81NBg3mL7IL

Είναι γεμάτο το κεφάλι μου από σένα.Τόσο πολύ που πιέζει τα μάτια μου προς τα έξω.Δεν έχω σάλιο, φοβάμαι.Έχω ιδρώσει…Τί νόμιζα δηλαδή..;Ότι εγώ θα γλυτώσω;Ότι εγώ δεν θα ζητιάνευα ένα σου άγγιγμα..;Λίγο να χώσω τη μύτη μου μέσα στα μαλλιά σου να σε μυρίσω, να αναπνεύσω.

Τρίβω με μανία το κρανίο μου, να ανοίξει μια τρύπα να σε αδειάσω.Κατηφορίζω την Σόλωνος, είναι μεσάνυχτα, κάνα 2 ταξί σταματημένα στο πλάι του δρόμου.Σου μιλάω καθώς μου δίνει ρυθμό το παλλόμενο φώς των αλάρμ.Κοντοστέκομαι και συνοδεύω το φώς χτυπώντας ελαφρά το πόδι μου στην άσφαλτο.Γυρίζω και σου χαμογελάω.Αποφεύγω τις βιτρίνες και τους καθρέπτες.. εξαφανίζεσαι αφού.Θυμάσαι;Στη Θεσσαλονίκη με εκείνον τον τυπά στο τυροπιτάδικο,ξημέρωμα ήταν ή όχι..;

Στρίβω αριστερά στην Ιπποκράτους, δεν μπορώ πια τα εξάρχεια, δεν τα αντέχω χωρίς εσένα.Οι ανάσες πλέον είναι κοφτές, απαραίτητες, αδιάφορες.Μόνο όταν νομίζω πως σε βλέπω φτάνουν μεχρι το στόμα μου.Συνήθως πάνε μέχρι το στήθος και τις καταπίνω.Πριν μια βδομάδα σε είδα στο απέναντι πεζοδρόμιο,φορούσες εκείνα τα αρβυλάκια που όλο σε χτυπούσαν, κρύφτηκα πίσω από ένα περίπτερο.Νομίζω πως έκανες ένα καινούργιο τατουάζ στο πόδι,έσερνες το βήμα σου και είχες γείρει το κεφάλι σου προς τα πίσω ενώ περπατούσες.Πάντα το έκανες αυτό, χάζευες τα σύννεφα που όλο αλλάζουν.Χτύπησε το κινητό σου και άλλαξες κατεύθυνση.

Πάνε 2 μήνες από εκείνη τη γιορτή στο σπίτι της αδερφής σου.Από εκείνη τη νύχτα που σε βρήκα με μισόκλειστα μάτια να φιλάς τρυφερά αυτόν τον τιραντάκια  με την ντεμέκ μοϊκάνα.Γύρισε το μυαλό μου.Δηλαδή τί έπρεπε να κάνω;Να γυρίσω στον κήπο σαν να μην συμβαίνει τίποτα;Το ήξερα πως σε χάνω εδώ και καιρό.Το καταλάβαινα από τον τόνο της φωνής σου, από το βλέμμα σου που πάντα χοροπηδούσε από δω και από κεί, ψάχνοντας.Αλλά όχι έτσι.Άρπαξα ότι βρήκα μπροστά μου, τί να έκανα;Θόλωσα…Δεν ήξερα τί έλεγα,δεν κατάλαβα πότε βρέθηκα κάτω από τον τιραντάκια.Με την πρώτη μπουνιά έχασα τον κόσμο.Με πέταξαν έξω από το σπίτι, ταπεινωμένο.Σαν δαρμένο κουτάβι σε περίμενα στο χαλάκι να βγείς, να μου ζητήσεις συγνώμη, να με πάρεις αγκαλιά, να μου πείς πως δεν ήξερες τί έκανες, να κλαίς με αναφιλητά και να φύγουμε αγκαλιασμένοι..Μετά από λίγο έφυγα, δεν ανεχόμουν τα βλέμματα των γειτόνων στα μπαλκόνια.

Είμαι στην Ομόνοια καθισμένος στους αεραγωγούς που βγάζουν αυτόν τον άρρωστο ζεστό αέρα.Δίπλα μου ένα σκελετωμένο κορίτσι γεμάτο τρύπες.Της μιλάω για σένα.Υπάρχουν στιγμές που με ακούει και κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι, τις άλλες στιγμές που η «παραμύθα» γεμίζει το κεφάλι της,γέρνει ελαφρά στον ώμο μου και χαμογελάει σαν μωρό…»Άρη..»…Σκέφομαι,δεν είναι δυνατόν και χωρίς να προλάβω να σκεφτώ κάτι άλλο, κοιτάζω απέναντι και την βλέπω…Πετάγομαι επάνω και τρέχω στο απέναντι πεζοδρόμιο.Της τα είπα όλα, όλα και κάτι παραπάνω.Εκείνη με κοιτούσε με οίκτο, σαν να με λυπάται..Είχε γείρει το κεφάλι της στο πλάι και μου σκούπιζε συνεχώς τα δάκρυα με το χέρι της.Ξαφνικά μέσα στο παραλήρημά μου, σταματάω και τη ρωτάω..»Κατερίνα,εσύ, γιατί δεν κλαίς..;»Με κοιτάζει βαθειά στα μάτια,γλύφει τα ξεραμένα χείλη της,πιάνει τα δυό μικρά μου δάχτυλα,σκύβει στο αυτί μου και μου ψυθιρίζει…«Έτσι και αλλιώς όλα είναι προσωπικές οπτασίες, γλυκιά μου αγάπη, καληνύχτα.»

Μου γύρισε την πλάτη και προχώρησε αργά σέρνοντας τα πόδια της, ενώ έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω για να χαζεύει τα σύννεφα, που όλο αλλάζουν..«Καληνύχτα»

S.H.

 

Advertisements

Στην δικιά μου Κ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s