Πολλοί ίσως θα αναρωτηθούν, γιατί ενώ οι αναρχικές ομάδες οι οποίες εμφανίστηκαν στις τελευταίες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα, στη Δυτική Πελοπόννησο και σε άλλα μέρη του ελλαδικού χώρου (Σύρο, Αθήνα, Πειραιά, Βόλο) καθώς και η μικρή αριθμητικά αλλά υπολογίσιμη αναρχοσυνδικαλιστική τάση από το 1918-1919 και μετά, δεν είχαν τη συνέχειά τους από το 1925 και έπειτα, όταν πλέον η επιχείρηση εκκαθάρισης των συνδικαλιστικών οργανώσεων από την αναρχοσυνδικαλιστική και κάθε άλλη γενικά ελευθεριακή τάση στέφθηκε με επιτυχία από την πλευρά του ΚΚΕ. Η αναρχική παρουσία από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 περιορίστηκε στην παρουσία τραγικά ελάχιστων μεμονωμένων περιπτώσεων των οποίων την ύπαρξη, ακόμα και τα ονόματα μέχρι και σήμερα αγνοούμε καθώς δεν υπάρχει κάποια διαθέσιμη γραφτή ή άλλη πηγή.
Ο Άγις Στίνας στις «Αναμνήσεις» του, κάνει λόγο για τον Στέλιο Αρβανιτάκη ο οποίος δολοφονήθηκε από την ΟΠΛΑ στην περίοδο της Κατοχής, τον Κώστα Σπέρα (για τον οποίο να σημειωθεί ότι δεν είναι ξεκάθαρο αν διατήρησε τις αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις ώς το τέλος της ζωής του), καθώς και για τον αναρχικό μεταφραστή στο επάγγελμα Θ. Σκαλαίο ο οποίος πέθανε από την πείνα και τις κακουχίες στην εξορία.
Επίσης, ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας στο «Ημερολόγιο ενός Πιλάτου» (εκδ. «Θεμέλιο») κάνει λόγο για τον αναρχοσοσιαλιστή και οπαδό του Λέοντα Τολστόϊ, Παναγιώτη Φλωριά, από τον Βόλο, ο οποίος έζησε στην εξορία μέχρι τα 75 του χρόνια, επειδή δεν υπέγραφε δήλωση μετανοίας.
Η σχεδόν παντελής απουσία αναρχικών ομάδων ή έστω παρεών ή κλειστών κύκλων και ατόμων, έγινε πολύ πιο έντονη κατά τη δεκαετία του 1930. Πολύ απλά, οι αναρχικοί και η αναρχική δραστηριότητα μετατράπηκε σε είδος υπό εξαφάνιση στον ελλαδικό χώρο. Βέβαια, ο κύριος λόγος ήταν η πλήρης κυριαρχία του ΚΚΕ ειδικά στο συνδικαλιστικό χώρο καθώς και η επιχείρηση σταλινοποίησης του εργατικού κινήματος και πρόσδεσής του στο άρμα των εκάστοτε πολιτικών επιλογών του κόμματος αυτού. Η κατάσταση αυτή παγιοποιήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940 και μετά από την πλήρη πλέον επικράτησή του, το ΚΚΕ, όπως είναι γνωστό, αρχικά συμμετείχε στην πρώτη μετεπελευθερωτική κυβέρνηση για να ξεπουλήσει, στη συνέχεια, το μεγαλειώδες κίνημα που το ίδιο είχε δημιουργήσει, με τις συμφωνίες της Βάρκιζας και την αλλοπρόσαλλη οπορτουνιστική του πολιτική. Ακόμα και αυτή την οργάνωση της αυτοάμυνας των μελών και οπαδών του εναντίον της «λευκής τρομοκρατίας», όπως ονομάστηκε η τρομοκρατία του 1945-1946 από την πλευρά των παρακρατικών ομάδων και της χωροφυλακής, το ΚΚΕ δεν την αποφάσισε εύκολα και ταλαντευόταν ανάμεσα στη νόμιμη και «δημοκρατική» πάλη και στην ένοπλη εξέγερση, ενώ η τελική απόφαση για ένοπλη ρήξη με την δεξιά πάρθηκε κατόπιν αρκετών παλινωδιών και συγκρούσεων μεταξύ των αντιμαχόμενων ομάδων στην ηγεσία του, από τις οποίες η κάθε μία αγωνιζόταν να επιβάλλει τις δικές της απόψεις.
Φυσικά, υπήρξαν οι εξαιρέσεις των αρχειομαρξιστών και κατόπιν των τροτσκιστών, η πλειοψηφία των οποίων, όμως, δεν αποσυνδέθηκαν από λανθασμένα ιδεολογήματα του είδους «να υπερασπίσουμε το εργατικό κράτος της ΕΣΣΔ» και άλλα παρόμοια, για τα οποία, ειδικά ο χώρος των τροτσκιστών, υπέφερε από μια κουραστική και καταστρεπτική αλυσίδα διασπάσεων, επανενώσεων, νέων διασπάσεων και πάει λέγοντας. Μόνο η «ομάδα Στίνα» ήταν κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής η μόνη ομάδα με μια αληθινά επαναστατική θέση, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος είναι ξεκάθαρα ιμπεριαλιστικός και πρέπει να μετεξελιχθεί με την ίδια την πάλη των μαζών σε επανάσταση, παλεύοντας εναντίον και της ΕΣΣΔ αφού και αυτή πλέον ήταν ιμπεριαλιστική δύναμη. Από τη στιγμή δε που η ομάδα αυτή έπαψε από το 1947 και πέρα να έχει την παραμικρή σχέση και δεσμό με το τροτσκιστικό ρεύμα, απορρίπτοντάς το, τότε θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο μελέτης, γιατί είναι ίσως η μόνη ομάδα που κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και μετέπειτα, μέσα στα πολύ μαύρα και δύσκολα χρόνια της δεκαετίας του 1940, με τις πενιχρές έστω δυνάμεις και δυνατότητές της, προσπάθησε να αρθρώσει κάποιο επαναστατικό λόγο, αλλά και μέσα από τα γραφτά και τη δράση ειδικά του Άγι Στίνα στις δεκαετίες του 1950 και 1960.
Το 1943 ιδρύθηκε και μια άλλη αριστερή ομάδα, το Επαναστατικό Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΕΣΚΕ) που υποστήριζε τκαι κάποιες απόψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ, με πρωτεργάτες τους Κορνήλιο Καστοριάδη (αρχικά) και Αχιλλέα Γρηγορογιάννη. Το ΕΣΚΕ σχεδόν με την εμφάνισή του ήρθε σε έντονη αντιπαράθεση με το ΚΚΕ. Στην αρχή η ομάδα αυτή ήταν γνωστή με το όνομα του περιοδικού της «Ο Κύκλος της Νέας Εποχής» που κυκλοφορούσε παράνομα μαζί με ένα άλλο έντυπό της τη «Σοσιαλιστική Ιδέα». Το φθινόπωρο του 1943, με την αρχή της αντιπαράθεσης με το ΚΚΕ, άλλαξε το όνομά της σε Επαναστατικό Σοσιαλιστικό (Κομμουνιστικό) Κόμμα Ελλάδας και άρχισε να κυκλοφορεί το έντυπο «Κόκκινη Σημαία». Αλλά λίγο μετά η ομάδα προσχώρησε σε έναν ευρύτερο αριστερο-σοσιαλδημοκρατικό συνασπισμό με το όνομα Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας-Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΕΛΔ-ΣΚΕ), αποτελώντας ξεχωριστή «λουξεμβουργιανή» υποτίθεται τάση. Με την προσχώρηση αυτή, ο Κ. Καστοριάδης είχε ήδη αποχωρήσει και συνδεθεί με την «ομάδα Στίνα».
Ο Άγις Στίνας στο κείμενό του με τίτλο «Επαναστατικός Ντεφαιτισμός στην Ελλάδα» (που αποτελεί την εισήγησή του στο λεγόμενο Ενοποιητικό Συνέδριο των τροτσκιστικών οργανώσεων του 1946 και που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «Εργατικό Μέτωπο» τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου) ,γράφει τα ακόλουθα για το ΕΛΔ-ΣΚΕ:
«Το ΣΚΕ-ΕΛΔ είναι από την άποψη της πάλης των τάξεων ένα προσωρινό κατασκεύασμα ειδικών επεισοδιακών συνθηκών και μια ενσυνείδητη προσπάθεια επηρεασμού των εργατών προς τον «δυτικό σοσιαλισμό» με τη διπλή έννοια: της απόσπασής τους απ’ την επιρροή της σοβιετικής γραφειοκρατίας και της καταπολέμησης του μπολσεβικισμού προς το συμφέρον του αγγλοαμερικανικού ιμπεριαλισμού και της σοσιαλδημοκρατικής γραφειοκρατίας. Το μωσαϊκό της πολιτικής του και η ανύπαρκτη μαζική του βάση είναι αποδείξεις και του προσωρινού χαρακτήρα του και του μάταιου της προσπαθείας του να επηρεάσει τους εργάτες… …Σ’ αυτό το δίχως μέλλον κατασκεύασμα έχουν προσωρινά στεγασθεί «αριστεροί» εθνικιστές, πολιτικάντηδες, καθηγητές και δικηγόροι, παληοί εργατοκάπηλοι και αποστάτες του εργατικού κινήματος και οι γνωστοί «αριστεροί σοσιαλιστές» του σαλονιού Η γεμάτη εθνικιστικό δηλητήριο επίθεσή του εναντίον των γειτονικών χωρών και η διεκδίκηση των «εθνικών» δικαίων αυτή καθορίζει τη πολιτική του φυσιογνωμία, όσο αυτό θα φυτοζωεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής και όχι οι ακαδημαϊκές διατριβές περί «επανάστασης» κ.λπ. των «αριστερών» ερασιτεχνών που το ακολουθούν».
Τέλος, άλλοι καθοριστικοί λόγοι της μη συνέχισης της ύπαρξης και δράσης των αναρχικών ομάδων και δραστηριοτήτων ήταν και δικτατορικά καθεστώτα όπως αυτό του Μεταξά, ο ίδιος ο πόλεμος και η κατοχή, η πείνα και οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης, ο εμφύλιος πόλεμος, το αστυνομικό και τρομοκρατικό κράτος της δεκαετίας του 1950 και, φυσικά, η μαζική μετανάστευση.

 

Ο Σπύρος Πρίφτης, που από το 1926 πήρε το ψευδώνυμο Άγις Στίνας, γεννήθηκε το 1900 στο χωριό Σπαρτίλλας της Κέρκυρας από σχετικά ευκατάστατη οικογένεια. Όπως γράφει ο ίδιος στο «Σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμά» του στον Α΄ τόμο των «Αναμνήσεών» του: «Από παιδί ηλικίας 14-15 χρόνων επηρεάστηκα από τις σοσιαλιστικές ιδέες και στα 18 μου χρόνια αποφάσισα ν’ αφιερώσω τον εαυτό μου στο απελευθερωτικό κίνημα της εργατικής τάξης», παραμένοντας στον σκοπό αυτό πιστός και ακλόνητος εξήντα χρόνια κάτω από τη σημαία της σοσιαλιστικής επανάστασης μέχρι το τέλος της ζωής του. Από τα 18 του χρόνια ήταν μέλος του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδος (ΣΕΚΕ), που το 1924 μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος, την ταυτότητα όμως του κόμματος την πήρε τον Μάιο του 1920, σύμφωνα με το καταστατικό του, αφού τότε συμπλήρωσε τα 20 χρόνια της ηλικίας του. Προηγούμενα όμως συμμετείχε ενεργά στη διάδοση και υπεράσπιση των αρχών της Οκτωβριανής Επανάστασης και στην εκκαθάριση της Σοσιαλιστικής Ομάδας Κέρκυρας από «τα ξένα στο σοσιαλισμό στοιχεία».
Σε όλη τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου δεν υπήρξε στην Ελλάδα καμιά σοβαρή αντιπολεμική κίνηση με διεθνιστικό περιεχόμενο. Τα αντιπολεμικά αισθήματα του λαού σφετερίστηκε και εκμεταλλεύτηκε η μοναρχική αντίδραση στον αγώνα κατά του βενιζελισμού, συγκαλύπτοντας τη γερμανόφιλη πολιτική της με το πρόσχημα της «ουδετερότητας» της χώρας απέναντι στην πίεση των συμμάχων της Αντάντ για έξοδο στον πόλεμο υπέρ αυτών. Στην Κέρκυρα, η εκεί σοσιαλιστική ομάδα, όχι μόνο πήρε απροκάλυπτα θέση υπέρ της Γαλλίας, αλλά επιδοκίμασε όλα τα σκληρά μέτρα της κυβέρνησης Βενιζέλου εναντίον των επιστράτων-ανυπότακτων. Η δε Φεντερασιόν της Θεσσαλονίκης είχε ήδη πέσει σε σοσιαλδημοκρατικές αυταπάτες και συνεργάστηκε στις εκλογές του 1915 με τους βασιλικούς, εκλέγοντας δύο βουλευτές.
Στο μεταξύ‚ ο Α. Στίνας αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα ως μέλος του ΚΚΕ. Τον Οκτώβριο του 1920 βρίσκεται ύστερα από κομματική εντολή στη Θεσσαλονίκη, που το κέντρο της είναι ακόμη κατεστραμμένο από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, αλλά δυο μεγάλα κτίρια δεσπόζουν ακόμα σ’ όλη αυτή την περιοχή, το Διοικητήριο και το Εργατικό Κέντρο, στην στέγη του οποίου κυμάτιζε μια τεράστια κόκκινη σημαία.
Ο Βενιζέλος είχε τότε ήδη προκηρύξει βουλευτικές εκλογές για την 1η Νοεμβρίου 1920 και όλοι ήταν απορροφημένοι από την προεκλογική εκστρατεία. Το ΚΚΕ ανέπτυσσε έντονη δραστηριότητα, κυρίως αντιπολεμική και ο νεαρός Στίνας πήρε ενεργό μέρος με ομιλίες στις συνοικίες και στους τόπους εργασίας, μοίρασμα προκηρύξεων, αναγραφή συνθημάτων κ.λπ. Σε μια συνέλευση αρτεργατών που δέχτηκε άγρια επίθεση από τη Βασιλική Μακεδονική Νεολαία, ο Στίνας τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι.
Περί τα τέλη του 1920, γνωρίζει πολλά ανώτατα στελέχη του ΚΚΕ μέσα στους αγώνες και μεταξύ αυτών τον περιβόητο Γιάννη Ιωαννίδη, για τον οποίο αργότερα θα γράψει ότι «εξελίχτηκε στον πιο αδίστακτο και απαίσιο σταλινικό γραφειοκράτη». Πολλά νεώτερα στελέχη του κόμματος και ο Στίνας δημιούργησαν ένα σύνδεσμο με σκοπό την εκκαθάριση του κόμματος από οπορτουνιστές, την ένταση της αντιπολεμικής προπαγάνδας, την ανεπιφύλακτη αποδοχή των όρων που είχε θέσει η Γ΄ Διεθνής στα κόμματα για να αποτελούν τμήματά της και την άμεση σύνδεση με άλλες τοπικές κομματικές οργανώσεις σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Επιπλέον, ορίστηκε διευθυντής της εφημερίδας του κόμματος «Φωνή του Εργάτη».
Στα σοβαρά γεγονότα του Απριλίου 1921 στη Θεσσαλονίκη, ύστερα από αιματηρές συγκρούσεις και διαδηλώσεις κατά του πολέμου, η αστυνομία ο στρατός έλαβαν δρακόντεια μέτρια και προχώρησαν σε μαζικές συλλήψεις, μεταξύ των οποίων και του Στίνα, που παραπέμφθηκε μαζί με τους «πρωταίτιους» στο έκτακτο στρατοδικείο Αδριανούπολης επί «εσχάτη προδοσία» και φυλακίστηκε. Το στρατοδικείο, όμως, έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο να δικάσει τους κατηγορουμένους, αφού ο στρατιωτικός νόμος κηρύχτηκε μετά από την τέλεση των αδικημάτων και έτσι αποφυλακίστηκαν όλοι τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου.
Το 1922 η κατάσταση χειροτέρεψε αρκετά για το μοναρχικό καθεστώς. Οι «σύμμαχοι» εγκατέλειπαν την Ελλάδα και άρχισαν να βλέπουν στο πρόσωπο του Κεμάλ έναν άξιο εθνικιστή ηγέτη που θα μπορούσε να εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντά τους στην Εγγύς Ανατολή, αφού είχε κατορθώσει ήδη να οργανώσει ένα μεγάλο, ικανό και καλά εξοπλισμένο στρατό, σε αντίθεση με τον ελληνικό που βρισκόταν υπό διάλυση. Η πλήρης κατάρρευση του μετώπου ήταν απλώς ζήτημα χρόνου πράγμα που προκαλούσε στον ελληνικό λαό έντονη δυσφορία και αγανάκτηση που εκδηλώνονταν με καθημερινές διαδηλώσεις, απεργίες και διαμαρτυρίες.
Το ΚΚΕ στο 2ο Συνέδριό του, τον Απρίλιο του 1920, είχε καταδικάσει τις σοσιαλδημοκρατικές θέσεις του ιδρυτικού του Συνεδρίου και είχε αποδεχθεί ανεπιφύλακτα το πρόγραμμα και τις αρχές της Γ΄ Διεθνούς. Όσο, όμως, πλησίαζε η αναπότρεπτη πλέον επαναστατική κρίση, το κόμμα εγκατέλειπε τη μια κατόπιν της άλλης τις επαναστατικές αρχές αυτού του προγράμματος, μέχρι που τελικά το απέρριψε ολόκληρο. Στις αρχές Φεβρουαρίου 1922, όμως, η Κεντρική Επιτροπή του κόμματος που συγκλήθηκε σε έκτακτη συνδιάσκεψη και κάτω από κρίσιμες συνθήκες αποφάνθηκε ότι «Το κόμμα διατρέχον ακόμα περίοδον οργανώσεως και προπαγάνδας έχει ανάγκη μακράς νομίμου υπάρξεως. Η οξύτης της επιθετικότητος του κόμματος δεν δύναται να υπερβεί τα όρια της πολιτικής αντοχής της εργατικής τάξης και της όλης ικανότητος του κινήματος».
Αυτό δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά το ότι το κόμμα θα έπρεπε να περιορίσει τη δράση του σχεδόν στο μηδέν, εφόσον θα έπρεπε να μην υπερβεί στο ελάχιστο το ασφυκτικό όριο που του επέτρεπε η νομιμότητα. Η απόφαση αυτή δεν εξέφραζε τίποτε άλλο από τον πανικό που είχε καταλάβει αυτούς τους απίθανους επαναστάτες μπροστά στην επερχόμενη καταιγίδα. Με την ίδια απόφαση το κόμμα δέχτηκε, επίσης, ότι οι αποφάσεις της Διεθνούς έχουν μόνον ιστορική σημασία για το κόμμα και δεν είναι υποχρεωτικές, θέτοντας έτσι το κόμμα εντελώς έξω από τη Διεθνή. Παρά ταύτα, τον Ιούλιο του 1922 συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν όλα τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας, αντιμετωπίζοντας την ποινή του θανάτου, λόγω του ισχύοντος στρατιωτικού νόμου και της εμπόλεμης κατάστασης. Όλοι, πανικόβλητοι, κατέφυγαν στα πιο απαράδεκτα και αναξιοπρεπή μέσα για να αποδείξουν την αθωότητά τους και να αποφυλακισθούν!
Επακολούθησε, βέβαια, η κατάρρευση, η Μικρασιατική Καταστροφή και η στρατιωτική επανάσταση με αρχηγό τον Νικόλαο Πλαστήρα και η κυβέρνηση Γονατά. Στις εξεγέρσεις, τις απεργίες, διαμαρτυρίες και τους λαϊκούς αγώνες που ακολούθησε, το ΚΚΕ έκανε ό,τι μπόρεσε για να κατευνάσει τα πνεύματα, να διαλύσει τις συγκεντρώσεις, τις απεργίες και τις εξεγέρσεις. Την τιμή του κομμουνισμού στην Ελλάδα έσωσε τότε μόνο η κομματική (και προλεταριακή) οργάνωση Πειραιά που αποσπάστηκε από το ΚΚΕ και με ένα τμήμα της Οργάνωσης Αθήνας δημιούργησαν την Κομμουνιστική Ένωση και κυκλοφόρησαν το «Κομμουνιστικό Βήμα». Τα μέλη της με τους αγώνες, τον ηρωισμό και το αίμα τους, έγραψαν μια από τις λαμπρότερες σελίδες στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος!
Στο μεταξύ, ο Α. Στίνας, ευρισκόμενος στην Κέρκυρα τον Οκτώβρη του 1923 ως στρατιώτης, ήρθε πάλι σε άμεση επαφή με τους συντρόφους του της ομάδας του Ηλίας Γιοβάνοβιτς (Σέρβου αναρχοσοσιαλιστή) και κατόρθωσε να προσελκύσει την πλειοψηφία των μελών της στις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης, με αποτέλεσμα ολόκληρη η ομάδα να προσχωρήσει στο ΚΚΕ. Συνελήφθη και πάλι, όμως, για την επαναστατική του δράση και ως υπόδικος, χωρίς τελικά να δικαστεί, με τη στερεότυπη κατηγορία της «προτροπής των πολιτών εις αμοιβαίαν εχθροπάθειαν». Στη συνέχεια, εξορίστηκε στην Ανάφη, μέχρι τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου. Μετά στέλνεται στις φυλακές Κέρκυρας και τον Μάρτιο του 1926, κατόπιν απόφασης της Επιτροπής Ασφαλείας, εκτοπίζεται στους Φούρνους, ένα νησάκι ανάμεσα στην Ικαρία και τη Σάμο. Μετά δύο μήνες όμως, τον στέλνουν στον Άγιο Κήρυκο Ικαρίας, από εκεί στο Βαθύ Σάμου, στη Σύρο και τελικά στην Ανάφη. Εκεί να συμμετάσχει σε διάφορες συζητήσεις και να καταλήξει σε πολλά σοβαρά και χρήσιμα για το μέλλον συμπεράσματα, ενώ ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον συνεξόριστό του Παντελή Πουλιόπουλο.
Μετά την ανατροπή της δικτατορίας Πάγκαλου από τον Κονδύλη (27 Αυγούστου 1926) και κατόπιν γενικής αμνηστίας, όλοι οι πολιτικοί εξόριστοι και φυλακισμένοι απελευθερώθηκαν. Στις 23 Αυγούστου 1926, ο Στίνας και οι λοιποί συνεξόριστοι έφυγαν από την Ανάφη και τη μεθεπομένη το πρωί, φθάνοντας με το πλοίο στον Πειραιά, χιλιάδες λαού τους υποδέχτηκαν με ζωηρές εκδηλώσεις, εκ μέρους δε του ΚΚΕ μίλησε ο Ν. Ζαχαριάδης. Από την επομένη κιόλας, ο Στίνας και τα συνεξόριστα ανώτερα στελέχη του κόμματος συγκάλεσαν συνδιάσκεψη με θέμα τη σύγκληση του 3ου Συνεδρίου του κόμματος και εξέλεξαν νέα Κεντρική Επιτροπή, γραμματέας της οποίας εξελέγη, για πρώτη φορά, ο Παντελής Πουλιόπουλος, με εντολή την προετοιμασία για τις εκλογές του Νοεμβρίου. Στις εκλογές αυτές, το ΚΚΕ εξέλεξε δέκα βουλευτές σε διαφόρους νομούς, που τους είχαν υποδείξει οι τοπικές οργανώσεις του κόμματος. Οι Στίνας και Νικολινάκος, υποψήφιοι στην Κέρκυρα, έλαβαν αρκετές ψήφους, χωρίς όμως να εκλεγούν.
Στα τέλη Μαΐου 1928, ο Στίνας, που από τις αρχές του 1927 μέχρι τότε ήταν γραμματέας της Περιφερειακής Κομματικής Οργάνωσης Πειραιά, συλλαμβάνεται εκ νέου με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και πάλι, αφού το 3ο Τακτικό Συνέδριο του κόμματος που συνήλθε στην Αθήνα τον Μάρτιο του 1927, με τη σύμφωνο γνώμη και την προτροπή των παρισταμένων εκπροσώπων της Γ΄ Διεθνούς, έθεσε θέμα και δέχτηκε το σύνθημα για «ενιαία και ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», ο δε ίδιος δήλωσε στην ανάκριση ότι είναι σύμφωνος με την πολιτική του κόμματός του για όλα και για την πολιτική του στο εθνικό ζήτημα. Έτσι, προφυλακίστηκε στις φυλακές Συγγρού, κάτω από άθλιες συνθήκες. Αργότερα, μεταφέρθηκε με άλλους συγκρατούμενους στις Φυλακές Αίγινας. Αφού συμπλήρωσαν το ανώτατο όριο προφυλάκισης που προβλεπόταν από το Σύνταγμα, αυτοί οι πολιτικοί κρατούμενοι που δεν είχαν παραπεμφθεί μέχρι τότε σε δίκες, απαίτησαν να αφεθούν ελεύθεροι, πράγμα που τελικά έγινε τον Αύγουστο του ιδίου χρόνου, αλλά κατόπιν πολλών ταλαιπωριών,.
Βγαίνοντας από τη φυλακή, επειδή ήταν και πάλι προεκλογική περίοδος και ήταν εκ νέου υποψήφιος στην Κέρκυρα, ο Στίνας περίμενε εντολή από το Πολιτικό Γραφείο του κόμματος να πάει εκεί. Όμως η εντολή που πήρε ήταν να φύγει αμέσως για τη Θεσσαλονίκη και να αναλάβει τη διεύθυνση της εκεί κομματικής οργάνωσης, που είχε υποστεί βαριά πλήγματα από τις απεργίες των ετών 1927 και 1928. Φθάνοντας στη Θεσσαλονίκη, ο Στίνας διαπίστωσε ότι, παρά τις απαισιόδοξες κρίσεις του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος, οι εργατικοί αγώνες βρίσκονταν σε άνοδο. Όλο σχεδόν το εργατικό κίνημα βρισκόταν, ουσιαστικά, στα χέρια του κόμματος, τα περισσότερα και σπουδαιότερα εργατικά συνδικάτα διευθύνονταν απ’ αυτό, ακόμη και στις στρατιωτικές μονάδες υπήρχαν δραστήριοι κομμουνιστικοί πυρήνες που κυκλοφορούσαν παράνομα έντυπα, οι εφημερίδες της κομματικής οργάνωσης κυκλοφορούσαν παντού, ενώ συχνά ξεσπούσαν μαχητικές απεργίες και εκδηλώσεις των σιδηροδρομικών, πολλών άλλων κλάδων αλλά κυρίως των τροχιοδρομικών και των καπνεργατών. Επίσης, οργανώνονταν πολλές μαζικές κινητοποιήσεις, όπως έγινε με το οργανωτικό Συνέδριο της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών, με την Αντιπολεμική Ημέρα, κάθε χρόνο στις αρχές Αυγούστου, επέτειο της έκρηξης του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις δημοτικές εκλογές, τις ομαδικές εκδηλώσεις για τα δικαιώματα της γυναίκας κ.λπ. Τα σκληρά, παράνομα και μαζικά κατασταλτικά μέτρα εντείνονταν από την τότε τελευταία κυβέρνηση Βενιζέλου της τετραετίας 1928-1932, με αποκορύφωμα την ψήφιση το 1929 από τη Βουλή, με εισηγητή τον Κ. Ζαβιτσιάνο, του νόμου που καθιέρωνε την καθ’ οιονδήποτε τρόπο συμμετοχή στο εργατικό κίνημα ως «ιδιώνυμο αδίκημα».
Τον Ιανουάριο του 1930, συνήλθε η 3η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής, που έμενε στην ιστορία ως Ολομέλεια της «3ης και τελευταίας περιόδου του καπιταλισμού». Οι εκτιμήσεις της για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, που κυριολεκτικά της υπαγορεύτηκαν από τους εκπροσώπους της Γ΄ Διεθνούς, ήσαν ότι «Βρισκόμαστε, ήδη, στην Ελλάδα, αλλά και σ’ όλον τον κόσμο σε μια άμεση επαναστατική κατάσταση, οι μάζες αυθόρμητα και ορμητικά προχωρούν για την τελική αναμέτρηση με τον καπιταλισμό, που περνάει πλέον την τελευταία του φάση, αλλά τα κομμουνιστικά κόμματα υστερούν σε ορμή και οργάνωση απέναντι των μαζών. Γι’ αυτό, αυτά πρέπει να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους και να τεθούν αμέσως δυναμικά επικεφαλείς των μαζών με άμεσα συνθήματα: Γενική πολιτική απεργία και κάθοδος ενόπλων αγροτών στις πόλεις». Απέρριψε κάθε συνεργασία με τους σοσιαλιστές, που χαρακτηρίστηκαν πλέον ως «σοσιαλ-φασίστες». Στρατηγικός σκοπός η κατάληψη της εξουσίας!
Πράγματι, στη Θεσσαλονίκη και σ’ όλη την Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, ξέσπασαν αρκετές απεργίες και διαδηλώσεις πολλών κλάδων, στη δε Θεσσαλονίκη οργανώθηκε από τους συνεταιρισμούς μεγάλο συλλαλητήριο αγροτών με συμμετοχή χιλιάδων εργατών και αγροτών. Όταν οι κομματικοί ρήτορες όμως, άρχισαν να αποκαλούν τους ηγέτες των αγροτών «αγροτο-φασίστες» και προσπάθησαν να τους διαχωρίσουν από τους οπαδούς τους, οι τελευταίοι τους αποδοκίμασαν άγρια. Ήταν φανερό ότι η έξαλλη και ανεδαφική αυτή πολιτική του ΚΚΕ το έφερε σε άμεση αντίθεση με τις απομονωμένες, απογοητευμένες και κουρασμένες μάζες, με αποκορύφωμα την αποτυχία των απεργιών και των συγκεντρώσεων της Πρωτομαγιάς του 1930, πράγμα αδιανόητο μέχρι τότε για τη Θεσσαλονίκη. Τα πιο προχωρημένα στοιχεία του κόμματος αποφάσισαν τη σύγκληση της Περιφερειακής Επιτροπής, που με απόφασή της καταδίκασε αυτή την τυχοδιωκτική πολιτική, η δε πλειοψηφία του Πολιτικού Γραφείου του κόμματος έμεινε σχεδόν σύμφωνη μ’ αυτή. Όμως, η μειοψηφία Π. Γ., Σιάντος, Θέος και Παπαρήγας, άσκησε άγρια πολεμική κατά των μελών της Περιφερειακής Επιτροπής, επικεφαλής της οποίας ήταν ο Στίνας, προτείνοντας την άμεση καθαίρεσή τους, που στις επιθέσεις που δέχονταν από βίαια άρθρα του «Ριζοσπάστη» απάντησαν ανοιχτά από τις στήλες της «Φωνής του Εργάτη».
Η διαμάχη αυτή πήρε οξύτατο χαρακτήρα. Ο ίδιος ο Σιάντος, φθάνοντας αιφνιδιαστικά στη Θεσσαλονίκη, οργάνωσε παρασκηνιακά την προετοιμασία της καθαίρεσης όλης της εκεί Περιφερειακής Επιτροπής και παρουσιάζοντας στη συνδιάσκεψη που συγκάλεσε τις απόψεις του ως απόψεις της Διεθνούς, έθεσε όλα τα μέλη μπροστά στο πλαστό δίλημμα: «΄Η με τον Στίνα ή με την Διεθνή». Προτού προλάβει να συγκροτηθεί σε σώμα η νέα Περιφερειακή Επιτροπή, έφτασε στη Θεσσαλονίκη νέος αντιπρόσωπος της Διεθνούς, ο οποίος δήλωσε ότι έχει εντολή ν’ αποκαταστήσει την ενότητα του κόμματος, χωρίς να επέμβει στην ουσία των πολιτικών διαφορών, όταν δε έλαβε μέρος στη συγκέντρωση της «φράξιας» των υπό εκκαθάριση, είπε ότι βλέπει τον Α. Στίνα «πολύ κουρασμένο» και πρότεινε στη «φράξια» να συμφωνήσει για να πάει για ένα διάστημα στη Ρωσία για να ξεκουραστεί. Φυσικά, κανείς δεν του απάντησε ούτε ναι ούτε όχι. Αργότερα, ο Στίνας φθάνοντας στην Αθήνα, παραπέμφθηκε σε ειδική επιτροπή για ν’ απολογηθεί. Εκεί υποστήριξε τις απόψεις του με σθένος και παρρησία, αν και γνώριζε πολύ καλά πλέον την άβυσσο που τον χώριζε με την ηγεσία του δουλικά πλέον «σταλινοποιημένου», κόμματος. Κατά τα μέσα του 1931, δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» η απόφαση του Πολιτικού Γραφείου: Τιμωρεί παμψηφεί τον Στίνα με ένα χρόνο αποκλεισμό από οποιοδήποτε όργανο του κόμματος.
Τον Ιούλιο του 1931, ο Στίνας συλλαμβάνεται και πάλι και υποβάλλεται, πάνω από δέκα μέρες στα κρατητήρια της Ειδικής Ασφάλειας Αθήνας σε φρικτά βασανιστήρια, γιατί θεωρήθηκε ένας από τους οργανωτές της απόδρασης των Χαϊτά και Ευτυχιάδη από τις φυλακές Συγγρού και της διαφυγής τους στο εξωτερικό. Μετά το θόρυβο και τα διαβήματα του Τύπου γι’ αυτήν την απάνθρωπη μεταχείριση, μεταφέρεται στο Τμήμα Μεταγωγών Πάτρας για να συνέλθει από τις πληγές και τη φάλαγγα και αργότερα κλείνεται στις φυλακές Κέρκυρας. Εκεί είχε όλο τον χρόνο να σκεφθεί και να αποφασίσει οριστικά την αποχώρησή του από το κόμμα, η πολιτική του οποίου ερχόταν όλο και περισσότερο σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και της προλεταριακής επανάστασης.
Αποφυλακιζόμενος στη συνέχεια, συγκάλεσε στην Κέρκυρα μια τοπική συνδιάσκεψη και ανασυγκρότησε τη σχεδόν διαλυμένη κομματική οργάνωση. Τον Νοέμβριο του 1931, με απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Διεθνούς, καθαιρείται συνολικά η εκλεγμένη από το 4ο Συνέδριο του κόμματος Κεντρική Επιτροπή και διορίζεται νέα, με επικεφαλής τον Ν. Ζαχαριάδη.
Όταν ο Λεωνίδας Στρίγγος, εκ μέρους του Πολιτικού Γραφείου, συνέστησε στον Στίνα να καταδικάσει με δημόσια δήλωσή του τη φραξιονιστική πάλη και να αναγνωρίσει τη νομιμότητα της απόφασης της Διεθνούς, ο Στίνας του απάντησε ότι μόνο το Συνέδριο του κόμματος είναι αρμόδιο να αποφανθεί οριστικά επί του θέματος και παρά τη ρητή απαγόρευση του Π. Γ. να ξαναπάει στη Θεσσαλονίκη ότι θα πάει σ’ αυτή την επομένη κιόλας. Φθάνοντας, πράγματι, στη Θεσσαλονίκη, μίλησε σε ευρύτατη συγκέντρωση στην Εργατική Λέσχη και στο Εργατικό Κέντρο δηλώνοντας στους εκεί αγαπητούς του συντρόφους και συνεργάτες ότι θα συνεχίσει την πάλη, αδιαφορώντας για τις συνέπειες και την πειθαρχία προς το κόμμα. Όλοι του είπαν ότι πρέπει να πειθαρχήσει και ότι θα ζητούσαν να γίνει κι αυτός μέλος του Π. Γ. Το Φεβρουάριο του 1932 δημοσιεύτηκε στο «Ριζοσπάστη» η διαγραφή του από το κόμμα και μετά από δίμηνο η απόφαση της Εκτελεστικής Επιτροπής της Διεθνούς που την ενέκρινε. Στη διαγραφή του, ο Στίνας απάντησε από τη «Σημαία του Κομμουνισμού», αφού προηγουμένως είχε θέσει σε κυκλοφορία μια μπροσούρα με κριτική των αποφάσεων της 4ης Ολομέρειας.
Η διορισμένη Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εγκατέλειψε σιωπηρά την «θεωρία της τρίτης περιόδου» και ανακήρυξε τον Ζαχαριάδη «αρχηγό» του κόμματος, τίτλο άγνωστο μέχρι τότε που ούτε ο Λένιν δεν πήρε ποτέ. Έτσι, η σταλινοποίηση του κόμματος έφθασε στα όριά της, τα μέλη του κατάντησαν απλοί εκτελεστές διαταγών, χωρίς καμία δική τους σκέψη και συμμετοχή και κάθε διαφωνία χαρακτηρίστηκε αμέσως «χαφιεδισμός», με σκοπό τη διάλυση του κόμματος. Επακολούθησε η ιστορική απόφαση της 6ης Ολομέλειας της Κ.Ε. που αλλάζει το στρατηγικό σκοπό του κόμματος, αφού η επιδιωκόμενη Επανάσταση δεν θα είναι πλέον σοσιαλιστική αλλά αστικοδημοκρατική και από τις αρχές του 1935 γίνεται πλέον λόγος για «εθνική ανεξαρτησία, ακεραιότητα, ελευθερία» κ.λπ., καταργείται ο επαναστατικός ντεφετισμός και αναγνωρίζεται επισήμως από τον ίδιο τον Στάλιν η «υπεράσπιση της πατρίδας» από τα Κ.Κ., που υπέγραψε τότε το σύμφωνο Στάλιν-Λαβάλ, με σκοπό την «εθνική άμυνα» και τον επανεξοπλισμό της Γαλλίας, επιβραβεύοντας έτσι την τακτική του που ήδη από τις αρχές του 1933 είχε φέρει με τις ευλογίες του το ναζισμό στην ηγεσία της Γερμανίας!
Πριν από την αναγνώρισή του, το θέρος του 1930 από τον Τρότσκι, μια ομάδα αποσπάται από τον «αρχειομαρξισμό». Ένα μέρος απ’ αυτούς προσχωρούν αμέσως στο ΚΚΕ, ένα μικρό μέρος προσχωρεί στην τότε ομάδα Πουλιόπουλου «Σπάρτακος» και το τρίτο μέρος των αποκληθέντων «φραξιονιστών» παραμένει με επικεφαλής τον Μιχαήλ Ράπτη (αργότερα Σπέρο και Πάμπλο). Με αυτό το τμήμα, και πριν ακόμη διαγραφεί από το ΚΚΕ, ήρθε σε επαφή ο Στίνας και ύστερα από μια κοινή συνδιάσκεψη αποφάσισαν τη συγκρότηση μιας ιδιαίτερης ομάδας με τίτλο Λενινιστική Αντιπολίτευση του ΚΚΕ (ΛΑΚΚΕ), με τριμελή επιτροπή από τους Ράπτη, Εργίνο και Στίνα, εβδομαδιαίο όργανο τη «Σημαία του Κομμουνισμού» και θεωρητικό περιοδικό τη «Διαρκή Επανάσταση», με γενική τοποθέτηση τον τροτσκισμό. Αυτή η ομάδα στάθηκε, τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο του 1933, η πιο μαχητική πολιτική ομάδα σ’ ολόκληρη τη χώρα, με συνεχή δράση, με τα έντυπα και τις προκηρύξεις της να κυκλοφορούν παντού.
Ευθύς μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία και τη νίκη του Λαϊκού Κόμματος στις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1933, ο Στίνας στη «Σημαία του Κομμουνισμού» δημοσίευσε ένα σημαντικό άρθρο, στο οποίο για πρώτη φορά διαπιστώνει οριστικά ότι η Γ’ Διεθνής και τα τμήματά της, από όργανα αγώνα της εργατικής τάξης για την απελευθέρωσή της και την πρόοδο της ανθρωπότητας, έχουν μετατραπεί σε εχθρούς και αντικειμενικά εμπόδια και ότι το άμεσο καθήκον των επαναστατών ολόκληρου του κόσμου είναι να συγκεντρωθούν έξω και εναντίον της Διεθνούς, σε νέα επαναστατικά κόμματα, ενόψει μάλιστα και του νέου πολέμου που πλησιάζει, θέτοντας έτσι καθαρά και για πρώτη φορά την ανάγκη της ίδρυσης νέας Επαναστατικής Διεθνούς.
Το άρθρο αυτό προκάλεσε συζήτηση και κρίση στο εσωτερικό της ΛΑΚΚΕ. Το μεγαλύτερο μέρος των μελών της, με επικεφαλής τον Ράπτη, ανέλαβαν την υπεράσπιση της Γ΄ Διεθνούς εναντίον των επικρίσεων και το όλο θέμα πήρε τέτοιες διαστάσεις που οδήγησε σε διάσπαση της ομάδας, που, τελικά, διαλύθηκε και προσχώρησε στην Ομάδα «Σπάρτακος» του Πουλιόπουλου, που υποστήριζε ανάλογες θέσεις. Κατά τα τέλη του 1934, ο αρχειομαρξισμός διασπάται και πάλι. Ένα τμήμα με επικεφαλής τον Γ. Βιτσώρη που εκπροσωπεί την πιο αριστερή τάση, υποστηρίζει απόψεις παρόμοιες με αυτές του Α. Στίνα, ο οποίος έρχεται αμέσως σε επαφή με αυτό. Αμέσως εκλέγεται προσωρινή Διοικούσα Επιτροπή, εκδίδεται εβδομαδιαία εφημερίδα με τίτλο «Μπολσεβίκος» και προκηρύσσεται συνέδριο για την οριστική συγκρότηση της ομάδος. Ο Στίνας εκλέγεται μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και απ’ αυτήν εκλέγεται μέλος του Πολιτικού Γραφείου.
Την 1η Μαρτίου 1935 ξέσπασε το κίνημα των βενιζελικών κατά της κυβέρνησης των λαϊκών, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η πλήρης οπισθοδρόμηση της χώρας, η οριστική εγκατάλειψη κάθε αρχής δημοκρατικής νομιμότητας στο δημόσιο βίο, η χυδαιοποίηση των πάντων, ο εξοβελισμός κάθε ελεύθερης σκέψης, το οριστικό τέλος της αστικής, έστω, κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, και ο πρόλογος της απαίσιας δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και του «τρίτου ελληνικού πολιτισμού»! Ακόμα και στην ομάδα «Μπολσεβίκος» δημιουργήθηκε σοβαρό πρόβλημα, ως προς τη φύση, τα αίτια και τις συνέπειες αυτού του κινήματος. Και ενώ αποφασίστηκε η σύγκληση έκτακτης συνδιάσκεψης για την επίλυση των εσωτερικών ιδεολογικών διαφωνιών, η σχηματισθείσα «φράξια» των αντίθετων προς τις ορθές αριστερές απόψεις των Γ. Βιτσώρη και Α. Στίνα μελών, ως επί το πλείστον παλιών στελεχών, διέσπασε την ομάδα, αποχώρησε και προσχώρησε στην ομάδα Πουλιόπουλου, ενώ ένα μέρος της τελευταίας αυτής προσχώρησε στον «Μπολσεβίκο» (Σκαλαίος, Μακρής, Βερούχης, Εργίνος κ.ά.), στον οποίο το σύνολο σχεδόν των νέων μελών παρέμεινε πιστό. Στη συνέχεια, η σχηματισθείσα νέα ομάδα πήρε τον τίτλο Κομμουνιστική Διεθνιστική Ένωση (ΚΔΕ), το δημοσιογραφικό της όργανο ονομάστηκε «Εργατικό Μέτωπο», και παρέμεινε το μοναδικό ανεγνωρισμένο τμήμα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης (Λίγκας) στην Ελλάδα και ανέπτυξε, υπό την ηγεσία του Α. Στίνα, μέχρι και το 1977 και αργότερα, σοβαρή και υπεύθυνη επαναστατική δράση, με απόλυτη συνέπεια και ιδεολογική καθαρότητα.
Από εκεί και πέρα τα γεγονότα επακολούθησαν ραγδαία: Αύγουστος 1935, εξέγερση σταφιδοπαραγωγών Πελοποννήσου, ένοπλα συλλαλητήρια, 10 Οκτωβρίου 1935: «κατάργηση» πρωθυπουργού Παν. Τσαλδάρη, κήρυξη δικτατορίας, προκήρυξη δημοψηφίσματος για επαναφορά του Γεωργίου Β΄ από τους Παπάγο, Ρέππα και Οικονόμου, ως εντολοδόχων του Γ. Κονδύλη, κατάργηση του Αλ. Ζαΐμη ως προέδρου της Δημοκρατίας από τον αυτοδιορισθέντα ως αντιβασιλέα Γ. Κονδύλη, διεξαγωγή δημοψηφίσματος- παρωδίας στις 3/11/1935 με αποτέλεσμα 97,8% υπέρ της βασιλείας, άφιξη Γεωργίου Β΄ στην Αθήνα στις 25/11/1935, βουλευτικές εκλογές της 26/1/1936, με αποτέλεσμα: Λαϊκοί 143 έδρες, Φιλελεύθεροι 142 και Παλλαϊκό Μέτωπο (ΚΚΕ κλπ.) 15 έδρες, αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης από τα αστικά κόμματα, σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα για σχηματισμό κυβέρνησης, εντολή βασιλιά στον εξωκοινοβουλευτικό καθηγητή, Κ. Δεμερτζή, για σχηματισμό υπηρεσιακής κυβέρνησης με αντιπρόεδρο τον Ιωάννη Μεταξά, χορήγηση ψήφου εμπιστοσύνης από το σύνολο σχεδόν των αστών κοινοβουλευτικών, θάνατος Δεμερτζή (13 Απριλίου 1936), ο Ι. Μεταξάς πρωθυπουργός με ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής.
Από την επαναφορά του Γεωργίου Β΄, η ταξική πάλη σημειώνει απότομη άνοδο, με πρωτοφανούς έντασης εκδηλώσεις σ’ όλη τη χώρα, με την κατάλυση των αρχών στην Καλαμάτα, στην Καβάλα κ.λπ., και μάχες στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, με αποκορύφωμα τις γνωστές σφαγές και τα γεγονότα του Μαΐου 1936, τα καλέσματα περί «σωτηρίας της πατρίδος από τον κομμουνισμό» κ,λπ., τη διάλυση της Βουλής και τελικά σχηματισμός Εθνικής Κυβέρνησης 4ης Αυγούστου.
Είναι γεγονός ότι η δικτατορία της 4ης Αυγούστου επικράτησε χωρίς καμία αντίδραση του λαού. Παρά την εντολή των δύο συνομοσπονδιών για γενική απεργία, κανείς δεν απήργησε τις παραμονές του πραξικοπήματος! Η ιστορική ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά το ΚΚΕ, αφού, με την πολιτική του, κατόρθωσε να διαβρώσει και να διαλύσει από μέσα το μέτωπο των αγωνιζομένων μαζών, αφού, βέβαια, η διορισμένη Κεντρική Επιτροπή του ενδιαφερόταν πλέον, σύμφωνα με τις εντολές που είχε από τον Στάλιν, μόνο για την «εξάλειψη του φραξιονισμού», τη μονολιθικότητα και την αυστηρή πειθαρχία των μελών στις ντιρεκτίβες που έφθαναν από ψηλά.
Μετά την άνοδο του ναζισμού στην εξουσία στη Γερμανία το 1933 και τη συντριβή του κινήματος, οι γραφειοκράτες της Μόσχας εγκαινιάζουν την τακτική των απότομων στροφών και των ζιγκ-ζαγκ στην πολιτική τους: Κάνουν στροφή 180 μοιρών, εγκαταλείποντας τη θεωρία της «τρίτης περιόδου», τις απόψεις για επικείμενη ολική αναμέτρηση με τον «ταξικό εχθρό» και τον σοσιαλ-φασισμό κ.λπ. και καταφεύγουν στη θεωρία των Λαϊκών Μετώπων. Τα εγκαίνια της νέας αυτής θεωρίας έγιναν στην Ελλάδα μετά τις εκλογές της 26 Ιανουαρίου 1936 με αποτέλεσμα την πρόκληση πολιτικού αδιεξόδου, όπως σημειώθηκε ήδη: Στη Βουλή οι 15 κομμουνιστές βουλευτές αναλαμβάνουν να ψηφίσουν τον Σοφούλη ως πρόεδρο της Βουλής και να παράσχουν ψήφο εμπιστοσύνης σε κυβέρνηση που θα μετείχε το Κόμμα Φιλελευθέρων, με αντάλλαγμα αυτό να «καταπολεμήσει τις φασιστικές τάσεις στη χώρα και να διαλύσει τις οργανώσεις που αποβλέπουν σ’ αυτούς τους σκοπούς». Δηλαδή, το ΚΚΕ, σύμφωνα με τις προηγούμενες εκτιμήσεις του και τη δική του φρασεολογία, συμμάχησε με μια «αστικοτσιφλικάδικη φασιστική παράταξη» για να αντιμετωπίσει το φασισμό, που προχωρούσε με γρήγορα βήματα και στην Ελλάδα, αφού είχε υποτάξει ήδη όλες τις χώρες της Ευρώπης, εκτός από την Αγγλία, τη Γαλλία και τις σκανδιναβικές χώρες.
Το ΚΚΕ, με την Ενωτική Συνομοσπονδία, συγκρατεί την οργή των μαζών, με το πρόσχημα ότι, για την πλήρη επιτυχία της γενικής απεργίας, έπρεπε να συνεννοηθεί με τη ρεφορμιστική Γενική Συνομοσπονδία. Τελικά, η γενική απεργία κηρύσσεται στις 13 Μαΐου 1936, πέντε ημέρες μετά τα φονικά γεγονότα, όταν η αγανάκτηση των μαζών είχε αρκετά ξεθυμάνει. Οι δύο Συνομοσπονδίες, με κοινό ανακοινωθέν, βεβαιώνουν ότι τα αιτήματα των απεργών ήταν «καθαρά και μόνον οικονομικά», δέχονται ως μέλη της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής της Θεσσαλονίκης δυο αστούς βουλευτές και πείθουν τις μάζες να διαλυθούν και να δώσουν πίστη στις υποσχέσεις του στρατηγού Ζέπου, ότι κανένα μέτρο βίας δεν θα ασκηθεί εναντίον τους από το κράτος. Φυσικά, μετά τη διάλυση των απεργών, όλη η πόλη και, κυρίως, τα νευραλγικά της σημεία γεμίζουν αμέσως από χωροφύλακες και στρατό με πολυβόλα, αρχίζουν δε αμέσως συλλήψεις κατά κύματα!
Κάτω από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, πολύ λίγη δυνατότητα για μαζική δράση είχαν οργανώσεις όπως η Κομμουνιστική Διεθνιστική Ένωση και ο Α. Στίνας. Πολλά μέλη της ομάδας συνελήφθησαν, κανένας, όμως, δεν έκανε δήλωση μετανοίας. Άλλοι φυλακίστηκαν, άλλοι εξορίστηκαν στα νησιά και άλλοι στάλθηκαν στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας. Ο σ. Χρήστος Τυλιγάδης αυτοκτόνησε στα κρατητήρια της Ασφάλειας, κάτω από συνθήκες που ποτέ δεν έγιναν γνωστές. Η ομάδα, όμως, ανέπτυξε συνωμοτική δράση: Έκδοση και διανομή προκηρύξεων και τακτική κυκλοφορία του «Εργατικού Βήματος» πολυγραφημένου. Η ομάδα ήταν τότε το μόνο στην Ελλάδα αναγνωρισμένο τμήμα της τροτσκιστικής Αριστερής Αντιπολίτευσης (Διεθνούς Κομμουνιστικής Ένωσης) και είχε επαφή με τη Γραμματεία της. Πάντοτε, η ομάδα τόνιζε με σαφήνεια, ότι στην περίπτωση συμμετοχής της χώρας στον επερχόμενο πόλεμο, το καθήκον της εργατικής τάξης ήταν, πρωτίστως, αγώνας για τη μετατροπή του σε επανάσταση, πράγμα που γινόταν αφορμή έντονης κριτικής από την πλευρά της ομάδας Πουλιόπουλου.
Στις 6 Απριλίου 1937, ο Α. Στίνας, ύστερα από κατάδοση παλιού γνωστού του, πρώην μέλους του ΚΚΕ, συλλαμβάνεται και οδηγείται στην τότε υπερδραστήρια Ειδική Ασφάλεια. Βασανίζεται επί πολλές ημέρες βάναυσα για να καταδώσει. Δεν αρνείται την ιδιότητά του αλλά δεν λέει και τίποτε και, αφού, τελικά, παραπέμφθηκε στην ανάκριση, δήλωσε ότι αγωνίζεται για την ανατροπή της δικτατορίας, αλλά και του καπιταλισμού και ότι αυτός εκδίδει την παράνομη εφημερίδα «Εργατικό Μέτωπο». Στη συνέχεια, μεταφέρθηκε στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά και από εκεί στις φυλακές Αίγινας. Οι συνθήκες διαβίωσης στη φυλακή, ειδικά για τους τροτσκιστές και τους αρχειομαρξιστές, ήταν απάνθρωπες, αφού οι οπαδοί του ΚΚΕ είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν ό,τι αφορούσε την τύχη των κρατουμένων κατά την κρίση τους και με τη συμφωνία της διεύθυνσης των φυλακών. Αμέσως, ο Στίνας διαπίστωσε ότι στα τέσσερα χρόνια που είχαν περάσει από την ημέρα της αποχώρησής του από το κόμμα, πολλά είχαν αλλάξει, βλέποντας τους συγκρατουμένους του οπαδούς του ΚΚΕ. Ελάχιστοι εργάτες βρίσκονταν μεταξύ αυτών. Αντιθέτως, πολλοί ήταν μικροαστοί, αγρότες, υπάλληλοι, δημοσιογράφοι, ακόμα και δικηγόροι. Όλοι είχαν μεταβληθεί σε άβουλα όργανα του κόμματος και το μόνο που τους απασχολούσε ήταν το πώς θα «εκκαθαριστούν οι εχθροί του κόμματος», δηλαδή αυτοί που κάποτε είχαν διαφωνήσει με την γραμμή του. ΄Εφθασαν ακόμα να λογοκρίνουν τα γράμματα που συγκρατούμενοί τους προόριζαν για τα σπίτια τους και τους συγγενείς τους, πριν αυτά παραδοθούν στη λογοκρισία της φυλακής! Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Στίνας τόλμησε να θέσει σε συζήτηση τις αμφιβολίες του για το εάν το σύνθημα που επικρατούσε χωρίς εξαίρεση τότε, δηλαδή το ότι το παγκόσμιο προλεταριάτο ήταν υποχρεωμένο να υπερασπίσει με κάθε τρόπο την ΕΣΣΔ σε περίπτωση πολέμου εναντίον της, ήταν σύμφωνο με το πιο βασικό του καθήκον, δηλαδή τον επαναστατικό διεθνισμό, ειδικά για τις τροτσκιστικές ομάδες, που θα άνοιγε γι’ αυτές το δρόμο προς τον σοσιαλ-πατριωτισμό και την προδοσία της Επανάστασης.
Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1937, ο Στίνας παραδίδεται στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά, μεταφέρεται μαζί με άλλους και μετά πολλές ταλαιπωρίες, στο Ναύπλιο και καταλήγει, τελικά, στο στρατόπεδο συγκέντρωσης κομμουνιστών της Ακροναυπλίας, που λειτουργούσε στο παλαιό ενετικό φρούριο πάνω από την πόλη. Τότε στην Ακροναυπλία βρίσκονταν όλα σχεδόν τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που, αργότερα, έγιναν γνωστά από τη δράση τους στην Κατοχή, στα Δεκεμβριανά και τον εμφύλιο. Επίσης κρατούμενοι αρκετοί ήταν μέλη της Κομμουνιστικής Διεθνιστικής ΄Ενωσης αλλά και της ΕΟΚΔΕ (ομάδας Πουλιόπουλου). Από την ομάδα αυτή, ο Μιχ. Ράπτης (Σπέρας-Πάμπλο) αφέθηκε, αργότερα, ελεύθερος, με άδεια εξόδου από τη χώρα και έφυγε για το εξωτερικό. Από την πρώτη στιγμή, τα μέλη της ΚΔΕ (ομάδας Στίνα) έκαναν δεκτή την πρότασή του για την απόρριψη του συνθήματος της υπεράσπισης της ΕΣΣΔ. Τα μέλη της ΕΟΚΔΕ δεν δέχτηκαν καμία συζήτηση στο θέμα αυτό γιατί ο ηγέτης τους Παντ. Πουλιόπουλος δεν ήταν παρών.
Τον Μάιο του 1938, ο Στίνας καλείται να δικαστεί στο Πλημμελειοδικείο Αθηνών για ανατρεπτική δράση. Μεταφέρεται με ειδική συνοδεία και κάτω από τις γνωστές συνθήκες, δικάζεται, δηλώνει με παρρησία αυτά που πιστεύει και ειδικά ότι αγωνίζεται για την ανατροπή του καπιταλισμού, καταδικάζεται πάλι σε πενταετή φυλάκιση και σε τρεις μέρες ξαναβρίσκεται στις φυλακές Αίγινας. Μετά από τρεις μήνες, μετάγεται στις φυλακές Συγγρού για να παραστεί στο Εφετείο Αθηνών κατά την εκδίκαση της έφεσής του. Παρουσιάζεται, πράγματι, στο Εφετείο και επαναλαμβάνει τα όσα είπε πρωτόδικα. Ο δικηγόρος, όμως, που του είχε διορίσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, δήλωσε ότι «λυπάται που υπερασπίζεται έναν κομμουνιστή που έχει δράση κατά της πατρίδος και χυδαίως υβρίζει το σεπτόν πρόσωπον του κυβερνήτου», κατέληξε, όμως, να ζητήσει την επιείκεια του δικαστηρίου «λόγω βλακείας του κατηγορουμένου»!. Ο Στίνας με απόλυτη άνεση απήντησε στο δικηγόρο του: «Βλάκας είσαι μόνο εσύ!» και έφυγε με τη συνοδεία του χωρίς να φροντίσει να μάθει αν του μείωσαν ή όχι την ποινή. Πριν φύγει από τις φυλακές Συγγρού, ο Στίνας πληροφορήθηκε το θάνατο στην Ακροναυπλία του Νίκου Παναγιωτίδη, αγνού επαναστάτη και τολμηρού αγωνιστή. Πριν δυο μήνες είχε πεθάνει εκεί και ο Θεοδόσιος Σκαλαίος, από τους πιο αφοσιωμένους και εκλεκτούς διανοούμενους του κινήματος. Και οι δύο ήταν μέλη της ομάδας Στίνα (Κομμουνιστικής Διεθνιστικής ΄Ενωσης). Από τις φυλακές Συγγρού έφυγε την άνοιξη του 1939, όταν έγινε μια μεγάλη μεταγωγή κρατουμένων και επέστρεψε και πάλι στις τόσο γνώριμές του φυλακές Αίγινας. Εκεί, σ’ ένα μικρό θάλαμο, ο Στίνας βρέθηκε, για πρώτη φορά, συγκρατούμενος με τον Παντελή Πουλιόπουλο, μαζί μέρα και νύχτα. Προσπάθησαν δυο-τρεις φορές να συζητήσουν τις διαφορετικές πολιτικές τους απόψεις, αλλά η συζήτηση γρήγορα έπαιρνε οξύτητα προς μεγάλη τέρψη των σταλινικών, γι’ αυτό αποφάσισαν να μη ξανασυζητήσουν αυτά τα θέματα. Κατά τα λοιπά, οι σχέσεις τους ήταν πάντα φιλικές, όσο διάστημα έμειναν μαζί.
Κατά το τέλος του Νοεμβρίου 1939 του ίδιου χρόνου, η ποινή του Πουλιόπουλου έληξε και μεταφέρθηκε στην Ακροναυπλία. Τον Μάιο του 1940 συμβαίνει ακριβώς το ίδιο με τον Στίνα. Λήξη ποινής και μεταφορά του στην Ακροναυπλία, για δεύτερη φορά. Εκεί, ο Στίνας βρήκε συγκρατουμένους πέντε μέλη της ομάδας του, ενώ ο Πουλιόπουλος βρήκε εννέα της δικής του ομάδας. Την έναρξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940, οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας πληροφορήθηκαν μόνο από τη διαταγή της συσκότισης των φώτων του στρατοπέδου. Όπως είναι γνωστό, ο κρατούμενος τότε στις φυλακές Κέρκυρας, Ν. Ζαχαριάδης, με επιστολή του προς τον δικτάτορα Ι. Μεταξά, που γνωστοποιήθηκε σχεδόν αμέσως, δήλωσε εκ μέρους του ΚΚΕ ότι… «Στον πόλεμο αυτόν που διευθύνει η κυβέρνηση Μεταξά, όλοι μας πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις κλπ.». Αμέσως, η σταλινική διεύθυνση της ομάδας συμβίωσης των κρατουμένων, συγκάλεσε συνελεύσεις κατά θαλάμους: Όλοι οι οπαδοί του ΚΚΕ επικροτούν ανεξαίρετα το γεμάτο σωβινισμό γράμμα του αρχηγού για την υπεράσπιση της πατρίδας και υπογράφουν αιτήσεις για να επιστρατευθούν και να σταλούν αμέσως στο μέτωπο! Στα λίγα λεπτά που επέτρεψαν να μιλήσουν οι τροτσκιστές, o Στίνας, που μίλησε για λογαριασμό των επαναστατών-διεθνιστών, είπε ότι το καθήκον των επαναστατών ήταν ο ανένδοτος αγώνας για τη μετατροπή του πολέμου ανάμεσα στους λαούς σε επανάσταση των λαών εναντίον των εκμεταλλευτών τους και του ιμπεριαλισμού!
Στη συνέλευση του θαλάμου όπου μίλησε ο Στίνας, τη σταλινική ηγεσία και τον σωβινισμό της εκπροσώπησε ο Δ. Παπαρήγας. Στην ουσία της οξύτατης κριτικής των διεθνιστών και στα αμείλικτα ερωτήματα που έθεσαν αυτοί με όλη τη δύναμη της ψυχής τους, δεν απάντησε τίποτα! Το μόνο που τόλμησε να απαντήσει και σε ύφος προσωπικής μομφής, ήταν ότι «οι διεθνιστές προσπαθούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του λαού στο κόμμα του» κ.λπ.
Τον Απρίλιο του 1941, οι Γερμανοί άρχισαν την επίθεση κατά των ελληνικών εδαφών και καταλαμβάνουν χωρίς αντίσταση τη Θεσσαλονίκη το πρωί της 9/4/1941 και στις 27/4/1941 την Αθήνα, αφού, προηγουμένως, με αλεξιπτωτιστές και αερομεταφερόμενες μονάδες, είχαν ήδη καταλάβει τη βόρεια Πελοπόννησο. Το Ναύπλιο ήταν ένα από τα λιμάνια που οι Βρετανοί και Νεοζηλανδοί επιβιβάζονταν στα πλοία για την Κρήτη ή την Αίγυπτο, ειδικά το βράδυ με απόλυτη συσκότιση και κάτω από τις συνεχείς και σφοδρές επιθέσεις της γερμανικής αεροπορίας, οι οποίες την ημέρα γίνονταν ακόμη σφοδρότερες με στόχους το λιμάνι, τα φρούρια, τους στρατώνες, το σιδηροδρομικό σταθμό κλπ. Παντού πυρκαγιές, εκρήξεις, ανατινάξεις, πραγματική κόλαση με συνεχή κίνδυνο της ζωής όλων των κρατουμένων. Η κατάσταση, όμως, αυτή δημιούργησε μια μοναδική ευκαιρία απόδρασης όλων των κρατουμένων και, μάλιστα, χωρίς θύματα, αφού η φρουρά του στρατοπέδου βρισκόταν σχεδόν μόνιμα μέσα σε πρόχειρα καταφύγια και τη νύχτα ήταν αδύνατο να ασκήσει οποιοδήποτε έλεγχο, με μόνη φροντίδα την επιβίωσή της.
Η ομάδα του Στίνα πρώτη έθεσε το ζήτημα και βρήκε πλήρη ανταπόκριση από το σύνολο σχεδόν των κρατουμένων, που με αγωνία έβλεπαν την παθητική στάση της ηγεσίας τους, ενώ ήταν προφανές ότι η μοναδική αυτή ευκαιρία θα περνούσε γρήγορα και όλοι πολύ σύντομα θα γίνονταν κρατούμενοι των Γερμανών, που πολύ πριν από την επίθεσή τους εναντίον της Ελλάδας είχαν εφοδιασθεί από τις απ’ αυτούς στενά ελεγχόμενες υπηρεσίες ασφαλείας του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με καταστάσεις και λεπτομερείς πληροφορίες για ό,τι αφορούσε όχι μόνο τους κομμουνιστές στη χώρα, αλλά και τους απλούς δημοκρατικούς, βενιζελικούς και τους μη φιλικά προς αυτούς διακειμένους Έλληνες πολίτες! ΄Υστερα από την πίεση των οπαδών της, η ηγεσία των σταλινικών έστειλε μια επιτροπή στο διοικητή του στρατοπέδου με το αίτημα να αφήσει τους κρατουμένους ελεύθερους. Μετά τη συνάντησή της με το διοικητή, η επιτροπή ανακοινώνει στους κρατουμένους ότι «αυτός την βεβαίωσε ότι θα αφεθούν ελεύθεροι όταν η κυβέρνηση εγκαταλείψει την Αθήνα» και ότι «για να μην αμφιβάλλει η επιτροπή για τα λεγόμενά του και για να διαπιστώσει η ίδια ότι η κυβέρνηση βρισκόταν τότε ακόμη στην Αθήνα, κάλεσε ο διοικητής στο τηλέφωνο και τους έδωσε τη γραμμή για να μιλήσουν οι ίδιοι με τον κ. υφυπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, ο οποίος τους επιβεβαίωσε πλήρως τα όσα τους είπε ο κ. διοικητής»! ΄Υστερα από το «κατόρθωμά» της αυτό, η επιτροπή, αλλά, κυρίως, η σταλινική ηγεσία των κρατουμένων, με την χαρακτηριστική και πασίγνωστη από τότε θρασύτητα και φρασεολογία, καταγγέλλει ως «τυχοδιωκτικές και επικίνδυνες» τις προτάσεις για απόδραση, συνιστά ψυχραιμία, πειθαρχία και εμπιστοσύνη στην ηγεσία, ενισχύοντας ταυτόχρονα τις σταλινικές φρουρές για ματαίωση κάθε απόπειρας ατομικής ή ομαδικής απόδρασης.
Ήταν ήδη φανερό ότι όλη αυτή η ιστορία ήταν μια επινόηση του υπερβάλλοντος ζήλου των υπηρεσιών και των οργάνων της ασφαλείας της 4ης Αυγούστου, αφού ήταν αδιανόητο το να βρίσκεται η κυβέρνηση τότε ακόμη στην Αθήνα, τη στιγμή που και οι τελευταίοι Βρετανοί εγκατέλειπαν πλέον την Ελλάδα από κάθε δυνατό σημείο και με κάθε μέσο διαφυγής. Η κυβέρνηση αναχώρησε από την Αθήνα, πράγματι, στις 23/4/1941 αλλά περισσότερο αναπάντητο παραμένει το γεγονός ότι, σε στιγμές τόσο κρίσιμες και εφιαλτικές, ο διοικητής του στρατοπέδου, πολύ δε περισσότερο ο υφυπουργός Ασφαλείας, βρήκαν καιρό και διάθεση για τέτοιες «αβρότητες», τη στιγμή που από την επικράτηση της δικτατορίας τους έμειναν και υπό ομαλές συνθήκες ως αξεπέραστα παραδείγματα σκαιότητας, απανθρωπιάς και αντικομμουνιστικής υστερίας. Δυο ημέρες μετά τις αθλιότητες αυτές της ελληνικής εξουσίας, αλλά και της παραεξουσίας του στρατοπέδου, αυτό βρέθηκε ξαφνικά περικυκλωμένο από Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, που ήδη μόλις είχαν καταλάβει το Ναύπλιο και που αφόπλισαν και έθεσαν υπό περιορισμό τη φρουρά του, αναλαμβάνοντας αυτοί πλέον αυτό το καθήκον! Όπως, όμως, ήταν απολύτως φυσικό και αναμενόμενο, μετά λίγες ώρες, τα πράγματα τακτοποιήθηκαν. Οι Γερμανοί στρατιώτες πήραν από τη διοίκησή τους τις κατάλληλες διαταγές και ελληνομαθή διερμηνέα: Σε λίγο ο διοικητής του στρατοπέδου επέστρεψε στο πόστο του και οι ΄Ελληνες χωροφύλακες ανέλαβαν τα όπλα τους, ως αντάξια της εμπιστοσύνης του κατακτητή όργανα!
Από τη στιγμή αυτή όλοι οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έγιναν όμηροι των Γερμανών. Οι ομαδικές τους εκτελέσεις άρχισαν από το 1942 και μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα (Οκτώβριος του 1944) πολύ λίγοι έμειναν ζωντανοί, εκτός βέβαια από τα ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ που όλα ανεξαιρέτως «κατόρθωσαν» να δραπετεύσουν.
Στα μέσα του 1940, όταν βρέθηκαν αρκετά μέλη και από τις δύο τροτσκιστικές ομάδες στην Ακροναυπλία, αποφάσισαν να ανοίξουν μια οργανωμένη συζήτηση πάνω στα ουσιωδέστερα για την εποχή προβλήματα του κινήματος: Για το φασισμό, τον πόλεμο, την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ, τη διμέτωπη πάλη, το ενιαίο μέτωπο κ.λπ. Οι δύο ομάδες ήταν η Κομμουνιστική Διεθνιστική ΄Ενωση Ελλάδας (ΚΔΕΕ) και η Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδας (ΕΟΚΔΕ), με ηγέτες τον Α. Στίνα και τον Π. Πουλιόπουλο αντίστοιχα. Οι συζητήσεις γίνονταν προφορικά σε κοινές συναθροίσεις και γραπτά εισηγήσεων και από τις δύο πλευρές που κυκλοφορούσαν και τα διάβαζαν όλα τα μέλη και των δύο ομάδων. Τα γραπτά του Στίνα ήταν παραπάνω από 500 σελίδες και τα γραπτά των μελών τη ΚΔΕΕ, Δημοσθένη Βουρσούκη, Γ. Κρόκκου και Γ. Μακρή, τουλάχιστον άλλες τόσες. Αυτά τα γραπτά περισώθηκαν και βγήκαν κρυφά έξω από το στρατόπεδο, τα εμπιστεύτηκε δε ο Α. Στίνας στο ίδιο πρόσωπο που εμπιστεύτηκε και η ΕΟΚΔΕ τα δικά της και που ήταν μέλος της.
Από τότε πέρασαν μέχρι το θάνατο του Α. Στίνα (6/11/1987) σαράντα επτά χρόνια και όλα τα γραπτά της ομάδας του παρέμειναν στα χέρια του αρχικού τους θεματοφύλακα και της ΕΟΚΔΕ, με την εξαίρεση δύο μελετών του Α. Στίνα με τίτλο «Οι διαφορές μας με την ΕΟΚΔΕ» και «Η ΕΣΣΔ και η πάλη για την παγκόσμια επανάσταση», που του δόθηκαν σε αντίγραφα την 16/6/1977, ύστερα από συνεχείς πιέσεις του, ενώ οι υπόλοιπες, καθώς και οι μελέτες των τριών μελών της ομάδας του παραμένουν ακόμα άφαντες! Σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα γράφτηκαν και κυκλοφόρησαν πλήθος πολεμικές του Πουλιόπουλου και της ομάδας του, που περιέχουν και παραποιημένα ή και διαστρεβλωμένα αποσπάσματα απ’ αυτές τις μελέτες, χωρίς οι αναγνώστες-επαναστάτες αυτών των πολεμικών να έχουν τη δυνατότητα να μάθουν τι υπεράσπισε και για τι αγωνίστηκε μια άλλη ομάδα συντρόφων τους κάτω από τις πιο εφιαλτικές συνθήκες στην Ακροναυπλία. Ο Βουρσούκης δολοφονήθηκε τον Δεκέμβριο του 1944 από τους σταλινικούς, ενώ οι Κρόκκος και Μακρής τουφεκίστηκαν από τους Γερμανούς. Και οι τροτσκιστές επί τόσα χρόνια συμπληρώνουν ακόμη το έργο των εκτελεστών τους, εκτελώντας τις ιδέες τους!
Η ΚΔΕΕ είχε ήδη απορρίψει ομόφωνα το βασικό τότε για την Αριστερή Αντιπολίτευση αλλά και κατόπιν για την 4η Διεθνή σύνθημα της «υπεράσπισης» της ΕΣΣΔ, όχι μόνο σύμφωνα με την άποψή της για την ταξική φύση της σοβιετικής κοινωνίας, αλλά και για λόγους πολιτικής συνέπειας προς τον επαναστατικό «ντεφετισμό», εν όψει του επερχόμενου πολέμου, αποκλείοντας έτσι τη διείσδυση του σοσιαλπατριωτισμού στην στρατηγική αλλά και στην τακτική της. Τότε ακριβώς πέρασαν στις γραμμές της ΚΔΕΕ τα πιο μαχητικά και προχωρημένα στη σκέψη μέλη της ΕΟΚΔΕ, Βουρσούκης, Κρόκκος και Ταμτάκος, απορρίπτοντας ακριβώς την αποδοχή του συνθήματος της «υπεράσπισης» της ΕΣΣΔ από την οργάνωσή τους.
Το τεράστιο πρόβλημα διατροφής που αντιμετώπισε ο ελληνικός λαός και, κυρίως, οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων από το φθινόπωρο του 1941 μέχρι τα τέλη του 1942, ύστερα από την τριπλή κατοχή της χώρας και την αισχροκέρδεια των κατακτητών και των συνεργατών τους «μαυραγοριτών», που προκάλεσε σ’ αυτόν τις μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και φοβερές κοινωνικές ανακατατάξεις, όσο σε καμία άλλη κατεχόμενη χώρα, είχε τον αντίκτυπό του και στους εξακόσιους κρατούμενους της Ακροναυπλίας. Κανείς δεν αναγνώρισε την ευθύνη του για τη στοιχειώδη έστω επιβίωση αυτών που κλεισμένοι υπό αυστηρή φρούρηση, ως αιχμάλωτοι ή όμηροι, προοριζόμενοι για τα εκτελεστικά αποσπάσματα και μόνο, περίμεναν ανήμποροι το όποιο τέλος τους. Ούτε οι Γερμανοί ούτε οι Ιταλοί, ακόμη δε λιγότερο οι ελληνικές αρχές ενδιαφέρθηκαν για την τύχη τους, που η πείνα τους είχε μεταβάλει σε σκελετούς! ΄Οπως πάντα, όμως, δεν έλειψαν και απ’ εδώ οι εξαιρέσεις: Τα στελέχη του ΚΚΕ που αποτελούσαν και την ηγεσία της ομάδας συμβίωσης των κρατουμένων, συγκεντρωμένοι όλοι σε ιδιαίτερο θάλαμο, καλοπερνούσαν, μην υπολογίζοντας ούτε την εντύπωση που η κυνική αυτή προκλητικότητα θα προκαλούσε εύλογα στη μάζα των λιμοκτονούντων οπαδών τους, που είχαν, φαίνεται, με τον καιρό, συνηθίσει στη συμπεριφορά αυτή, που ξεπερνούσε όμως και το τελευταίο όριο απανθρωπιάς.
Ευτυχώς, τον Δεκέμβριο του 1941, πάνω στην αιχμή της απελπισίας, έφθασε στο Ναύπλιο ένα πλοίο με τρόφιμα του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, ειδικά προοριζόμενο για το στρατόπεδο. ΄Ετσι, η κατάσταση βελτιώθηκε και στο στρατόπεδο έφθασε, έστω και για λίγο, ένας άνεμος ανθρωπισμού. Ευγενέστατες και «καλοσυνάτες αδελφές» του ΔΕΣ μοίρασαν οι ίδιες σ’ όλους τους κρατουμένους επί πλέον σταφίδες, παξιμάδια, κουβέρτες και πουλόβερ, απ’ αυτά που είχαν πλέξει, κυρίως, οι γυναίκες του λαού και δεν πρόλαβαν οι αρχές να τα μοιράσουν στους στρατιώτες που πολεμούσαν στην Αλβανία και που όλα είχαν επάνω τους ραμμένο ένα νόμισμα και ένα χαρτάκι με την ευχή: «Η Παναγία μαζί σου»!
Κατά τον Μάρτιο του 1942, οι αρχές κατοχής αποφάσισαν να καταργήσουν το στρατόπεδο της Ακροναυπλίας και να συγκεντρώσουν όλους τους κρατουμένους στα νέα στρατόπεδα που ετοίμαζαν στη Λάρισα και στο Χαϊδάρι. Η πρώτη μεταγωγή περιέλαβε τους τροτσκιστές, όχι, βέβαια, από λόγους εύνοιας αλλά γιατί ο χώρος της κράτησής τους ήταν εντελώς ακατάλληλος. Αυτό έσωσε τη ζωή τους, τουλάχιστον για λίγο καιρό. Πράγματι, μετά τη μεταγωγή τους στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς, οι Ιταλοί εγκαινίασαν την τακτική των ομαδικών εκτελέσεων, τουφεκίζοντας για αντίποινα επτά κρατουμένους, εκ των οποίων οι τέσσερις είχαν έλθει σε οξύτατη αντίθεση και είχαν διαγραφεί από το ΚΚΕ. Είναι φανερό ότι η επιλογή των εκτελεσθέντων έγινε από τη διοίκηση του στρατοπέδου κατόπιν συνεννόησης με τη σταλινική ομάδα συμβίωσης, αλλά και το ότι οι πρώτοι που θα εκτελούνταν θα ήταν οι «απάτριδες, αναρχικοί και ταραξίες» τροτσκιστές (αν, στο μεταξύ, δεν είχαν φύγει), με απόλυτη ομοφωνία διοίκησης-σταλινικών!
Όταν, κάτω από άθλιες και απάνθρωπες συνθήκες, οι κρατούμενοι έφθασαν στον προορισμό τους, κατά τα μέσα Μαρτίου, αντίκρισαν το πιο φρικτό δράμα που ζούσε ο λαός την εποχή της μεγάλης πείνας: Σκελετοί, φαντάσματα και σκιές ανθρώπων και οι κρατούμενοι στον Πειραιά και οι επισκέπτες τους! Κάθε απόγευμα στα κρατητήρια, που δεν χωρούσαν πάνω από 15 κρατουμένους το καθένα και ζούσαν, όμως, 70 ή και 80 στο καθένα, τραβούσαν τους πεθαμένους από τα πόδια, τους στοίβαζαν έξω στο πεζοδρόμιο και τους μάζευε το φορτηγό αυτοκίνητο του Δήμου, μαζί με τα σκουπίδια. Με τη μεσολάβηση του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην κυβέρνηση και στις αρχές κατοχής, μετά τις συνεχείς διαμαρτυρίες των κρατουμένων, το μαρτύριο αυτό πήρε τέλος: Αποφασίστηκε να σταλούν οι κρατούμενοι, μέχρι να ετοιμαστούν τα στρατόπεδα σε διαφόρους αστυνομικούς σταθμούς της Ευβοίας.
Από το Τμήμα Μεταγωγών Πειραιώς, κατάφερε να δραπετεύσει ο Γιάννης Ταμτάκος της ΚΔΕΕ, ενώ οι Παντελής Πουλιόπουλος και Νώντας Γιαννακός της ΕΟΚΔΕ εισήχθησαν στο νοσοκομείο υπό φρούρηση και, για κακή τους τύχη, όπως λίγο αργότερα, δυστυχώς, θα αποδειχθεί! Στα μέσα Ιουλίου 1942, 70 περίπου πολιτικοί κρατούμενοι και μαζί τους ο Α. Στίνας, μεταφέρθηκαν στον σιδηροδρομικό σταθμό ΣΕΚ Πειραιώς, ντυμένοι με τα ρούχα τους, ακόμη βρεγμένα και τσαλακωμένα από τον κλίβανο, χωρίς να προλάβουν να στεγνώσουν, φορτώθηκαν σε βαγόνια προοριζόμενα για μεταφορά αλόγων του στρατού, μέσα στην αφόρητη ζέστη και έφτασαν στη Χαλκίδα και, στη συνέχεια, κλείστηκαν στα άθλια κρατητήρια του εκεί Τμήματος Μεταγωγών.
Κατά το τέλος του Ιουλίου 1942, ο Στίνας μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό του χωριού Κονίστρες, που απέχει μια ώρα περίπου από την Κύμη και ήταν το εμπορικό κέντρο της περιοχής, κυρίως λαχανικών και φρούτων. Εκεί ο Στίνας με έγκριση της αστυνομίας, νοίκιασε ένα δωμάτιο και, με εντολή του μητροπολίτη Καρύστου Παντελεήμονα, έπαιρνε από τον Ερυθρό Σταυρό καθημερινά συσσίτιο (πλιγούρι και σταφίδες). Η συμπεριφορά των κατοίκων ήταν πολύ καλή και δημιούργησε με μερικούς φιλικές σχέσεις.
Όπως αναφέραμε ανωτέρω, μεταξύ των 70 περίπου κρατουμένων στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά που μεταφέρθηκαν στην Εύβοια, δεν περιλαμβάνονταν οι Π. Πουλιόπουλος και Ν. Γιαννακός της ΕΟΚΔΕ, γιατί είχαν τότε εισαχθεί σε νοσοκομείο. Αυτοί, μαζί με τους άλλους που έμειναν στο Τμήμα Μεταγωγών Πειραιά, μεταφέρθηκαν ως όμηροι, κατά το τέλος Οκτωβρίου 1943, στο νέο στρατόπεδο των Ιταλών, στη Λάρισα, του οποίου η κατασκευή στο μεταξύ είχε τελειώσει Στις 3 Ιουνίου 1943, οι αντάρτες ανατίναξαν μια αμαξοστοιχία, με αποτέλεσμα το φόνο Ιταλών στρατιωτών. Η διοίκηση του στρατοπέδου τότε διάλεξε 106 κρατουμένους και τους εκτέλεσε στις 6 Ιουνίου 1943 στον Νεζερό (τώρα Καλλιπεύκη), χωριό της επαρχίας Λάρισας. Μεταξύ των εκτελεσθέντων ήταν και οι Π. Πουλιόπουλος, Ν. Γιαννακός, Γιάννης Ξυπόλυτος και Γιάννης Μακρής. Κρατούμενοι που επέζησαν και Ιταλοί στρατιώτες διηγήθηκαν ότι ο Παντελής Πουλιόπουλος, που, όπως είδαμε ήταν και γλωσσομαθέστατος, μίλησε στα ιταλικά στους στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος, που αρνήθηκαν να υπακούσουν στο παράγγελμα πυρ και τότε ο επικεφαλής αξιωματικός, έξαλλος, διέκοψε τον λόγο του Πουλιόπουλου, σκοτώνοντάς τον ο ίδιος και επακολούθησε η οριστική βολή των πολυβόλων με χειριστές Ιταλούς «μελανοχίτωνες» φανατικούς φασίστες!
Κατά τα μέσα Οκτωβρίου 1942, ύστερα από δυόμισι μήνες παραμονή στις Κονίστρες, ο Στίνας αποφάσισε να δραπετεύσει. Ενημέρωσε αμέσως τον μητροπολίτη Παντελεήμονα, ο οποίος προσφέρθηκε να τον βοηθήσει με κάθε τρόπο, εφοδιάζοντάς τον μάλιστα και με ένα ιδιότυπο διαβατήριο: Του τρύπησε το ένα πόδι ελαφρά με ένα πιρούνι, έτσι ώστε η πληγή να φαίνεται σαν δαγκωματιά σκύλου και του έγραψε, με σφραγίδα και υπογραφή, ένα σημείωμα που βεβαίωνε ότι «ο επιφέρων έχει δηγθεί υπό λυσσώντος κυνός και χρήζει αμέσου ενάρξεως αντιλυσσικής θεραπείας», με σκοπό να το επιδεικνύει σε όποιον θα τον σταματούσε για έλεγχο στον δρόμο. Ο Δ. Βουρσούκης δραπέτευσε την ίδια μέρα με τον Στίνα κατόπιν συνεννόησης, ενώ οι Μακρής και Κρόκκος παρέμειναν κρατούμενοι για άγνωστο λόγο. Μαζί με τους λοιπούς κρατουμένους, μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο της Λάρισας, ελάχιστοι δε, δυστυχώς, γλίτωσαν, τελικά, την εκτέλεση! Ο Στίνας ξεκίνησε αμέσως μετά τα μεσάνυχτα από τις Κονίστρες και, ύστερα από πορεία δυόμισι ημερών, έφθασε στη Θήβα. Η διαδρομή του μέχρι την Χαλκίδα δεν τον κούρασε τόσο, όσο αυτή από Χαλκίδα μέχρι τη Θήβα. Υπέφερε φοβερά από τον ήλιο, τη δίψα και την πείνα. Σ’ όλον αυτό τον δρόμο δεν βρήκε ούτε λίγο νερό και δεν έφαγε παρά μια πεταμένη καρπουζόφλουδα, πολλές φορές δε νόμισε ότι θα πέθαινε στο δρόμο.
Φθάνοντας στη Χαλκίδα, φοβήθηκε ότι θα τον συνελάμβαναν κατά τον έλεγχο στη γέφυρα του Ευρίπου οι καραμπινιέροι, αφού ήδη είχε γίνει γνωστό στις αρχές ότι πολλοί κρατούμενοι είχαν αποδράσει. Η μόνη του ελπίδα ήταν το σημείωμα του μητροπολίτη. Το περίεργο ήταν ότι κανείς δεν τον σταμάτησε για έλεγχο. Πέρασε, αφού χαιρέτησε τους καραμπινιέρους στα ιταλικά κι αυτοί του ανταπέδωσαν ευγενέστατα τον χαιρετισμό! Στη Θήβα χόρτασε, επιτέλους, νερό και συνήλθε, μετά το μεσημέρι δε τον δέχτηκαν δωρεάν σ’ ένα από τα τότε σαράβαλα φορτηγά που πήγαινε στην Αθήνα. Όταν έφθασε λίγο πριν από το Δαφνί, κατέβηκε, γιατί εκεί γινόταν συστηματικός έλεγχος από τους Γερμανούς και ξεκίνησε, πεζός και πάλι, για τον Πειραιά, με σκοπό να καταφύγει στο σπίτι ενός Πειραιώτη που είχε γνωρίσει στις Κονίστρες και που αυτός ο τελευταίος θα είχε γυρίσει προ αρκετών ημερών στον Πειραιά.
Είχε νυχτώσει, ο δρόμος ήταν ατέλειωτος, το σκοτάδι βαθύ και χωρίς προσανατολισμό προχωρούσε μόνο με το ένστικτό του, σαν υπνοβάτης, μέχρις ότου, μετά τα μεσάνυχτα, έφθασε, επιτέλους, στην Καστέλα και χτύπησε την πόρτα του σπιτιού που του είχε υποδείξει ο φίλος του. Ένα παράθυρο άνοιξε, ο Στίνας είπε ποιον ζητά, πήρε, όμως, την απάντηση ότι ο ένοικος του σπιτιού άλλαξε προ ημερών διεύθυνση! Το παράθυρο έκλεισε απότομα, χωρίς ο Στίνας να προλάβει να αρθρώσει άλλη λέξη, εξουθενωμένος! Τελείως απελπισμένος, συνέχισε ενστικτωδώς και πάλι τον δρόμο προς Νέο Φάληρο. Έξω από μια μάντρα που έκλεινε ένα μεγάλο μοναχικό σπίτι, σκέφτηκε να σκαρφαλώσει και να μπει μέσα στον κήπο για να ξεκουραστεί. Αμέσως ένας πελώριος σκύλος έτρεξε κατά πάνω του, χωρίς διόλου να γαβγίσει. Τον χάιδεψε και τον πήρε αμέσως ο ύπνος αγκαλιά με τον σκύλο. Με το χάραμα ξύπνησε κάπως πιο ξεκούραστος και πήρε το δρόμο για την Αθήνα και στην Κυψέλη αναζήτησε μια διεύθυνση που θυμόταν από πολλά χρόνια πριν, το ζαχαροπλαστείο μιας παλιάς του συντρόφισσας. Τη βρήκε, επιτέλους, αυτή τον πήγε και τον έκρυψε σε άλλο συντροφικό σπίτι, όπου συνήλθε, ξεκουράστηκε και έφαγε ύστερα από χρόνια, σπιτικό φαγητό. Συνδέθηκε, στη συνέχεια, με άλλους συντρόφους και έτσι, μαζί τους, άρχισε ένα νέο κεφάλαιο ζωής, αγώνων και προσδοκιών, το πιο σημαντικό ίσως της ζωής του.
Την επομένη κιόλας της άφιξής του στην Αθήνα, ο Στίνας κατόρθωσε να συγκεντρώσει όλα τα μέλη της ομάδας του που βρίσκονταν τότε στην πρωτεύουσα και που όλοι ήσαν δραπέτες (Ταμτάκος, Βουρσούκης, Αραβαντινός, Ρήγας και Καλλέργης) και να ανασυγκροτήσει την Κομμουνιστική Διεθνιστική Ένωση. Η θέση της ομάδας απέναντι στο ΕΑΜ καθορίστηκε αμέσως με πλήρη ομοφωνία, αφού ήταν προκαθορισμένη από τη γενική θέση της απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Μετά από δυο ημέρες, η ομάδα εξασφάλισε γραφομηχανή και πολύγραφο και, κάτω από απερίγραπτες δυσκολίες, στερήσεις και ολονύκτια δουλειά, οι Στίνας και Ταμτάκος κατόρθωσαν να τυπώσουν την πρώτη προκήρυξη της ομάδας. Ήταν, χωρίς υπερβολή, η πρώτη καθαρή, σαφής, διαυγής και δυνατή φωνή του επαναστατικού διεθνιστικού μαρξισμού και της σοσιαλιστικής επανάστασης μέσα στις εφιαλτικές συνθήκες του δεύτερου ιμπεριαλιστικού πολέμου όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλ’ ασφαλώς και σ’ όλον τον κόσμο!
Αυτή η φωνή βρίσκει αμέσως απήχηση. Γρήγορα παλιοί αγωνιστές, διεθνιστές επαναστάτες αλλά και νέοι εργάτες και φοιτητές, συγκεντρώνονται γύρω από την ομάδα, ενώ όσοι είχαν διασκορπιστεί στις επαρχίες φθάνουν στην Αθήνα. Η δράση της ομάδας αναπτύσσεται γρήγορα και πλαταίνει. Προκηρύξεις και φέιγ βολάν κυκλοφορούν κατά χιλιάδες, συνθήματα στους τοίχους και εκκλήσεις με χωνιά ακούγονται τις νύχτες στις εργατικές συνοικίες. Ο κόσμος ξαφνιάζεται και απορεί, διαβάζοντας και βλέποντας άλλα συνθήματα και άλλες σκέψεις από τον κατακλυσμό που τον έχουν καθημερινά συνηθίσει οι σταλινικοί και οι εθνικιστικές οργανώσεις για αγώνα ενάντια στον κατακτητή και την πατριωτική υστερία. Ταξικός και διεθνιστικός αγώνας του προλεταριάτου κατά του ιμπεριαλισμού και του πολέμου, μετατροπή του σε κοινωνική επανάσταση μετά την ήττα και την ανατροπή της αστικής κυβέρνησης κάθε χώρας από το επαναστατικό κίνημα της ίδιας, συναδέλφωση όλων των εμπολέμων λαών με τους «εχθρούς» στρατιώτες και πολίτες εναντίον των δημίων και εκμεταλλευτών που αιματοκυλούν τους λαούς για τα άνομα συμφέροντά τους. Μόνο η ανατροπή του κεφαλαίου θα εξασφαλίσει οριστικά την ειρήνη, την πρόοδο και τον ανθρωπισμό στον κόσμο και θα σώσει τους λαούς και τον πολιτισμό από την βαρβαρότητα!
Σ’ όλη τη διάρκεια της εντατικής δραστηριότητας της ομάδας, συνεργάστηκαν ισότιμα μαζί της και έγιναν μέλη της και δυο παλαιοί διεθνιστές προλετάριοι και παλαιοί αγωνιστές, οι Μαστρογιάννης και Σμυρλής, που, προηγουμένως, δεν ανήκαν στην τάση Στίνα. Έτσι, εκτός απ’ αυτούς, τους προαναφερθέντες δραπέτες που ανασυγκρότησαν την ομάδα και τους παλαιούς, επίσης, Θύμιο και Σταμάτη, η διεύρυνση της ομάδας συντελέστηκε από νέους, όπως σημειώθηκε ανωτέρω. Λίγοι απ’ αυτούς τους νέους προήλθαν τότε από το ΕΑΜ ή το ΚΚΕ, προς τα οποία η ομάδα έκανε συνεχή προσπάθεια διαφωτισμού. Η προσπάθεια, όμως, αυτή έφερε αποτελέσματα και αρκετά ικανά και αφοσιωμένα μέλη λίγο πριν την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, αλλά και μετά, διότι τότε μόνο άρχισαν να φαίνονται καθαρά τα αποτελέσματα της τυχοδιωκτικής πολιτικής του ΕΑΜ και του ΚΚΕ.
Οι πρώτοι νέοι σύντροφοι προσχώρησαν στην ομάδα ύστερα από σειρά συζητήσεων που είχαν με τα παλαιά μέλη της, ήσαν, όμως, ήδη γι’ αυτό έτοιμοι από καιρό, χάρη στη σκέψη τους, που έψαχνε ακατάπαυστα, με συνέπεια και τόλμη, να βρει μια σωστή, θεμελιωμένη και έστω αρνητικά δικαιωμένη ιστορικά διέξοδο στο πρόβλημα που τους βασάνιζε μέσα στην απαράδεκτη κατάσταση που καθημερινά βίωναν αλλά και χάρη στον ιδεαλισμό τους, τον ανθρωπισμό τους και την αυταπάρνησή τους, ώστε να θεωρήσουν ως μοναδική τιμή και δικαίωσή τους να συμμετάσχουν ολόψυχα στον τιμιότερο αγώνα που έδωσε ποτέ ο άνθρωπος για πανανθρώπινη αλληλεγγύη, αξίες και ιδανικά. ΄Οπως ήταν απολύτως φυσικό και αναμενόμενο, οι νέοι αυτοί σύντροφοι δεν είχαν ούτε μπορούσαν προηγουμένως να έχουν οποιαδήποτε ιδεολογική ή οργανωτική σχέση με τον σταλινισμό που, απ’ αρχής, απέκρουσαν για το αλλοπρόσαλλο, τον εμπειρισμό, την ασυναρτησία, τον αμοραλισμό και τη χυδαιότητα που τον διέκρινε.
Η εσωτερική ζωή της ομάδος ήταν απόλυτα δημοκρατική και συντροφική. Τακτικές συνεδριάσεις όλων των οργάνων από τη βάση μέχρι την κορυφή κάθε εβδομάδα. Πλήρης απολογισμός και ελεύθερη κριτική για ό,τι κάναμε και αποφάσεις κατά πλειοψηφία και ύστερα από διεξοδική και συλλογική, αμοιβαία συζήτηση για ό,τι θα κάναμε. Εκτέλεση των αποφάσεων από όλους ανεξαιρέτως και με πλήρη ισοτιμία. Τακτική σύγκληση αντιπροσωπευτικών συνδιασκέψεων με ελεύθερη προηγούμενη συζήτηση και εκλογές εκπροσώπων, που λογοδοτούσαν αναλυτικά στους εντολείς τους. Δικαίωμα δημοσίευσης στην εφημερίδα των απόψεων οιουδήποτε μέλους, χωρίς αντίρρηση της συντακτικής της επιτροπής.
Στο μεταξύ, η ομάδα κατόρθωσε να εξασφαλίσει τυπογραφικά στοιχεία και ένα χειροκίνητο πιεστήριο, έτσι ώστε η εφημερίδα της, το «Εργατικό Μέτωπο», οι προκηρύξεις και τα φέιγ βολάν να κυκλοφορούν πλέον έντυπα. Πολύ αργότερα πλέον, αποδείχτηκε ότι σ’ ολόκληρο τον κόσμο δεν υπήρξε άλλη ομάδα που με τόση σαφήνεια, θάρρος και αδιαλλαξία να προβάλλει και να υποστηρίζει τις αρχές του επαναστατικού ντεφετισμού μέσα στις τραγικές συνθήκες της δεύτερη ιμπεριαλιστικής βιβλικής καταστροφής και ανθρωποσφαγής! «Ο σοσιαλισμός ήταν και είναι την ώρα τούτη η μόνη ελπίδα της ανθρωπότητας. Πάνω από τα τείχη του καπιταλιστικού κόσμου που γκρεμίζονται πια, λάμπουν με γράμματα φωτιάς τα λόγια του «Κομμουνιστικού Μανιφέστου»: Σοσιαλισμός ή πτώση στη βαρβαρότητα».
Το φθινόπωρο του 1943, η πτώση του φασισμού στην Ιταλία και η στροφή της κυβέρνησης του στρατάρχου Μπαντόλιο προς τους συμμάχους, που έφθασε μέχρι τη συνθηκολόγηση με αυτούς και την κήρυξη πολέμου από την Ιταλία κατά της Γερμανίας, αναπτέρωσε για λίγο το ηθικό και τις ελπίδες του λαού και στη τόσο δοκιμαζόμενη Ελλάδα. Μεταξύ των Ελλήνων επαναστατών κυκλοφόρησαν επίμονες φήμες ότι στη Βόρεια Ιταλία η εργατική τάξη ανέλαβε αυτόνομη δράση, ότι κατέλαβε τα εργοστάσια και ίδρυσε τα πρώτα εργατικά συμβούλια. Στην Αθήνα οι κεντρικοί δρόμοι γέμισαν από λαϊκές μάζες που διαδήλωναν μαχητικά την αγανάκτηση και την οργή τους για τη διαφαινόμενη νέα απειλή λιμού, στερήσεων και αυξημένης τρομοκρατίας, ενώ, συγχρόνως, ξέσπασαν και πολλές δυναμικές και με ταξικά συνθήματα απεργίες, με σπάσιμο και λεηλασία πολλών κεντρικών καταστημάτων και αποθηκών με πλούσια αποθέματα τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, που διανέμονταν στους πολίτες με τάξη και ισότητα από αυθόρμητα συγκροτούμενες επιτροπές, μακριά από κάθε εθνικιστική ή σταλινική κηδεμονία.
Η ομάδα Στίνα πρωτοστάτησε σ’ αυτή τη στιγμιαία αναλαμπή του κινήματος με χιλιάδες, προκηρύξεις, ομιλίες και ενεργό συμμετοχή μελών της στην ηγεσία αυτών των εκδηλώσεων και στις αυτοσχέδιες επιτροπές διανομών. Αλλά και η γερμανική διοίκηση απέφυγε κάθε ανάμειξη και μέτρο καταστολής, διαισθανόμενη ότι αυτές οι εκδηλώσεις μπορούσαν σύντομα να μεταβληθούν σε γενική εξέγερση, σε στιγμή, μάλιστα, που η τροπή των πολεμικών επιχειρήσεων βρισκόταν σε πολύ κρίσιμο για τη Γερμανία σημείο. Αντιθέτως, οι Γερμανοί, για να εκτονώσουν όσο πιο γρήγορα την δύσκολη κατάσταση, συνέλαβαν και κρέμασαν στην Πλατεία Αμερικής δυο μαυραγορίτες-λαδέμπορους με την επιγραφή «αισχροκερδείς – εχθροί του λαού»!
Όπως προαναφέρθηκε, η Κομμουνιστική Διεθνιστική ΄Ενωση παρέμεινε από το 1934 το μόνο αναγνωρισμένο στην Ελλάδα τμήμα της Διεθνούς Αριστερής Αντιπολίτευσης (Λίγκας) και από το 1938, από κοινού με την Ενιαία Οργάνωση Κομμουνιστών Διεθνιστών Ελλάδος (ΕΟΚΔΕ) απετέλεσε την Επαναστατική Σοσιαλιστική Οργάνωση, ως το Ελληνικό Τμήμα της Δ΄ Διεθνούς, αν και η ενοποίηση αυτή ποτέ δεν λειτούργησε στην πράξη. Σ’ όλα, όμως, τα χρόνια της παρανομίας του κινήματος στην Ελλάδα, πριν και κατά τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, του πολέμου και της Κατοχής, η ομάδα και μετά την ανασυγκρότησή της περί τα τέλη Οκτωβρίου 1942, αν και εντελώς απομονωμένη από τους ομοϊδεάτες της του λοιπού κόσμου, είχε την πεποίθηση ότι οι τροτσκιστές παντού αγωνίζονταν για τις ίδιες ιδέες εναντίον του ρεύματος, του ιμπεριαλισμού, του σταλινισμού και του σοσιαλ-πατριωτισμού.
Στην ομάδα υπήρχε πλήρης ομοφωνία πάνω στις αρχές του επαναστατικού προλεταριακού διεθνισμού και πάνω σ’ όλα τα επίμαχα ζητήματα που τα κοσμοϊστορικά γεγονότα που διαδραματίζονταν γύρω μας έθεταν επιτακτικά. Το επίπεδο των γνώσεων όλων των μελών της ήταν ικανοποιητικό, η έφεσή τους για συνεχή γνώση ήταν έντονη, το ήθος τους άμεμπτο, η θέλησή τους για δράση, προσφορά και θυσία πάντοτε παρούσα και η συντροφικότητα και η αλληλεγγύη τους πρόθυμη και θερμή. Στη μελέτη του με τον τίτλο «Το επαναστατικό πρόβλημα σήμερα» (έκδοση Π. Βέργος, Αθήνα, Νοέμβριος 1976, σελ. 9, και μετά εκδόσεις «Ύψιλον») το μέλος της ομάδας, Κορνήλιος Καστοριάδης, που προσχώρησε σ’ αυτήν στα τέλη του 1942 και αγωνίστηκε μέσα σ’ αυτή στην πρώτη πάντοτε γραμμή, μέχρι τα τέλη του 1945, που έφυγε για τη Γαλλία, γράφει: «Πλάι στον Δημοσθένη Βουρσούκη – που τον σκότωσαν, καθώς και πολλούς άλλους συντρόφους μας, οι σταλινικοί του Δεκέμβρη του ‘44 – την αριστερή πτέρυγα του τροτσκισμού την ενέπνεε και την εμψύχωνε ο Σπύρος Στίνας, ηρωική μορφή αγωνιστή και επαναστάτη, με καθαρή, αδιάλλακτη και τολμηρή πολιτική σκέψη, που μου έμαθε πολλά, που του χρωστάω πολλά και με τον οποίο η φιλία και η πολιτική μας συμφωνία και αλληλεγγύη συνεχίστηκε αδιάκοπα ώς τα σήμερα».
Πράγματι, ο Στίνας ήταν μια ξεχωριστή φυσιογνωμία: Από τη φύση του ευγενής και αξιοπρεπής, ευφυής, εύστροφος και ταχύς, με αυθορμητισμό και πηγαίο χιούμορ, συμπαθέστατος ως άνθρωπος και άνετος συζητητής, οξυδερκής και διορατικός, με καθαρή και τολμηρή σκέψη, με ικανές γνώσεις, κυρίως γύρω από το μαρξισμό και το εργατικό κίνημα, αν και κατά βάση αυτοδίδακτος, γλωσσομαθής με τεράστια ανθρώπινη και επαναστατική πείρα, είχε την ικανότητα να αναπτύσσει και να διδάσκει, μακριά από κάθε δογματισμό, ισχυρογνωμοσύνη και εμπάθεια, τα πιο περίπλοκα θέματα σχετικά με τη στρατηγική, την τακτική, την ιστορία και τις επιδιώξεις του επαναστατικού εργατικού κινήματος. Ήταν γεννημένος ηγέτης, ιδρυτής «σχολής» και αφοσιωμένος στην αποστολή του.
Ο Δημοσθένης Βουρσούκης ήταν η αμέσως μετά τον Στίνα σημαντική προσωπικότητα. Πτυχιούχος νομικής και γλωσσομαθής, τέως υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας, κάτοχος σημαντικής μαρξιστικής, ιστορικής και φιλοσοφικής παιδείας, άκαμπτος, ασυμβίβαστος, ευσυνείδητος, μαχητικός, αφοσιωμένος στην αποστολή του μέχρι αυτοθυσίας. ΄Αριστος στα οργανωτικά ζητήματα, παρακολουθούσε με υποδειγματική στοργή και ενδιαφέρον τα νέα μέλη της ομάδος στα πρώτα, δύσκολα βήματά τους. Ο ζήλος του για τη διαφώτιση των νέων κυρίως εργατών στις λαϊκές συνοικίες, τον έκαναν να αψηφά τους κινδύνους που διέτρεχε από τους σταλινικούς και, κυρίως, τους παλαιούς που ήταν πλέον στελέχη του ΚΚΕ και των λοιπών οργανώσεών του και τον γνώριζαν καλά. Τη δράση του αυτή ενέτεινε κατά το διάστημα της ΕΑΜοκρατίας, οπότε τον συνέλαβαν οι παλαιοί του σύντροφοι για το «θανάσιμο αμάρτημά του». Τους αντιμετώπισε με άκρα ευπρέπεια και θάρρος, κατάφερε να απαλλάξει με αυτοθυσία από τα εγκληματικά τους χέρια ένα νεαρό, πρώην μέλος της ΕΠΟΝ που είχε πλησιάσει την Ομάδα μας αρκετά και, στη συνέχεια, δολοφονήθηκε βάναυσα, μετά από φρικτά βασανιστήρια. Η ομάδα κατάγγειλε τη σύλληψή του με μεγάλο αριθμό προκηρύξεων και έστειλε επιτροπή στον τότε «σοσιαλιστή» υπουργό, Ηλία Τσιριμώκο, για να διαμαρτυρηθεί και να διατάξει την απόλυσή του. Αυτός περιορίστηκε να δηλώσει περίτρομος ότι «δεν μπορεί να κάμει τίποτα»!
Θύμα των παλιών του συντρόφων και ο εξαίρετος νέος αγωνιστής της ομάδας, Θανάσης Οικονόμου. Νεαρός φοιτητής από την περιοχή Γκύζη, προσχώρησε μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του της ΕΠΟΝ στην ομάδα και από την πρώτη στιγμή έδειξε την απόλυτη υπεροχή του: ΄Ηθος, τόλμη, αυτοθυσία, πίστη στη υπόθεση του σοσιαλισμού και γνώση αξεπέραστη. Δυστυχώς, ακολούθησε κι αυτός τη μοίρα των αρίστων και των ασυμβίβαστων: Η ηγεσία των πρώην συντρόφων του δεν του συγχώρεσε αυτή τη μεγαλοσύνη του και τον δολοφόνησε, αφού προηγουμένως τον τύφλωσε!
Οι πρώτες πληροφορίες που έλαβε η ομάδα για τη στάση της 4ης Διεθνούς στον πόλεμο ήταν πραγματικά απίστευτες. Το πρώτο έντυπο που πήρε από έναν ΄Αγγλο στρατιώτη κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών η ομάδα ήταν μια μπροσούρα που είχαν εκδώσει οι Γάλλοι τροτσκιστές, οπαδοί της 4ης Διεθνούς, με τον πολύ αποκαλυπτικό τίτλο «Οι τροτσκιστές στην πάλη κατά των ναζί», με την οποία αντέκρουαν την κατηγορία που τους απήγγειλαν οι σταλινικοί, ότι ήσαν πράκτορες των Γερμανών, αποδεικνύοντας με αγανάκτηση και με στοιχεία ότι κι αυτοί, όπως όλοι οι καλοί Γάλλοι πατριώτες, αγωνίστηκαν γενναία κατά των Γερμανών! Στη συνέχεια, από άλλα έντυπα και πληροφορίες, μάθαμε κάτι που ήταν απίστευτο για επαναστάτες-διεθνιστές: Όλη η σοσιαλ-πατριωτική και οππορτουνιστική επιχειρηματολογία που θύμιζε τη δεξιά της σοσιαλδημοκρατίας των ετών 1914-1919, η πιο εμπειρική και ανόητη από τότε, εμφανιζόταν με μεγαλόστομους τίτλους σε διάφορα έντυπα και διακηρύξεις με τη μορφή της δήθεν πάλης κατά του «σεχταρισμού»! Αλλά και ο γράφων τις γραμμές αυτές, που από τις αρχές του 1943 ήταν μέλος της ομάδας και είχε πάρει την εντολή να συναντήσει μόνος του, σε αριστοκρατικό ζαχαροπλαστείο της Πλατείας Συντάγματος, έναν Αμερικανό εκπρόσωπο της 4ης Διεθνούς, κατά την πρώτη ημέρα της άφιξής του στην Αθήνα, δοκίμασε οδυνηρή έκπληξη, πικρή απογοήτευση αλλά και δικαιολογημένη αγανάκτηση, όταν άκουσε τον Αμερικανό τροτσκιστή που περίμενε ως «Μεσσία», να του μιλάει με ύφος υπεροπτικό και διδακτικό για υπεράσπιση της πατρίδος, υπεράσπιση του «εργατικού κράτους» που ήταν η ΕΣΣΔ, αλλά και για ασύγγνωστη παράβαση καθήκοντος αφού δεν πήραμε ενεργό μέρος στον αγώνα αντίστασης κατά την Κατοχή, αλλά και δεν αγωνιστήκαμε κατά τη «μεγάλη Επανάσταση» που έγινε στην Ελλάδα τον περασμένο Δεκέμβριο και προτιμήσαμε να κρυφτούμε.
Η απάντηση, βέβαια, στον εκπρόσωπο και με τον «πρέποντα σεβασμόν» ήταν ότι ήταν κρίμα που έκανε τον κόπο να έλθει στην Ελλάδα και, μάλιστα, με τόσες δυσκολίες, αφού ο πόλεμος συνεχιζόταν ακόμη, για να μας πει ό,τι οι εδώ σταλινικοί έλεγαν και έπρατταν με περισσότερο ζήλο και αποτελεσματικότητα και ότι λυπάται βαθύτατα και ειλικρινά που έχασε την λαμπρή ευκαιρία να αγωνιστεί και αυτός κατά τη διάρκεια της «Επανάστασης» με τους γενναίους και ιπποτικούς σταλινικούς «επαναστάτες», δοκιμάζοντας από κοντά τα φιλόφρονα και φιλόξενα αισθήματά τους προς εκλεκτό αλλοδαπό «σύντροφο», αφού, βέβαια, θα τους δήλωνε την ιδιότητά του.
Ήταν φανερό ότι η 4η Διεθνής κατά τον πόλεμο έφθασε να γίνει ουρά των σταλινικών, αφού τα μέλη της, τελικά, πέρασαν στην υπηρεσία των κυβερνήσεών τους και βοήθησαν στη διεξαγωγή του «αντιφασιστικού πολέμου και στη νίκη των λαών». Δυστυχώς, η ελπίδα της ομάδας μας ότι όλα αυτά τα θλιβερά καταντήματα οφείλονται στην απομόνωση και στις τεχνικές δυσκολίες που προκαλούσε ο πόλεμος, αποδείχτηκε μια αυταπάτη και μόνο, που βάρυνε πολύ και στην απόφασή μας να συμμετάσχουμε στο ενοποιητικό συνέδριο με την ΕΟΚΔΕ που έγινε τον Ιούλιο του 1946, ύστερα από πίεση της Διεθνούς. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι τα παλαιότερα μέλη της ομάδας μας τουλάχιστον είχαν απόλυτη επίγνωση των αγεφύρωτων διαφορών που τη χώριζαν από τη δεξιά τάση του ελληνικού τροτσκισμού, διαφορές ανάμεσα σε μιαν αδιάλλακτη επαναστατική πρωτοπορία και τον πατροπαράδοτο σοσιαλ-πατριωτισμό, που τελικά κατάφερε να καταστρέψει ολοκληρωτικά κάθε αποτελεσματικότητα του επαναστατικού κινήματος!
Η ομάδα μετά την κατά τύπους αποκατάσταση της «δημοκρατικής νομιμότητας» με τη θλιβερή Συμφωνία της Βάρκιζας, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει σωστά την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη λήξη του πολέμου. Συγκάλεσε μια συνδιάσκεψη που, όμως, παρ’ όλες τις μακρές συζητήσεις και τις αποφάσεις που πάρθηκαν, δεν κατάφερε να την απαλλάξει απ’ τις αυταπάτες που έτρεφε ότι, επιτέλους, μέσα από την κοσμογονική καταστροφή που για χρόνια συγκλόνισε τον πλανήτη, θα εμφανιζόταν αναμφίβολα κάπου η Επανάσταση και ειδικά στην εκθεμελιωμένη, ηττημένη Γερμανία, με την πιο ένδοξη θεωρητική αλλά και επαναστατική παράδοση.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης κατάλαβε την τεράστια απόκλιση της γραμμής του ΚΚΕ απ’ αυτό που θα ήταν μια αληθινή μαρξιστική πολιτική, μέσα στις συνθήκες του πολέμου, δηλαδή μια πολιτική επαναστατική και διεθνιστική», είχε αυτός και μόνος την τόλμη να μας τονίσει επανειλημμένως, με τη διορατικότητα που από πολύ νέος διέθετε και μακριά από κάθε αυταπάτη, ότι: «Άλλη γενιά και όχι οι δικές μας θα είναι αυτή που θα ξανασηκώσει τη σημαία της Επανάστασης»!
Αλλά και ο νεότερος, ίσως, από τα παλαιά μέλη της ομάδας, Σταμάτης Στανίτσας, ήταν, επίσης, φυσιογνωμία πρώτης γραμμής, τόσο για την πολυσύνθετη μόρφωσή του όσο και για την καταπληκτική πρωτοτυπία των απόψεών του και τη συνεχή ενημέρωσή του πάνω σ’ όλα τα επιστημονικά, κοινωνικά φιλοσοφικά, πνευματικά αλλά και καλλιτεχνικά θέματα. Πτυχιούχος φιλόλογος, γλωσσομαθής, έφυγε και αυτός αργότερα για τη Γαλλία, όπου διακρίθηκε τόσο για την επαναστατική του δράση όσο και τα έργα του και τη σταδιοδρομία του ως καθηγητής γαλλικού πανεπιστημίου και διανοούμενος.
Κάτω από τις συνθήκες αυτές, άρχισε να εκδίδεται «νόμιμα» το «Εργατικό Μέτωπο». Συντάξαμε μια εμπεριστατωμένη έκθεση για τις δολοφονίες διεθνιστών-επαναστατών από τους σταλινικούς που παραδόθηκε στον τότε πρόεδρο της Ομοσπονδίας Αγγλικών Εργατικών Συνδικάτων, Σίτριν, με τη σημείωση να γνωστοποιηθεί ειδικά στους Άγγλους εργάτες και όχι στις επιτροπές έρευνας κ.λπ. Άλλη δε παρόμοια έκθεση στάλθηκε στην Αμερική και δημοσιεύτηκε στην «Labour Action». Τέλος, μεταφράστηκε και εκδόθηκε το έργο του Λένιν «Οι σοσιαλιστές και ο πόλεμος» με ένα μεγάλο πρόλογο του Στίνα. Στη δύσκολη στιγμή της γενικής απογοήτευσης, ήρθε η έκκληση της Διεθνούς για ενότητα των δύο οργανώσεων και συγκρότηση ενός ενιαίου τμήματος της 4ης Διεθνούς στην Ελλάδα. Η ΚΔΕΕ δεν είχε καμία αυταπάτη πλέον για τις τοποθετήσεις της τέως ομάδας Πουλόπουλου, ύστερα από τις συζητήσεις της Ακροναυπλίας, αλλά και από τις λίγες προσωπικές επαφές με τα μέλη της.
Τα παλαιά μέλη της ομάδας, εκτός από τον Σταμάτη Στανίτσα, είχαν μερικές ελπίδες ότι η επιρροή της Διεθνούς θα μπορούσε κάπως να βελτιώσει τα πράγματα. Αρκετά μέλη πίστευαν ότι δεν θα έπρεπε να αρνηθούμε την έκκληση της Διεθνούς και έτσι, παρά τις ζωηρές αντιρρήσεις όλων των νεωτέρων μελών αποφασίστηκε να πειθαρχήσουμε.
Το ενοποιητικό συνέδριο έγινε τον Ιούλιο του 1946, η 4η Διεθνής αντιπροσωπεύτηκε σ’ αυτό με δύο αντιπροσώπους. Διήρκεσε δυο ημέρες, είχαν δε προηγηθεί στην ομάδα διεξοδικές συζητήσεις όχι μόνο στην Αθήνα, αλλά και στον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη. Στην ομάδα, όπως πάντοτε, υπήρχε πλήρης ομοφωνία πάνω σ’ όλα τα προς συζήτηση θέματα. Στην άλλη υπήρχαν δύο τάσεις. Εκτός από την κριτική των απόψεων που κάθε ομάδα υποστήριζε κατά τη διάρκεια του πολέμου και της Κατοχής, τα κύρια προς συζήτησιν θέματα, για τα οποία το συνέδριο θα έπρεπε να αποφασίσει ήταν το σύνθημα «Κυβέρνηση σοσιαλιστών-κομμουνιστών-Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών» και «Να φύγουν οι Άγγλοι».
Η τάση Χ.Α. υποστήριζε ό,τι υποστήριζε και η Διεθνής, αλλά και οι σταλινικοί: Υπεράσπιση της ΕΣΣΔ (πράγμα από το οποίο ποτέ δεν μπόρεσε ο επίσημος τροτσκισμός να λυτρωθεί, όπως προαναφέρθηκε), αντιστασιακό κίνημα «προοδευτικό» (αναπόφευκτη συνέπεια της «υπεράσπισης»), τα Δεκεμβριανά ήταν «προλεταριακή επανάσταση», πλήρης αποδοχή των δυο υπεραντιδραστικών, εξωπραγματικών και σοσιαλ-πατριωτικών συνθημάτων της Διεθνούς.
Η τάση Λ. που αποτελείτο σχεδόν από εργάτες, εξέφρασε μια σειρά απόψεων που μόνο την απερίγραπτη σύγχυσή της έδειχνε.
Η ομάδα Στίνα άσκησε αυστηρή κριτική στην πολιτική της Διεθνούς κατά τον πόλεμο και την Κατοχή και υπεράσπισε με συνέπεια και αδιαλλαξία τις αρχές για τις οποίες αγωνίστηκε κατά τον πόλεμο και την Κατοχή, απέρριψε δε και τα δυο συνθήματα της Διεθνούς. Τη σχετική πλειοψηφία είχε η τάση Λ. και, συνεπώς ,πέτυχε και τη σχετική πλειοψηφία στην Κεντρική Επιτροπή του ενιαίου κόμματος. Επειδή το Πολιτικό Γραφείο έπρεπε να είναι ομοιογενές, ψηφίσαμε γι’ αυτό την τάση Χ.Α. που ανταποκρινόταν απολύτως στις απόψεις της Διεθνούς. Η ομάδα Στίνα εξασφάλισε το δικαίωμα να συνέρχεται ως φράξια αυτοτελώς και να ασκεί κριτική με «Εσωτερικό Δελτίο», εκδιδόμενο ανά μήνα. Το ενιαίο κόμμα ονομάστηκε Κομμουνιστικό Διεθνιστικό Κόμμα – Ελληνικό Tμήμα της 4ης Διεθνούς, με εβδομαδιαίο δημοσιογραφικό όργανο την «Εργατική Πάλη». Είναι περιττό να ξανατονιστεί εδώ ότι η πρόβλεψη των νεωτέρων μελών της ομάδας Στίνα, ότι θα είμαστε ένα ξένο σώμα σ’ αυτό το νέο κόμμα, επαληθεύτηκε τραγικά!
Το σημαντικότερο γεγονός κατά τη διάρκεια της ύπαρξης του ενοποιημένου κόμματος ΚΔΚΕ ήταν, ασφαλώς, οι τρεις κοινές διαλέξεις-συζητήσεις που έγιναν το φθινόπωρο του 1946 με το ΚΚΕ στην Αθήνα, στον κινηματογράφο «΄Ιρις», κατόπιν πρότασης του ΚΚΕ, με θέματα: 1) Η κατάσταση στην Ελλάδα και τα καθήκοντά μας, 2) Λαϊκή Δημοκρατία ή Σοσιαλιστική Σοβιετική Δημοκρατία και 3) Ο χαρακτήρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βασικοί ομιλητές από πλευράς ΚΚΕ ήταν οι παλαίμαχοι, Λευτέρης Αποστόλου και Κώστας Καραγεώργης. Και οι δυο επανέλαβαν μονότονα τις γνωστές απόψεις του ΚΚΕ, ιδιαιτέρως δε εξοργιστικό ήταν το γεγονός ότι, παρ’ όλο ότι τα τραγικά γεγονότα που προκάλεσαν στη χώρα και στο εργατικό κίνημα οι απόψεις αυτές ήσαν τόσο νωπά ακόμη στη μνήμη των ακροατών και οπαδών τους, κανείς δεν πήρε τον λόγο για να ασκήσει έστω και ίχνος κριτικής.
Ο Στίνας, που μίλησε πάνω στο δεύτερο θέμα, συνάρπασε το ακροατήριο με το λόγο του, τη γνώση του και την απλότητά του. Ο μεστός νοημάτων και αγωνιστικού παλμού λόγος του καλύφθηκε αμέσως από θερμά χειροκροτήματα από όλες τις κατευθύνσεις, απάντησε δε με σιγουριά, πληρότητα και σαφήνεια σ’ όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν.
Όπως ήταν φανερό από την αρχή, η παραμονή της ομάδας Στίνα στο ενοποιημένο ΚΔΚΕ δεν μπορούσε να διαρκέσει πολύ. Στην ουσία, οι πολιτικές της διαφορές μ’ αυτό το «τροτσκιστικό» κόμμα ήσαν οι ίδιες που είχε με το ΚΚΕ, πέραν του ότι αυτό το ίδιο ήταν εντελώς απολιθωμένο. Οι δυο αντίθετες με την ομάδα Στίνα τάσεις είχαν ενοποιηθεί, σε ό,τι αφορούσε τη στάση του κόμματος απέναντι στα μέλη της ομάδας Στίνα. Ακόμα και η δυνατότητα κριτικής της είχε αφαιρεθεί, αφού το μόνο όργανό της, το «Εσωτερικό Δελτίο» είχε διακόψει την έκδοσή του. Στις ιδιαίτερες συναντήσεις τους, τα μέλη της αποφάσισαν να αποχωρήσουν, πράγμα που έγινε την άνοιξη του 1947. Παρ’ όλο που από τον Απρίλιο του 1937, βλέποντας ως άμεση πια την απειλή του πολέμου, η ομάδα είχε ομόφωνα απορρίψει το σύνθημα της «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ» και με αδιαλλαξία υποστήριζε ότι, σε περίπτωση πολέμου, το ρωσικό προλεταριάτο είχε σαν πρώτιστο καθήκον την ανατροπή του σταλινικού καθεστώτος και την επαναστατική κατάληψη απ’ αυτό της εξουσίας στη χώρα, όμως δεν είχε ποτέ ασκήσει μια συνολική κριτική στις εκτιμήσεις του Τρότσκι πάνω στην «ταξική φύση» της ΕΣΣΔ. Αυτό, φυσικά, ποτέ δεν επηρέασε την πρακτική και πολιτική δράση της ομάδας, που στην πραγματικότητα όμως ήταν διαμετρικά αντίθετες από ό,τι θα έπρεπε να είναι για οπαδούς της θεωρίας του «εκφυλισμένου εργατικού κράτους».
Ήδη από τις αρχές του 1945, ο Κορνήλιος Καστοριάδης και από το 1946 ο Σταμάτης Στανίτσας, υποστήριξαν, με ατράνταχτα επιχειρήματα, ότι η ιδεολογική τοποθέτηση και η πολιτική θέση της ομάδας δεν συμβιβάζεται με τη θεωρία του Τρότσκι για την ΕΣΣΔ ως «εκφυλισμένου εργατικού κράτους» και ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί, αφού πλέον ήταν σαφέστατο ότι η ΕΣΣΔ είχε ήδη μετατραπεί σε ιμπεριαλιστική δύναμη και η γραφειοκρατία σε εκμεταλλευτική, κυρίαρχη τάξη με όλα τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά της μετατροπής αυτής και γι’ αυτό, άλλωστε, είχε εγκαταλειφθεί από την ομάδα και η θεωρία της «υπεράσπισης» της ΕΣΣΔ και ίσχυε γι’ αυτήν ο επαναστατικός «ντεφετισμός».
Η ομάδα, ύστερα από σειρά συζητήσεων, αποδέχτηκε ομόφωνα πλέον την πρόταση αυτή τον Σεπτέμβριο του 1947, ευθυγραμμίζοντας έτσι απόλυτα τη θεωρία της με την πολιτική της, αφού το ιστορικό αντικείμενο της κοινωνικής επανάστασης είναι η οικονομική, πολιτική και κοινωνική απελευθέρωση και χειραφέτηση της εργατικής τάξης και όλων των λοιπών καταπιεζομένων, η δημιουργία της ελεύθερης και αυτόνομης σοσιαλιστικής κοινωνίας και όχι απλώς η «κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής και η σχεδιασμένη οικονομία, όπως περίτρανα απέδειξε η αμέσως μετά τον πόλεμο δημιουργηθείσα κατάσταση, που εμφάνισε σειρά ολόκληρη δήθεν ‘εργατικών κρατών’, που όμως είχαν και έχουν όλα τα χαρακτηριστικά της πιο αυταρχικής, ανελεύθερης και εκμεταλλευτικής κοινωνίας». Στη συνέχεια, η ομάδα διέκοψε οριστικά κάθε πολιτική, ιδεολογική και πολιτική σχέση με την 4η Διεθνή. Επειδή το 2ο Συνέδριο της Διεθνούς είχε ευρύτερο χαρακτήρα, πήραν δε σ’ αυτό μέρος και οργανώσεις που δεν ήταν τμήματά της, την ομάδα Στίνα αντιπροσώπευσε σ’ αυτό ο Κορνήλιος Καστοριάδης, και εξέθεσε τις απόψεις της, που ήταν ακριβώς και δικές του απόψεις, για όλα τα επίμαχα θέματα και κυρίως για την ίδια τη Διεθνή, τον τροτσκισμό και την ΕΣΣΔ.
Όπως προαναφέραμε ήδη, η πλήρης επικράτηση του σταλινισμού στη ΕΣΣΔ, η μεταμόρφωση όλων των κομμουνιστικών κομμάτων της Γ΄ Διεθνούς σε πρακτορεία και όργανα-ρομπότ της σταλινικής γραφειοκρατίας με μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση των δικών της και μόνο συμφερόντων και σκοπών, ο πόλεμος που επακολούθησε με αναγκαιότητα φυσικού φαινομένου, η εθνικολαϊκομετωπική πολιτική «εθνικής αντίστασης» σ’ όλες τις κατεχόμενες από τους ναζί χώρες, οδήγησαν με μαθηματική ακρίβεια τον τερματισμό του πολέμου δίχως την πιο μικρή εκδήλωση οποιασδήποτε αυτόνομης ενέργειας, αλλ’ ούτε καν και σκέψης εκ μέρους των τόσο τραγικά δοκιμαζόμενων μαζών, στην αναδιανομή του κόσμου ανάμεσα στους «τρεις μεγάλους». Μέσα σ’ αυτήν την κόλαση, η τύχη της Ελλάδας στάθηκε πολλαπλάσια σκληρή και απάνθρωπη: Κανενός κομμουνιστικού κόμματος η πολιτική δεν επέφερε τόσες αλλεπάλληλες καταστροφές, συμφορές, απώλειες και φρίκη σ’ οποιαδήποτε άλλη χώρα απ’ ό,τι η πολιτική του ΚΚΕ στην Ελλάδα και, μάλιστα, απανωτά και μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα: Από τις άσκοπες και θλιβερές θυσίες και καταστροφές της «Εθνικής Αντίστασης», την «αναίμακτη απελευθέρωση», τα Δεκεμβριανά, επακολούθησε ο «τρίτος γύρος» και η ένοπλη εξέγερση του ΚΚΕ ήδη από την 31 Μαΐου 1946, που ούτε εμφύλιος πόλεμος ήταν, αλλά μια απελπισμένη και εκ των προτέρων καταδικασμένη απόπειρα εξόδου του από τα αδιέξοδα της πολιτικής του που το αυτοπαγίδευσε και μια τελευταία ευκαιρία στους έτσι ή αλλιώς καταδικασμένους χιλιάδες οπαδούς του να προτιμήσουν τον «ένδοξο θάνατο»!
Την εποχή αυτή, η ομάδα είχε ουσιαστικά διαλυθεί: Συλλήψεις, δολοφονίες, εκτοπίσεις, διωγμοί και τρομοκρατία, την είχαν οδηγήσει σε πλήρη αποδιοργάνωση και έλλειψη τεχνικών και οικονομικών μέσων. Παρά ταύτα, μπόρεσε να κυκλοφορήσει μια εντελώς πρωτόγονα πολυγραφημένη προκήρυξη, που καλούσε στρατιώτες και αντάρτες σε συναδέλφωση πάνω από τα κεφάλια των αξιωματικών τους, των διοικήσεών τους, των κυβερνήσεών τους, αλλά και της σταλινικής κλίκας που ξαναβύθιζε τη χώρα στην καταστροφή και εξευτέλιζε για μια φορά ακόμη την έννοια και την υπόθεση του σοσιαλισμού! Τα μέλη της ομάδας συναντιόνταν, όσα είχαν γλιτώσει και βρίσκονταν στην Αθήνα, και συζητούσαν σχετικά με την κατάσταση. Όλοι την εύρισκαν φυσικό και αναπότρεπτο αποτέλεσμα της μεγαλύτερης απάτης που είχε ποτέ επικρατήσει στη σκέψη και στη συνείδηση τόσων δισεκατομμυρίων βασανισμένων και καταπιεζομένων ανθρώπων: Τον «αντιφασιστικό πόλεμο» και την «εθνική αντίσταση». Τώρα πια που η ένταση της Κατοχής είχε περάσει και τα αποτελέσματα των δυσμενέστατων γενικών παραγόντων είχαν οριστικοποιήσει την κατάσταση που δημιουργήθηκε ευθύς μετά τη λήξη του πολέμου, καταλάβαιναν πια καθαρά ότι η ανθρωπότητα θα βάδιζε με διαρκώς επιταχυνόμενα βήματα προς τον καταποντισμό της στην πιο βαθιά βαρβαρότητα, αφού όλες οι ελπίδες τους, ότι οι εργαζόμενες μάζες σ’ όλον τον εμπόλεμο κόσμο θα μπορούσαν να μετατρέψουν τον αδελφοκτόνο πόλεμο σε επανάσταση εναντίον των δημίων τους και των εκμεταλλευτών τους, αποδείχτηκαν τόσο μάταιες!
Είχαν, βέβαια, την ικανοποίηση να διαπιστώνουν ότι ως ομάδα αλλά και ως άτομα είχαν εκπληρώσει το καθήκον τους: Όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, καθ’ όλη τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και σ’ ολόκληρο τον κόσμο καμία άλλη ομάδα δεν είχε τη διορατικότητα, την τόλμη και την αδιαλλαξία να αγωνιστεί μέχρι τέλους εναντίον των πάντων, κάτω από την ένδοξη σημαία του επαναστατικού, διεθνιστικού ντεφετισμού, εκτός από λίγους Ιταλούς «μπορντιγκιστές», μερικές μικρο-ομάδες αναρχικών και μεμονωμένα άτομα! Ο αγώνας αυτός, αδυσώπητος και άνισος, κόστισε, βέβαια, πολύ και είχε πολλά θύματα. Οι θυσίες, όμως, των αγωνιστών της ομάδας δεν πήγαν χαμένες, αφού οι σελίδες που έγραψαν με το αίμα τους θα μείνουν αθάνατες στην ιστορία των λαών για την πρόοδο και την χειραφέτησή τους και δημιούργησαν την πολύτιμη για το κίνημα παράδοση του ατρόμητου επαναστάτη, του μαχόμενου εναντίον του ρεύματος! Για μια φορά ακόμα, η αντίδραση αποδείχτηκε, λόγω της άγνοιας, της σύγχυσης και της εξαπάτησης των τόσο γενναίων και πρόθυμων για κάθε θυσία μαζών, πιο ισχυρή.
Τα νεότερα μέλη της ομάδος, αυτά, κυρίως, που είχαν στρατολογηθεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής, αλλά και μετά την «απελευθέρωση», προσήλθαν σ’ αυτή μ’ ενθουσιασμό και επαρκείς γνώσεις γύρω από το εργατικό κίνημα, την ιστορία του, τους σκοπούς του αλλά και των βασικών εννοιών του μαρξισμού. Βρήκαν στην ομάδα ακριβώς αυτό που μάταια ζητούσαν μέσα στη γενική σύγχυση και τον αποπροσανατολισμό: Μια ιδεολογία που με συνέπεια και λογική απαντούσε στις τόσες απορίες τους, μια πειστική εξήγηση των τόσων πολλών και ανεξήγητων που συνέβαιναν γύρω τους, μια νέα εντελώς θεώρηση των πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και δι-ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά και μια πίστη για την αξία του ανθρώπου ως υποκειμένου της οικονομίας και της ιστορίας, για το μέλλον του πολιτισμού, την απελευθέρωση του ανθρώπου από την εκμετάλλευση του κεφαλαίου, για την αξία της εργασίας, για την ανάγκη συνεχίσεως του αγώνα που θα οδηγούσε τον άνθρωπο από την ανάγκη στην ελευθερία και που η επιτυχία του θα άνοιγε διάπλατα για το ανθρώπινο γένος τις πύλες της πραγματικής του ιστορίας και της πανανθρώπινης συναδέλφωσης, τέλος το ένδοξο παρελθόν ενός αγώνα που αιώνες συνεχίζεται και που τον καθαγίασαν οι θυσίες εκατομμυρίων αγωνιστών και τον λάμπρυνε η διάνοια, η πίστη αλλά και τα επιτεύγματα μεγάλων πρωτοπόρων και ηγετών! Αυτοί οι νέοι άκουσαν για πρώτη φορά τόσα πράγματα από καταξιωμένους συντρόφους τους αγωνιστές, απέκτησαν γνώσεις και εμπιστοσύνη στον εαυτό τους. Όλοι σχεδόν πήραν για πρώτη φορά το λόγο για να μιλήσουν μπροστά σε τόσους αξιόλογους ανθρώπους, ισότιμοι, ελεύθεροι και ανεμπόδιστοι, που τους άκουγαν με σεβασμό και αγάπη στις παράνομες κοινές συγκεντρώσεις, για να εκφράσουν τις απόψεις τους πάνω στα πιο περίπλοκα αλλά και στα απλά θέματα και να ασκήσουν κριτική, προβάλλοντας τις αντιρρήσεις τους, τις απορίες τους και τα επιχειρήματά τους, σχηματίζοντας έτσι σιγά-σιγά μια προσωπικότητα αγωνιστή και διανοουμένου.
Η αλήθεια είναι – και αυτό δεν ήταν τυχαίο – ότι στην ομάδα Στίνα πλειοψηφούσαν οι διανοούμενοι, που, όμως, σε τίποτα δεν υπολείπονταν από τους εργάτες σε μαχητικότητα και στην πρακτική δουλειά. Στα νέα μέλη, η πλειοψηφία των διανοουμένων ήταν συντριπτική, χωρίς αυτό να αλλοιώνει τον προλεταριακό τους χαρακτήρα και τη μαχητικότητά τους. Οι νέοι αυτοί ήταν, φυσικά, πιο αδιάλλακτοι και πιο απόλυτοι από τους παλαιούς, σε κάθε ευκαιρία δε τόνιζαν ότι η παρουσία τους στην ομάδα οφειλόταν στο ότι αυτή προβάλλει κάθε φορά με γνώση αλλά και με αδιαλλαξία τις διαφορές που τη χωρίζουν στα θεωρητικά, οργανωτικά και τακτικής φύσεως ζητήματα όχι μόνο από το ΚΚΕ, αλλά κι από όλες τις άλλες συναφείς τροτσκιστικές ομάδες και οργανώσεις. Αυτοί ήταν που αντέδρασαν ζωηρά σε κάθε προσπάθεια ενοποίησης με τη δεξιότερη πτέρυγα του τροτσκισμού και πέτυχαν την οριστική αποχώρηση της ομάδος, τόσο από το ενοποιημένο ΚΔΚΕ όσο και από την 4η Διεθνή, όπως ήδη προαναφέραμε.
Και την πρακτική δουλειά, όμως, η ομάδα δεν την παραμελούσε. Με πενιχρά τεχνικά και οικονομικά μέσα, εξέδιδε τακτικά το «Εργατικό Μέτωπο», με άρθρα, ειδήσεις και σχόλια, ακόμη και με κριτική αναγόμενη στα πνευματικά και καλλιτεχνικά ζητήματα της εποχής. Η ομάδα, όμως, αργότερα εξέδιδε κατά διαστήματα και το θεωρητικό της όργανο, υπό μορφή περιοδικού με τίτλο «Διαρκής Επανάσταση». Δεν γνωρίζουμε σήμερα αν η πλήρης σειρά αυτού του περιοδικού ή και μεμονωμένα τεύχη του έχουν διασωθεί. Γεγονός, πάντως, είναι ότι τα άρθρα, οι μελέτες και οι αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν, γραμμένα από τον ίδιο τον Στίνα, αλλά και από άλλους παλαιούς συντρόφους, θα διατηρούσαν ακόμα την αξία τους, ως ντοκουμέντα σκέψης και δράσης της τότε κατάστασης και των δυσχερειών που περνούσε το κίνημα. Προκηρύξεις κυκλοφορούσαν συχνά και μετά από κάθε αξιοσημείωτο γεγονός, το οποίο σχολίαζαν εύστοχα. Ακόμη και αφίσες τοιχοκολλούσαν τα μέλη της ομάδας στα πιο πολυσύχναστα σημεία, πολλές δε απ’ αυτές, γραμμένες στα γερμανικά, κολλούσαν πολύ κοντά σε κτίρια που στεγάζονταν στρατιωτικές γερμανικές υπηρεσίες ή στρατωνίζονταν Γερμανοί, μέσα στη νύχτα, σε ώρες που απαγορευόταν η κυκλοφορία, με αφάνταστο κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής!
Αλλά και την αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους δεν την παραμελούσε η ομάδα. Ειδικά συνεργεία αργά τις νύχτες και, μάλιστα, όταν δεν υπήρχε φεγγάρι, γέμιζαν τους τοίχους με επαναστατικά συνθήματα. Για να μη μπορούν δε να τα σβήνουν εύκολα όλοι όσοι ήταν εναντίον μας, και αυτοί ήταν άπειροι και κάθε αποχρώσεως, πολλοί νεαροί σύντροφοι κουβαλούσαν μαζί τους και πρόχειρες ξύλινες σκάλες για να τα γράφουν όσο το δυνατόν πιο ψηλά!
Φυσικά, όλες οι συζητήσεις μέσα στην ομάδα είχαν πάντα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εκτός από τις συζητήσεις στις καθορισμένες κομματικές συγκεντρώσεις, που πάντοτε γίνονταν με εμβρίθεια, άνεση και συμμετοχή όλων των παρισταμένων, με κριτική και ανταλλαγή απόψεων και προτάσεων, τα μέλη της ομάδας, λόγω των στενών συντροφικών, αλλά και φιλικών μεταξύ τους σχέσεων, συναντιόνταν συχνά σε διάφορα σπίτια και είχαν μακρές και συχνές συζητήσεις όχι μόνο πάνω σε κομματικά, στη στενή έννοια, θέματα, αλλά και πάνω σε ευρύτερα θέματα που αφορούσαν το επαναστατικό κίνημα, τη θεωρία του, την τακτική του, την ιστορία του, τη φιλοσοφία του, αλλά και ευρύτερου ενδιαφέροντος κοινωνικά, πολιτικά, πνευματικά και καλλιτεχνικά θέματα, ανταλλάσσοντας βιβλία και περιοδικά για να διαβάσουν και να σχολιάσουν προσεχώς1965_iouliana1
Advertisements

Η επαναστατική δράση μεταξύ 1940-1950 και ο Άγις Στίνας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s