πυρκαγιά-Ράιχσταγκ

Ο Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε γεννήθηκε στις 13 Ιανουαρίου 1909 στο Έστγκιιστ (Oestgeest) της Ολλανδίας. Η μητέρα του πέθανε όταν ήταν 12 ετών, οι γονείς ήταν χωρισμένοι, έτσι ο Μαρίνους μεγάλωσε στην οικογένεια της ετεροθαλούς αδελφής του. Αφού τελείωσε το δημοτικό σχολείο, ξεκίνησε να δουλεύει ως χτίστης, ενώ τα βράδια συνέχιζε να παρακολουθεί κύκλους μαθημάτων. Εξαιτίας της σωματικής του δύναμης, οι φίλοι του τον φώναζαν «Ντέμπσεϊ» από το όνομα του διάσημου Αμερικανού πρωταθλητή του μποξ της εποχής. Στον εργασιακό του χώρο ήρθε επαφή με το εργατικό κίνημα. Το 1925 έγινε μέλος της νεολαίας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ολλανδίας (CPH), όπου και συγκαταλεγόταν στους ιδιαίτερα δραστήριους. Έπειτα από ένα σοβαρό ατύχημα, όταν σφηνώθηκε τσιμέντο στο μάτι του την ώρα της δουλειάς, έμεινε για μήνες στο νοσοκομείο και παρά την εγχείρηση στην οποία υποβλήθηκε, η όρασή του υπέστη ανεπανόρθωτη βλάβη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί έκτοτε να εργαστεί ως χτίστης οπότε έπαιρνε μια πενιχρή αναπηρική σύνταξη που έφτανε τις 7,44 γκίλντες την εβδομάδα. Καθώς ήταν αδύνατο να επιβιώσει με αυτά τα χρήματα, ήταν αναγκασμένος να καταφεύγει σε ευκαιριακές δουλειές για να εξασφαλίζει ένα επιπλέον εισόδημα.

Το 1927, ύστερα από πολιτικές διαμάχες που είχε με την αδελφή του, μετακόμισε στο Λέιντεν, όπου έμαθε λίγα γερμανικά και ίδρυσε το λεγόμενο «Σπίτι του Λένιν». Εκεί οργάνωνε, μεταξύ άλλων, διαλέξεις και συναντήσεις. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Λέιντεν, ήρθε σε σύγκρουση με την αστυνομία και την αντίστοιχη υπηρεσία του ΟΑΕΔ της εποχής. Το 1930 προκάλεσε φθορές στις τζαμαρίες του ΟΑΕΔ, συνελήφθη και παρέμεινε δύο εβδομάδες υπό κράτηση. Ο Φαν ντερ Λούμπε άρχισε να ασκεί κριτική στην πολιτική του CPH, την οποία δεν θεωρούσε επαρκώς ριζοσπαστική και μαχητική. Αποχώρησε από το κόμμα και έγινε υποστηρικτής των GIK «Groepen van Internationaale Communisten» (Συμβουλιακοί Κομμουνιστές). Το ρεύμα αυτό τασσόταν υπέρ της άμεσης δράσης αντί της κοινοβουλευτικής δραστηριότητας και ασκούσε κριτική στα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα ως ομάδες που εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα των γραφειοκρατών τους.

Ο Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε εξελίχτηκε σε γνωστό αγκιτάτορα στις τάξεις των ανέργων στο Λέιντεν και έδρασε ειδικότερα προωθώντας την αυτοοργάνωσή τους. Αποτέλεσμα: στα 1931 και 1932 καταδικάστηκε εκ νέου για «αντίσταση» και «φθορές» και φυλακίστηκε μία εβδομάδα και τρεις μήνες αντίστοιχα.

Στα χρόνια μεταξύ 1928 και 1932 περιπλανήθηκε επανειλημμένα στην Ευρώπη. Από αυτή την εποχή προέρχεται και το Ημερολόγιο που συμπεριλαμβάνεται σε αυτή την έκδοση. Όταν τελικά θα βρεθεί ξανά στο Βερολίνο στις 18 Φεβρουαρίου 1933, θα καταβάλλει προσπάθειες να κινητοποιήσει ανέργους και εργάτες ενάντια στην κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες, οι προσπάθειές του όμως καταλήγουν στο κενό, δεν βρίσκουν καμιά ανταπόκριση. Στις 25 Φεβρουαρίου επιχειρεί να πυρπολήσει την Υπηρεσία Πρόνοιας στο προάστιο του Νόικελν και το Δημαρχείο του Βερολίνου. Οι φωτιές θα εντοπιστούν αμέσως και θα σβηστούν.

Το βράδυ της 27ης Φεβρουαρίου 1933 το γερμανικό Ράιχσταγκ φλέγεται και ο Φαν ντερ Λούμπε συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω, για την ακρίβεια την ώρα που προσπαθεί να βγει βιαστικά από το κτίριο. Αμέσως μετά τη σύλληψή του, δηλώνει ότι διέπραξε τον εμπρησμό τελείως μόνος του, με σκοπό να καλέσει τη γερμανική εργατική τάξη σε αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική κυριαρχία και την κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες.

Ο Χίτλερ δεν άργησε ούτε δευτερόλεπτο να εκμεταλλευτεί πολιτικά την περίσταση. Μόλις το ίδιο βράδυ, συνελήφθησαν 1.500 κομουνιστές και το γερμανικό Κομουνιστικό Κόμμα, με ποσοστά που άγγιζαν 17% στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, τέθηκε εκτός νόμου.Την επόμενη κιόλας μέρα, ο Χίτλερ ζητάει και λαμβάνει από τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ το «Διάταγμα πυρκαγιάς Ράιχσταγκ», που καταπατά τις περισσότερες πολιτικές ελευθερίες στη Γερμανία και απαγορεύει την αντιναζιστική προπαγάνδα. Με το ΚΚΓ εκτός κοινοβουλίου, το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα καταλαμβάνει την πλειοψηφία των εδρών του Ράιχσταγκ (52%), γεγονός που ανοίγει το δρόμο για την επίσημη εγκαθίδρυση του απολυταρχικού καθεστώτος του Χίτλερ.

Στις 23 Δεκεμβρίου 1933 το δικαστήριο του Ράιχ στη Λειψία καταδικάζει τον Φαν ντερ Λούμπε σε θάνατο κάνοντας αναδρομική χρήση διατάγματος που εκδόθηκε μετά την πράξη του εμπρησμού (Lex van der Lubbe, ειδικός νόμος για τη θανατική ποινή από 29 Μαρτίου 1933). Ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ αρνήθηκε να χορηγήσει χάρη. Στις 10 Φεβρουαρίου 1934 ο Μαρίνους φαν ντερ Λούμπε καρατομείται στη ναζιστική γκιλοτίνα.

Advertisements

Ο Μαρίνους Φαν Ντερ Λούμπε και ο εμπρησμός του Ράιχσταγκ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s