1628868328545816160_n.jpgΤα τσακισμένα κορμιά των εραστών της παραμύθας αιωρούνται ακέφαλα στον πεζόδρομο που ενώνει τη σόλωνος με την ακαδημίας.Δύο άδειες σιλουέτες πάνω σ ενα παγκάκι λιώνουν τον θάνατο σε ένα κουταλάκι  και ξεκινούν το ταξίδι,λίγο πιο πέρα μια  διάφανη ύπαρξη ισσοροπεί πάνω σε ένα αόρατο τεντωμένο σχοινί.Μες στο σκοτάδι,ενώ θαρρείς πως ο χάρος έχει σηκώσει γύρω τους έναν τεράστιο τοίχο,καθώς ανάμεσα τους,μέσα σε αυτά τα πενήντα μέτρα ,νεκρική σιγή βασιλεύει…Βαδίζοντας λίγο πιο γρήγορα και αποτίοντας φόρο τιμής στους πεθαμένους,πρωην εαυτούς και τα προδομένα όνειρα της εφηβείας τους,κατηφορίζω προς την ακαδημίας και αποφεύγω με επιμέλεια να συναντήσω κάποιο άβολο βλέμμα.

Αναπνέοντας βαθειά,φοράω τη κουκούλα μου και προχωράω προς τη κλαυθμώνος,παρατεταγμένοι υπάλληλοι στις αφετηρίες  των μπλε λεωφορίων κοιτάζουν με αγωνία τους ψηφιακούς πίνακες,αναμένοντας ο καθένας το δικό του νούμερο..Φτάνοντας στη Σταδίου ,περιμένοντας στο φανάρι,χαζεύω το γλυπτό της «εθνικής συμφιλίωσης»,τρείς ανθρώπινες μορφές,κάθε μορφή υψώνει το χέρι της και τα τρία χέρια ενώνονται ψηλά δίνοντας σου την αίσθηση,πως θέλουν να αγγίξουν τον ουρανό..Απέναντι ένας άστεγος με το ένα τετραγωνικό, που  το κράτος του παραχωρεί προσωρινά ,καλυμένο από κουβέρτες,ένα μαξιλάρι τυλιγμένο με μια σακούλα σκουπιδιών,δυο-τρείς εικόνες της παναγίας και κούτες γύρω,ίσα-ίσα να δημιουργούν μια ψευδή αίσθηση ιδιωτικότητας..Σκύβω αφήνω ένα γυάλινο μπώλ, με φαγητό που  περρίσεψε το μεσημέρι και περνάω βιαστικά το φανάρι.

Η μυρωδιά του μπαγιάτικου αίματος με κάνει,καθώς βαδίζω στην ευρυπίδου, να κοιτάξω δεξιά στην άδεια αγορά,ένα κίτρινο,άρρωστο φώς λούζει τα βρεγμένα πλακάκια,δύο άδεια μπουκάλια μπύρας πάνω σε έναν ξύλινο πάγκο,ανάμεσα σε μικρά κομματάκια ωμού κρέατος τονίζουν την λυτρωτική μπλέ ησυχία.Πάντα με ανατρίχιαζε η βαρβάκειος την ημέρα,ποτέ δεν την διέσχιζα ενώ λειτουργούσε,θες τα κρεμασμένα πτώματα από τα τσιγκέλια,θες οι άναρθρες κραυγές των χασάπηδων ή τα άθλια σεξιστικά αστεία τους,ποτέ..

Η ρίγανη,το θυμάρι,η λεβάντα,αυτός ο μεθυστικός αχταρμάς αρωμάτων στη γωνία της αθηνάς και της ευρυπίδου ξεπλένει με τρόπο μαγικό τα ταλαιπωρημένα μου ρουθούνια και ζεσταίνει τις άκρες των δαχτύλων μου.Η βοή από το μοναστηράκι ρουφάει τα θέλω μου και με καταπίνει σαν κινούμενη άμμος.Δίχως να το καταλάβω,όντας στη μέση της πλατείας γίνομαι μέρος ενός κακόγουστου σουρεαλιστικού πίνακα.Όμοιοι έφηβοι,θλιβεροί ενήλικες συζητούν με τις οθόνες τους,λούμπεν σταρλετίτσες ποζάρουν όλο νάζι,στολές τριγυρνούν και μοιράζουν σέξι στραβά χαμόγελα,ενω επιβάλλουν τη τάξη σε μετανάστες που πωλούν χλαπάτσες και ελικοπτεράκια παττάσοντας τη φοροδιαφυγή.

Χωρίς να το καταλάβω και σχεδόν τρέχοντας ανεβαίνω προς τα στενά της πλάκας..Ατσαλάκωτοι,ευθυτενείς ξανθοί ευρωπαίοι,με γαλήνια πρόσωπα,χαμογελούν κρατιούνται από το χέρι,αμερικάνοι γελούν δυνατά δείχνοντας τους κράχτες  που τους προκαλούν να γευτούν την «αθάνατη»(sic)ελληνική κουζίνα,κινέζοι και ιάπωνες με πανάκριβα γκατζεντάκια φωτογραφίζουν και τραβούν βίντεο και ενώ περπατάω αργά παρατηρώντας τους χαμένος στη σκέψη του πόσο γρήγορα μεγαλώνει το χάσμα,με πιάνει αυτή η απελπισία που σε κάνει ανήμπορο και κρεμάω τα χέρια μου έξω από τις τσέπες,γέρνω το κεφάλι μου στο πλάι σαν απορημένο τζακ ρασελ και ξυπνάω τη στιγμή που ένας ιάπωνας με σημαδεύει με έναν τεράστιο φακό ανάμεσα στα μάτια..

Η ώρα περασμένες δώδεκα και η πλατεία ναυαρίνου μοιάζει με όαση από μακριά.Αγοράζω μια μπύρα από το ψιλικατζίδικο,ανάβω ένα τσιγάρο,κάθομαι σε ένα από τα ξύλινα παγκάκια και τριπάρω στις φλόγες που χορεύουν στις σόμπες του απέναντι καφέ.Μετά από 2 μπύρες και μισό πακέτο χαρτάκια μείον σε τράκες ,στηρίζω τα χέρια μου στα γόνατα και σηκώνομαι.Η ακαδημίας άδεια πλέον,θυμίζει λίγο από το σαξόφωνο του Miles Davis,τα φανάρια αναβοσβήνουν σε έναν jungle ψυχεδελικό ρυθμό και το φώς κλεμμένο από γαλλικό φιλμ νουάρ..Τα κουρασμένα πόδια μου με εκλειπαρούν να πάρω ταξί,αρνούμαι πεισματικά,αλλά το δεξί μου χέρι τελείως αυθαίρετα και χωρίς καν να με ρωτήσει σηκώνεται και καλεί ένα..Σκέφτομαι,θα μπείς μέσα,θα πείς που πας και μετά θα κοιτάζεις συνεχώς έξω από το παράθυρο.Ήμουν αποφασισμένος να μην ανταλλάξω κουβέντα,ότι και αν άκουγα…Ανοίγω τη πόρτα,-χολαργός, του λέω.Etta James στο ράδιο,σκουλαρίκι στο ένα αυτί,κανονική οδήγηση..περίεργα ιδανικός φαντάζει ο επίλογος ψυθιρίζω..Φτάνω σπίτι,βάζω το κλειδί στη πόρτα,με περίμενε η Φρίκη κουνώντας την ουρίτσα της,κλαψουρίζοντας σαν να με μαλώνει που άργησα,της ζήτησα συγνώμη,την πήρα αγκαλιά,της έδωσα την αγαπημένη της λιχουδιά και ξαπλώσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ…

Είμαι όμηρος αυτής της πόλης,την έχω προσωποποιήσει και έχω πείσει πια τον εαυτό μου πως αντιδρώ φυσιολογικά αντιμετωπίζοντας  μία εντελώς  αφύσικη κατάσταση.’Εχω αναπτύξει έναν παράλογο συναισθηματικό δεσμό με τον δυνάστη μου,έχω ταυτιστεί με τον κίνδυνο και το ρίσκο που κρύβουν οι δρόμοι της…Ταυτίζομαι μαζί της έτσι ώστε να μπορέσω να υπερασπιστώ τον εαυτό μου….Πάσχω από το σύνδρομο της στοκχόλμης.

 

S.H.

Advertisements

Βόλτα στην Αθήνα

One thought on “Βόλτα στην Αθήνα

  1. Παράθεμα: Βόλτα στην Αθήνα - I for Interview

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s