SKOUPI_524_355

Τον Χάρη τον γνώρισα πριν από πολλά χρόνια. Στο πρώτο έτος της σχολής. Αν έπρεπε σώνει και καλά να ανασύρω κάτι από τη μνήμη μου για να τον περιγράψω, θα κρατούσα το πελώριο χαμόγελο και τη φλόγα των ματιών του.

Και την έφεσή του στα ξενύχτια. Σου έδινε την εντύπωση ότι δεν κοιμόταν ποτέ. Ακόμα και σπίτι να καθόταν, πράγμα σπάνιο, αν δεν έβλεπε το πρώτο φως της ημέρας, δεν έπεφτε στο κρεβάτι. Από πολύ νωρίς έκαναν την εμφάνιση τους δυο μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια του. Δυο μαύροι κύκλοι που μέρα με τη μέρα μεγάλωναν. “Θα κοιμηθώ όταν πεθάνω”, έλεγε και το γυρνούσε αμέσως στο χαβαλέ.

Εντάξει, όλοι ξενυχτούσαμε εκείνα τα χρόνια. Φοιτητές ήμασταν, το απότομο πέρασμα από το τρίπτυχο σχολείο-σπίτι-φροντιστήριο σε μια δίχως αύριο ελευθερία που μας προσέφεραν οι σπουδές, λογικό ήταν να μας απορυθμίσει και να θέλουμε στα 4,5,10 χρόνια της σχολής να ζήσουμε, όσο δύναται, στα άκρα. Να γίνουμε οι στίχοι του Ντύλαν, του Αγγελάκα, του Ρεμπώ. Ή έστω του Πλιάτσικα βρε παιδί μου! Να δημιουργήσουμε εδώ και τώρα αναμνήσεις. Και κανείς δεν το κάνει αυτό, αν κοιμάται από τις 11.

Ο Χάρης κάπου ξέφυγε. Τη μια στιγμή πρωταγωνιστούσε σε αυτοσχέδια πάρτι στο προαύλιο της σχολής και κυνηγούσε με πρωτόγνωρο πάθος ο,τιδήποτε του έκανε εντύπωση και άλλες φορές εξαφανιζόταν για μέρες, δεν απαντούσε στα τηλέφωνα και ήταν μέσα στα νεύρα. Από το εκατό στο μηδέν – το κοντέρ του δε γνώριζε άλλες ταχύτητες. Οι κοντινοί του καταλάβαμε ότι κάτι δεν πάει καλά και κάναμε προσπάθεια να του μιλήσουμε. Αδύνατον. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Χάρης αρνιόταν τα πάντα.

Κοιμόταν τις μέρες, ξυπνούσε τις νύχτες. Έναν χειμώνα μου είπε ότι είχε να αντικρίσει το φως της μέρας κάνα δίμηνο. Του είπα να ηρεμήσει, να πατήσει φρένο, να αρχίσει να κοιμάται καλύτερα. Τα σημάδια της αϋπνίας και των καταχρήσεων ήταν ήδη ορατά πάνω του. Κι ας ήταν μόλις 22. Δεν μπορώ μου είπε και η φωνή του λύγισε. «Δεν μπορώ να κοιμηθώ αν δεν ακούσω το σκουπιδιάρικο». Γέλασα. Ο Χάρης όχι. Κυριολεκτούσε.

4-30Το σκουπιδιάρικο στη γειτονιά του Χάρη περνούσε στις 4.30 τα ξημερώματα. «Αν δεν ακούσω τον ήχο του, αδυνατώ να κοιμηθώ. Μόνο τότε γαληνεύει η ψυχή μου. Νιώθω ότι όλα είναι όπως οφείλουν, όλα είναι καλώς καμωμένα, τη βγάλαμε και σήμερα, αύριο πάλι». Τον κοιτούσα σα χαζός. «Στις απεργίες τα πράγματα περιπλέκονται, όπως καταλαβαίνεις», είπε για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα και για λίγο εμφανίστηκε στο πρόσωπό του η παλιά φλόγα. Λίγο πριν χαθεί τελείως.

Το σκουπιδιάρικο ήταν το ηρεμιστικό του. Ο σταθεροποιητής που τον κρατούσε από την κατάρρευση.

Την οποία δεν γλίτωσε πάντως. Πτυχίο δεν πήρε, έκανε ότι περνούσε από το χέρι του να μην πάει στρατό και έτσι, δίχως την ασφάλεια των υποχρεωτικών «θεσμών», βγήκε, νωρίτερα από τους υπόλοιπους, στην αγορά εργασίας. Άντε να σηκωθείς στις 8, όταν κοιμάσαι στις 5. Ακόμα κι ένας νεανικός οργανισμός σύντομα λυγίζει. Σε καμιά δουλειά δε στέριωσε, πάντα τον έδιωχναν ή έφευγε, μη μπορώντας να συντονιστεί με τα ρολόγια των υπολοίπων. Οι δικοί του τον έπεισαν να πάει σε ψυχολόγο. Αυτός του πρότεινε να βρει μια βραδινή δουλειά. Ο Χάρης έγινε νυχτοφύλακας. Για 22 μέρες, γυρνούσε σπίτι στις 6 το πρωί. Το σκουπιδιάρικο είχε ήδη περάσει κι αυτό ήταν ανεπίτρεπτο.

Το πελώριο χαμόγελο μπήκε σε κλινική. Κοιμόταν με χάπια πια. Όταν τον επισκέφτηκα μου ζήτησε να του γράψω σε μια κασέτα τον ήχο από κάποιο σκουπιδιάρικο. «Θα με τρελάνουν τα χάπια», μου είπε. Δεν του έγραψα ποτέ την κασέτα, άφησα την ιατρική και τους ψυχιάτρους να κάνουν τη δουλειά τους. Ξέκοψα. Δεν είχε ιδιαίτερη πλάκα πια ούτε ο Χάρης, ούτε τα ξενύχτια του.

images

Κατά καιρούς μάθαινα νέα του. Νοσηλεύτηκε αρκετό καιρό, διαγνώσθηκε με ψυχώσεις και διαταραχές διαφόρων ειδών και περίεργων ονομάτων και κάποια στιγμή επέστρεψε σπίτι του. Τίποτα δεν τον βοήθησε ιδιαίτερα· ούτε οι συνεδρίες, ούτε τα χάπια. Απλά τα τελευταία του επέτρεπαν να κοιμηθεί – εννοείται αφού άκουγε το σκουπιδιάρικο να περνά. Που και που, τον έβλεπα να τριγυρνά στη γειτονιά τις νύχτες παρέα με τους μαύρους κύκλους.

Κάποια μέρα εκεί που περπατούσε χωρίς λόγο ξημερώματα, είδε σε έναν τοίχο γραμμένο ένα σύνθημα: «Γίνε μέρος της λύσης». Για κάποιο λόγο του άρεσε και αποφάσισε να το γράψει και στον τοίχο απέναντι από το σπίτι του για να το βλέπει κάθε μέρα.

Mετά από πολλά χρόνια απραξίας, έκανε αίτηση για δουλειά. Στο δήμο, στην υπηρεσία καθαριότητας. Κοινώς, σκουπιδιάρης. Ο άριστος μαθητής, ο πολλά υποσχόμενος φοιτητής που θα γινόταν λαμπρός επιστήμων, έβαλε μέσο έναν θείο – απ’ αυτούς τους θείους που γνωρίζουν «ανθρώπους ειδικούς» – και πήρε τη θέση. Ζήτησε μάλιστα να δουλεύει πάντα νύχτα.

Έπαψε να αναζητά τη λύση και αποφάσισε να γίνει μέρος της.

Τώρα πια, ο Χάρης χαμογελά και πάλι. Κυκλοφορεί ανάμεσά μας και αν δεν τον ξέρεις δεν μπορείς να καταλάβεις τα προβλήματα που αντιμετώπισε. Ακόμα και οι μαύροι κύκλοι υποχώρησαν σταδιακά και τα μάτια του απέκτησαν κάτι από τη νεανική τους λάμψη. Κι όταν κάποιος τον ρωτά τι δουλειά κάνει, ο Χάρης χαμογελά και απαντά : «Βάζω τους ανθρώπους για ύπνο»…

Νίκος Γκαμαρλιάς

Advertisements

Το σκουπιδιάρικο

One thought on “Το σκουπιδιάρικο

  1. Παράθεμα: Το σκουπιδιάρικο | Βάζω τους ανθρώπους για ύπνο - I for Interview

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s