indexΤο φθινόπωρο του ογδόντα εννιά πέφτει ο τοίχος μεταξύ του ανατολικού και του δυτικού τμήματος της Γερμανίας, τον ρίχνουνε τρέχοντας, τον πηδάνε, τον ισοπεδώνουνε, το εξεγερμένο πλήθος φεύγει πέφτοντας απ’ την ίδια του τη χώρα και βουλιάζει στην αγκαλιά των καπιταλιστικών αδελφών του, παραλήρημα χαράς, ξεχνιέται, ένα ολόκληρο κρατικό σύστημα κενώνει, βγάζει τα συκώτια του, για ποιον αλήθεια βγάζει τα συκώτια του κανείς, όταν βγάζει τα συκώτια του, βγάζει την εξουσία στο σφυρί, την κρατική εξουσία, κι ύστερα σωριάζεται, πάει. Τώρα φυσάει ένας άλλος αέρας, ό,τι μέχρι τώρα σήμαινε ζωή σημαίνει πια σαραντάχρονη αναμονή, που τελικά άξιζε, τι είναι ένα πενταετές πρόγραμμα; Όλα λέγονται αλλιώς τώρα, νέες όχθες ενσκήπτουν στους ανθρώπους, τα λόγια, που καιρό τώρα δεν ήτανε ακριβώς πραγματικά σαν ένα πακέτο αλεύρι ή ένα ζευγάρι παπούτσια, έχουνε αποτύχει, εξάλλου οικονομικά παντελώς αβάσιμα. Είκοσι είδη βούτυρο, όπου πριν μόνο ένα, το νοίκι ανεβαίνει δέκα φορές, στο θέατρο παίζουνε άλλα έργα, οι Ρώσοι κλείνουνε τους στρατώνες τους και πουλάνε τα γούνινα καπέλα, τα σακάκια των στολών και τα παράσημα των προγόνων τους απ’ τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο στο γιουσουρούμ, Οδός 17ης Ιουνίου.

Στις 17 Ιουνίου το πενήντα τρία ξεσηκωθήκανε οι εργάτες στο Ανατολικό Βερολίνο ενάντια στις πολύ υψηλές νόρμες, δεν τα καταφέρανε όμως, ενώ ο μεταλλωρύχος και πρωτεργάτης ακτιβιστής, ο Άντολφ Χένεκε, ο ιδρυτής της νόρμας, έμενε σε μια βίλλα στο Πάνκο. Κάτω τα προνόμια! Το χίλια εννιακόσια ενενήντα, εκείνοι που μέχρι τότε ήτανε υπουργοί, άνεργοι τώρα, ακουμπάνε στον φράχτη του κήπου και πιάνουνε κουβεντούλα με συνταξιούχους, που βγάζουνε βόλτα τον σκύλο τους. Το αν θα τους επιτραπεί να κρατήσουνε το οικόπεδό τους θα ξεκαθαρίσει αμέσως. Ο λαός παραλαμβάνει στη Δύση τα χρήματα υποδοχής κι από τότε και στο εξής είν’ ένας δυτικός λαός. Η ανατολή τίποτα παραπάνω από ένα σημείο του ορίζοντα πια. Ο εκδοτικός οίκος που εξέδιδε τα βιβλία της τιμημένης συγγραφέως χρεοκοπεί. Οι αναγνώστες τώρα έχουνε άλλα να κάνουν απ’ το να διαβάζουνε, θέλουνε πρώτα να πάνε στις Κανάριους Νήσους. Δεν αρκεί να είσαι δεκαοχτώ. Ο αιώνας, που παλιά ήτανε τόσο νέος, είναι πολύ γέρος πια. Πολύ γριά είναι κι η μάνα του.

Αν κι από τότε που ανοίξανε τα σύνορα έχει πάει πολλές φορές στη Φρανκφούρτη στον ποταμό Μάιν, και στο Λονδίνο, στην Τεργέστη, και μια φορά μάλιστα με τη γυναίκα του και τα παιδιά στη Νέα Υόρκη για να δούνε το Άγαλμα της Ελευθερίας, ο άντρας την πόλη της Βιέννης την αποκαλεί ακόμα δυτικό εξωτερικό και στο καφέ «Μουσείο» με τη μυρωδιά του καφέ, θέλει δεν θέλει, του έρχονται στο νου τα δέματα που λάμβανε η πρώτη φίλη του από τους συγγενείς της στη Δυτική Γερμανία, η νέα εποχή γι’ αυτόν ακόμα λέγεται η εποχή των νικητών, και δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, παρά συνεχώς ν’ απορεί που η αποκαλούμενη σύγχρονη εποχή αντλεί την ανωτερότητά της μόνο και μόνο από το ότι υπάρχει εδώ και εκατόν πενήντα χρόνια.

Θέλει δεν θέλει, βλέπει τους ανθρώπους εδώ να ’χουνε συνηθίσει να οδηγούνε γρήγορα αυτοκίνητα, να ξέρουνε τι είναι η φορολογική δήλωση, και να μην έχουνε κανέναν λόγο να διστάζουνε πριν παραγγείλουνε στον σερβιτόρο για το πρωινό τους ένα ποτήρι Prosecco. Ήδη απ’ το πώς αφήνουνε με την είσοδό τους να κλείνει η πόρτα πίσω τους, αυτός μπορεί να καταλάβει ότι είναι σίγουροι πως παντού στον κόσμο είναι στον σωστό κόσμο. Τώρα κάθεται κι αυτός σ’ αυτόν τον σωστό κόσμο, τώρα έχει κι αυτός τα σωστά χρήματα στο πορτοφόλι του, και κάθεται παρ’ όλ’ αυτά μπροστά σ’ ένα ποτήρι νερό, για να κάνει οικονομία στα δυτικά χρήματα. Πρέπει να μείνω απ’ έξω. Οι πινακίδες, που πάνω τους απεικονίζονται σκυλιά που δεν επιτρέπεται να μπαίνουνε στο κρεοπωλείο, στο εστιατόριο, στο κολυμβητήριο, υπήρχανε εξίσου στα ανατολικά όπως και στα δυτικά της Γερμανίας, και όπως πιθανότατα παντού στον κόσμο.

Εν τω μεταξύ τα σύνορα που τον χωρίζανε παλιά από τη Δύση έχουνε προ πολλού πέσει, αντ’ αυτών στην περίπτωσή του γλιστρήσανε, όπως φαίνεται, εκείνα προς τα μέσα, και χωρίζουνε τώρα εκείνον που ήταν τότε απ’ αυτόν που πρέπει και επιτρέπεται να είναι. Δεν ξέρω από τι αναγνωρίζεις έναν άνθρωπο, του είπε η μάνα του στην τελευταία του επίσκεψη. Αυτός δεν θέλει Prosecco για πρωινό, θέλει δεν θέλει. Και του είναι επίσης παντελώς αδιάφορο αν οι άλλοι μπορούνε ν’ αναγνωρίσουν απ’ το βλέμμα του, απ’ τα μαλλιά του, απ’ τα μάγουλά του ότι είναι απ’ τη χώρα που δικαίως, επιτέλους, δόξα τω θεώ, ήταν καιρός πια, κατέρρευσε, όπου, τι ανοησία, υπήρχανε λαϊκές επιχειρήσεις, την Πρωτομαγιά κόκκινα γαρύφαλλα για το πέτο, νοθευμένες εκλογές, γέροι με τραγιάσκες απ’ τον Ισπανικό εμφύλιο και ως μάθημα του σχολείου η Διαλεκτική. Ένας άνθρωπος, πόσο περήφανα ηχεί αυτό. Το πρωί στις έξι, όταν κατέβηκε απ’ το νυχτερινό τρένο, είδε κάποιους που κοιμόντουσαν σε χαρτόκουτα στον σταθμό. Σε ποιον κόσμο ήταν αυτός τα τελευταία σαράντα χρόνια; Τι απέγινε αυτός ο κόσμος; Θα έχει τώρα πια για το υπόλοιπο της ζωής του την καρδιά ενός σκύλου;

 

Advertisements

[Η συντέλεια του κόσμου] της Τζέννυ Έρπενμπεκ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s