artwork_images_139009_462835_monavatamanuflorin-tudor

Οφείλουμε να πούμε δυο λόγια, σαν εισαγωγή στα κείμενα που ξαναβρέθηκαν εδώ μετά από χρόνια, για την καλύτερη κατανόησή τους. Προέρχονται από τα χρόνια 1978-79 και ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες ανάγκες ενός κομματιού του πραγματικού κινήματος για τον κομμουνισμό: των Αυτόνομων Ομάδων. Η επιμονή μας στην κριτική μιας «αναρχικής» ιδεολογίας, μεταξύ άλλων, ίσως φανεί πλέον παράταιρη από κάποιους που δεν έχουν υπόψη τους την κοινωνική κατάσταση στην Ισπανία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη σύγχρονη κομμουνιστική επανάσταση χωρίς ταυτόχρονα να κάνουμε κριτική στις δυο επαναστατικές ιδεολογίες που με τη δική τους πρακτική ανικανότητα έστρωσαν το χαλί της αντεπανάστασης της γραφειοκρατίας: Μιλούμε για τον μπολσεβικισμό, κατακάθι του μαρξισμού και τον «αναρχισμό» της CNT. Στην πράξη, η διαφορά τους είναι ότι ο πρώτος ασκεί άμεσα καταπίεση στο προλεταριάτο που ελέγχει (με χαρακτηριστικό παράδειγμα την καταστολή της κομμούνας της Κροστάνδης του 1921), ενώ ο δεύτερος αρκείται στο φρενάρισμα και τη συνακόλουθη εγκατάλειψη του ριζοσπαστικοποιημένου προλεταριάτου (όπως στην επαναστατημένη Ισπανία τον Μάη του 1937) στα επιτελεία της σταλινικής – δημοκρατικής καταπίεσης.

Στις αρχές του ’78 συνελήφθηκαν και φυλακίστηκαν τα πρώτα μέλη των Αυτόνομων Ομάδων. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πιστά στην εξυπηρέτηση του Κεφαλαίου τους παρουσίασαν αόριστα σαν «αναρχικούς», συντάκτες αρκετών κειμένων (Diario 16), και υπεύθυνους περισσότερων κακουργημάτων εμμένοντας στην επιτυχία της Guardia Civil (αστυνομία πόλεων) να τα εξαρθρώσει, πλησιάζοντας ίσως στην GRAPPO (Alcazar). Η αστυνομία πάλι, τους παρουσίασε σαν τον «ένοπλο βραχίονα» της CNT (παρουσιάζοντας ένα έντυπο της CNT που βρέθηκε στο σπίτι ενός από αυτούς). Τα έντυπα της CNT, από τα οποία δεν θα παραθέσουμε εδώ τίποτα, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να συμβουλευτεί οποιοδήποτε τεύχος των Solidadidad Obrera και GAT από το 1978 ως το ’80, αποκηρύσσουν κάθε συσχέτιση με τις ομάδες αυτές. Βέβαια το ότι η CNT, όπως σπεύδουν να μας βεβαιώσουν, αναπτύσσει μια αποκλειστικά συνδικαλιστική πρακτική και συγκρούεται με κάθε αντίληψη ενόπλων ενεργειών, δεν φαίνεται να την εμπόδισε, όσο οι σύντροφοι ήταν ήδη στη φυλακή να τους παρουσιάζει σαν «συντρόφους του ελευθεριακού κινήματος», προκειμένου να κεφαλαιοποιήσει επιδέξια την πολιτική υπεραξία των ενεργειών που αποκήρυσσε… Αρκετές από τις ενέργειες αυτές, έγιναν είτε χωρίς να παρθεί ανάληψη, είτε την ευθύνη τους αναλάμβανε κάποιος σύντροφος χρησιμοποιώντας διαφορετικά ονόματα. Έτσι προέκυψαν, για παράδειγμα οι ομάδες 7 Ιούλη, 28 Δεκέμβρη (Santos Inocentes, ανάλογη της δικής μας πρωταπριλιάς), 31 Φλεβάρη, Οι Τελευταίοι Των Φιλιπινέζων κλπ.

Οι στόχοι που επιλέγονταν ήταν πάντοτε σαφείς και ανταποκρίνονταν σε ένα ευρύ κοινωνικό κίνημα. Αποτελούσαν μια συμπυκνωμένη απάντηση στη διάχυτη καπιταλιστική καταπίεση. Λίγες μέρες μετά τις συλλήψεις, η αστυνομία επινόησε το λογότυπο GAL (Grupos Autonomos Libertarios) που κυκλοφόρησε σε όλες τις εφημερίδες της χώρας. Χρειάζονταν ένα σήμα και μιας και δεν αντιλαμβάνονταν πως μπορεί μια «οργάνωση» να μην έχει σήμα επινόησαν αυτοί ένα, και ανάγκασαν μετά από βασανιστήρια τους συντρόφους να υπογράψουν ως GAL. Από τη στιγμή εκείνη πέρασαν στην «κοινή γνώμη» ως GAL, και κάποιες από τις μετέπειτα προκηρύξεις υπογράφονται έτσι ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση. Η κράτηση των συντρόφων σε διαφορετικές φυλακές (καθώς και των νέων συντρόφων που συνελήφθηκαν από τα μέσα του ’78 ως τις αρχές του ’79, είχε ως αποτέλεσμα η επικοινωνία μεταξύ μας να είναι πενιχρή. Κάθε θεωρητικός διάλογος ήταν συνεπώς αδύνατος. Όσο ήμασταν έξω, κάθε ομάδα ή κάθε άτομο αναλάμβανε μόνο του την ευθύνη για την ενέργεια που εκτελούσε. Όταν οι ενέργειες ήταν συντονισμένες, γινόταν μια συμφωνία για ένα κοινό όνομα που αποφασιζόταν από όλους τους συμμετέχοντες. Αυτό ήταν το κλίμα που υπήρχε στο δρόμο, στη φυλακή συνεχίσαμε βασισμένοι σ αυτό. Αφότου μερικοί από μας ξαναβρεθήκαμε στη φυλακή της Segovia (που ο υπουργός δικαιοσύνης προόριζε για τους «ελευθεριακούς»), ξαναδουλέψαμε πάνω στα κείμενά μας υπογράφοντας πια, από τις αρχές του ’79, ως GGAA (Grupos Autonomos) όχι επειδή είχαμε ανάγκη από κάποιο λογότυπο, αλλά για να εκφράσουμε τον κοινό μας αγώνα. Από κείνες τις μέρες εγκαταλείπουμε και το «L» των ελευθεριακών (libertarios) των πρώτων προκηρύξεων έτσι ώστε να σαμποτάρουμε κάθε πιθανή αφομοίωσή μας.

Καθ όλον αυτόν τον καιρό, οι γραφειοκράτες της CNT δεν έχαναν αφορμή να μας εντάσσουν στο (δικό τους) «ελευθεριακό κίνημα», πράγμα που μας ανάγκαζε να συγκεκριμενοποιούμε τις πραγματικές θεωρητικές μας θέσεις και τις ενέργειές μας αναφορικά με την (προλεταριακή) τάξη. Είναι ένα είδος εμμονής μας στην πολιτική μας ταυτότητα της δράσης χωρίς «σφραγίδα», χωρίς μάρτυρες ή ιδεολογίες, που μας έφερε θεωρητικά και πρακτικά αντιμέτωπους με την μαφία των πολιτικών οργανώσεων, των κομμάτων και των συνδικάτων. Δεν είναι ότι είμαστε απολίτικοι, αλλά αντι-πολιτικοί…

Η προκήρυξή μας: Λόγος Για Τη Διεθνή Αλληλεγγύη, που έγραψαν κάποιοι σύντροφοι τον Χειμώνα του 1970, στάλθηκε σε όλα τα πιθανά μέσα μαζικής ενημέρωσης, ωστόσο μόνο η γραφειοκράτες της CNT λογόκριναν ξεδιάντροπα ένα μέρος της προκήρυξης. Η σύνταξη της Solidaridad Obrera, προσπαθώντας να καλύψει αυτή την πρώτη της λογοκρισία, δημοσίευσε μια γελοία ανακοίνωση (στο τεύχος Νοεμβρίου ’79) όπου ανέφερε τα εξής: Στο γράμμα που λάβαμε από το γραφείο για τους προφυλακισμένους και τα νομικά ζητήματα, της FL (Federacion Local — Τοπική Ομοσπονδία) της Βαρκελώνης, υπήρχε το κείμενο ενός φυλακισμένου συντρόφου που ανήκει στο συνδικάτο μεταφορών, και είναι μέλος των GAL. Το κόψιμο του κειμένου που φιλοξενείται στη σελίδα 16 της “Soli” ν. 50, δεν οφείλεται σε καμία περίπτωση σε λογοκρισία ή χειραγώγηση αλλά δημοσιεύτηκε πλην των δυο τελευταίων παραγράφων αποκλειστικά για λόγους οικονομίας χώρου. Και για να μην υπάρξει καμία παρεξήγηση, δεσμευόμαστε να δημοσιεύσουμε ολόκληρο το κείμενο στο μέλλον. Η υποκρισία και ο κυνισμός του σημειώματος αυτού ανταγωνίζονται ακόμα και τη γελοιότητά του. Πώς είναι δυνατό να παραπονιούνται για την έλλειψη χώρου όταν στο ίδιο έντυπο χωρούν τα ατελείωτα μνημόσυνα των μαρτύρων του αναρχοσυνδικαλισμού, ή οι ύμνοι στους θεούς Μπακούνιν και Κροπότκιν και ατελείωτες άλλες ηθικολογικές βλακείες χωρίς κανένα ενδιαφέρον, αξιολύπητα κεράκια στην ταπεινή εκκλησία της CNT;

Ο αγώνας των συνελεύσεων του ’70-’75 έχει αφήσει πίσω του τα ίχνη μιας ευρείας συνείδησης που μπορεί να υποστηρίξει την αυτοοργάνωση της τάξης, τον αντι-κομματισμό και τον αντι-συνδικαλισμό, σε πρώτο επίπεδο. Υπήρξαν ακόμα οι αυτόνομες συνελεύσεις στις γειτονιές, στα εργοστάσια, στα πανεπιστήμια, φοιτητές-εργαζόμενοι κλπ, φανερώνοντας μιαν αντιεξουσιαστική τάση. Κατά την περίοδο της πολιτικής μετάβασης από την δικτατορία του Φράνκο στη δικτατορία της δημοκρατίας το 1975-77(που ουσιαστικά συνεχίζεται και επεκτείνεται ακόμα) τα κόμματα και τα συνδικαλιστικά κινήματα πέρασαν μια φάση νομιμοποίησης ώστε μέσα από μια διαδικασία εσωτερικής πειθάρχησης να κερδίσουν μια αμφίβολη θέση στο ανερχόμενο δημοκρατικό θέαμα.

Η CNT διεκδικεί για τον εαυτό της τον «επαναστατικό» πόλο του θεάματος αυτού. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η πλειοψηφία των εγχώριων λενινιστικών γκρουπούσκουλων έχασε κάθε γόητρο μετά την άνοδο των εργατικών συνελεύσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι το MIL (η αλλιώς 1000, Movimiento Ibérico de Liberación-Ιβηρικό Απελευθερωτικό Κίνημα, ένα δίκτυο αυτόνομων ομάδων) όταν γύρω στο ’74 έβαλε στόχο να απελευθερώσει κάποιους φυλακισμένους αγωνιστές (ιδού κι ένας λόγος για τη συνέντευξη που ακολουθεί και δόθηκε στη FIGA), μοίραζε παράλληλα φυλλάδια που εξηγούσε πως οι οργανώσεις τους, κόμματα και συνδικάτα αποτελούσαν μέρος της διαρκούς αντεπανάστασης.

Στο φυλλάδιο COÑO (Γαμώτο) του ’75, σελίδα 29-30, διαβάζουμε τα παρακάτω: Οι στόχοι του ισπανικού προλεταριάτου και των αυτόνομων ομάδων είναι: η γενίκευση της ταξικής πάλης και η επέκτασή της σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Η αυτοοργάνωση της τάξης στους χώρους εργασίας. Ο πόλεμος στο Κεφάλαιο σε οποιαδήποτε μορφή του: δημοκρατική, φασιστική ή σοσιαλιστική. Απομυθοποίηση και πάλη ενάντια στα συνδικάτα, φασιστικά είτε δημοκρατικά, θεωρούμενα ως όργανα της διαρκούς αντεπανάστασης. Επεξεργασία ριζοσπαστικών εναλλακτικών που ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να διαλύσει ή να αφομοιώσει. Αυτόνομα όργανα αντιπληροφόρησης και προπαγάνδας στην υπηρεσία της τάξης. Οργάνωση των τεχνικών όρων για την παράνομη πάλη: πέρασμα συνόρων, πλαστογραφία, οικονομικοί πόροι, όπλα κλπ. Αποπεράτωση του προγράμματος που διακόπηκε τον Μάη του 1937 από τη σταλινική αντεπανάσταση και τους αρχηγίσκους της CNT και του POUM (ενιαίο μαρξιστικό εργατικό κόμμα – σύμμαχοι της CNT στην επανάσταση), ανέβασμά του ως το τέλος, την καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η ενότητα της τάξης αναδεικνύεται στους αγώνες και στις συνελεύσεις στα εργοστάσια ή έξω από αυτά. Είναι το ριζοσπαστικό προλεταριάτο που οργανώνεται κι αποκτά τα αναγκαία μέσα για την χειραφέτησή του.

Όλα αυτά τα φυλλάδια κυκλοφορούσαν πολύ δύσκολα, λόγω της παρανομίας, δύσκολα έφταναν στους ριζοσπαστικούς αγώνες και η επιρροή τους στο εργατικό κίνημα ήταν περιορισμένη. Χωρίς εμπόδιο το θεαματικό μάρκετινγκ της CNT τα κατάφερε καλύτερα από την θεωρητική ικανότητα. Η τάξη τείνει να μαθαίνει στην πράξη κι όχι στη θεωρία τι σημαίνει συνδικάτο, κι ένα συνδικάτο που μπορείς να εκλέγεις τους αντιπροσώπους σου φαινόταν ελκυστικό. Έτσι οι αυτόνομες ομάδες αρνούμενες να ενταχθούν συλλογικά στο συνδικάτο, απομονώνονταν καθώς τα διάφορα συντονιστικά εντάσσονταν μαζικά στο συνδικάτο αυτό, μετασχηματίζοντάς το έτσι, σε μια θεαματική αντανάκλαση των αυτόνομων συνελεύσεων, πλήρως νομιμοποιημένης βέβαια. Από τη στιγμή που το ψεύτικο πήρε τη θέση του αληθινού, οι αυθεντικοί ανεξέλεγκτοι αγώνες βάλθηκαν να ξεγυμνώνουν αυτό το ρεφορμιστικό θέαμα. Από το ’76 ως το ’78 ξετυλίχτηκαν μια σειρά από άγριες απεργίες σε όλη τη χώρα. Σ αυτές τις απεργίες, που γρήγορα πήραν έναν επιθετικό χαρακτήρα αρκετά σαφή, ξέσπασαν πολυάριθμες συγκρούσεις με την αστυνομία. Πικετοφορίες, οδοφράγματα, σαμποτάζ, επιθέσεις σε γραφεία συνδικάτων, κομμάτων κλπ. Τα συνδικάτα κατέστειλαν τις απεργίες με αντάλλαγμα την νομιμοποίησή τους. Απομόνωσαν και συκοφάντησαν τους εμψυχωτές των συνελεύσεων για να καταπολεμήσουν αποτελεσματικότερα τους απεργούς. Με γραφειοκρατικούς χειρισμούς και ψευδείς πληροφορίες έπεισαν τους εργάτες να γυρίσουν στη δουλειά τους… Το χαριστικό χτύπημα στις συνελεύσεις το έδωσε η αστυνομία που διέλυσε με στρατιωτικούς όρους τις εναπομείνασες απεργίες (περιπτώσεις Vitoria και «Roca» το ’76) συμπληρώνοντας τη καταστολή των συνδικάτων. Η πολιτική ανωριμότητα των εργαζομένων, που ανέχονται στις συνελεύσεις τους τα συνδικάτα, επιτρέποντάς τους να μιλούν στο όνομά τους, είναι η αιτία της σημερινής κατάπτωσης του απεργιακού κινήματος.

Σε πρακτικό επίπεδο είναι δύσκολο να ξεγελάσεις μια συνέλευση δεδομένης της εμπειρίας των εργατικών αγώνων, ωστόσο σε θεωρητικό επίπεδο όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της αυτονομίας των συνελεύσεων έχουν πλέον ακρωτηριαστεί και καταχωρηθεί στην νομιμότητα. Παρατηρούμε έτσι το οξύμωρο, στη δικτατορία του Φράνκο, τα θεωρητικά κείμενα διακινούνταν στην παρανομία, αφήνοντας την παραπληροφόρηση να οργιάζει μέσα στην τάξη, ενώ στην εποχή μας το εμπόριο των ιδεολογιών ξεπουλάει και κάθε πικραμένος ψάχνει στη θαλασσοταραχή για τον γραφειοκράτη που θα αναθέσει την βελτίωση της μιζέριας του. Ξεβράζεται λοιπόν όπως και πολλά από τα αρχαιότερα μέλη των σεβάσμιων αντικαπιταλιστικών οργανώσεων στην USO ή στην CNT, για να κερδίσει επάξια μια θέση στην κατεστημένη εργατική γραφειοκρατία, παπαγαλίζοντας την καταδίκη της ανεξέλεγκτης εργατικής βίας ή της βίας των ριζοσπαστικών ομάδων. Από το ’76 ως το ’78 ξέσπασαν μια σειρά από εξεγέρσεις που ανατάραξαν το μεγαλύτερο μέρος των ισπανικών φυλακών. Αυτές οι εξεγέρσεις είχαν ως αφετηρία τον αγώνα για την αμνηστία των κοινωνικών («ποινικών») κρατουμένων, παράλληλα με την αμνηστία στους πολιτικούς κρατουμένους που θα εκχωρούσε το νέο καθεστώς.

Η πάλη μέσα από τις φυλακές πήρε κάποιες συνελευσιακές μορφές, όπως το COPEL (Συντονιστικό Αγώνα Φυλακισμένων:, Σημ: προέκυψε ταυτόχρονα με τη χορήγηση αμνηστίας στους πολιτικούς κρατουμένους, διεκδικώντας την απελευθέρωση και των κοινωνικών κρατουμένων, στις κινητοποιήσεις του συμμετείχαν με ενθουσιασμό τα φυλακισμένα μέλη των αυτόνομων ομάδων), μια δομή αυτοοργάνωσης των κρατουμένων που δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τον ηγετισμό, που χωριζόταν σε δύο είδη: από την μία οι ρεφορμιστές ηγετίσκοι που αρκούνταν στην διεκδίκηση πιο «ανθρώπινων» φυλακών υμνητές των υποσχέσεων του Garcia Valdéz (διευθυντή των φυλακών) για την αναβάθμιση των φυλακών, κι από την άλλη μια μειοψηφία ριζοσπαστών που προέβαλλαν την πλήρη καταστροφή των φυλακών. Η αστυνομία κατέπνιξε βίαια κάθε κινητοποίηση και η γενική διεύθυνση σωφρονιστικών καταστημάτων ξεχώρισε και έριξε στα γρήγορα σε ειδικές φυλακές τη μειοψηφία που διακρίθηκε στις κινητοποιήσεις για το ριζοσπαστισμό της. Η ειρήνη βασίλευσε πάλι στις φυλακές που βρίσκονταν τώρα υπό τη στρατιωτική κατοχή της αστυνομίας. Στο δρόμο μονάχα κάποιες επιτροπές προ-COPEL, ελάχιστοι τομείς της CNT και οι GGAA έφερναν την πάλη προς τα έξω.

Από το ’79 ως το ’80 υπήρξε μια φανερή κόπωση στους κοινωνικούς αγώνες. Ξεχώρισαν μόνο οι συνελευσιακές απεργίες των νοσοκομείων και της FASA-RENAULT (στο Valladolid) με πικετοφορίες και συγκρούσεις με την αστυνομία. Από το ’76 ως το ’80 τόσο τα κόμματα όσο και τα συνδικάτα είδαν τον αριθμό των πιστών τους να μειώνεται σημαντικά. Στις τελευταίες εκλογές η αποχή έφτασε το 40%. Αυτό υποδηλώνει μια έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική, ότι δηλαδή η εναλλαγή της δικτατορίας της καπιταλιστικής δημοκρατίας έχασε κάθε γόητρο μέσα σε 4 χρόνια. Αν και σε πολλές άλλες χώρες το δημοκρατικό ψέμα κρατάει αρκετά χρόνια πριν απομυθοποιηθεί, εδώ άντεξε μόλις μια τετραετία.

Όσον αφορά την εργατική τάξη και το ισπανικό προλεταριάτο, δεν έχουν άλλη εναλλακτική από την κοινωνική επανάσταση. Σκεφτόμαστε ότι είναι απλώς ένα ζήτημα χρόνου. Η μόνη άλλη πιθανότητα, και το μόνο που θα μπορούσε να αποκόψει την παγκόσμια επαναστατική κίνηση είναι η πλήρης μετατροπή της ανθρωπότητας, από την αντεπαναστατική τρομοκρατία των πολυεθνικών, σε αυτοματοποιημένα ρομπότ. Οι κοινωνικές αντιθέσεις εκρήγνυνται, οι αντικειμενικές συνθήκες είναι εδώ, λείπουν μόνο τα υποκείμενα.

Από το ξεκίνημά της, στις αρχές του ’70, με λίγα μέλη, και μέχρι το ’74, η ένοπλη πάλη, κοινή στα προλεταριακά κινήματα, έγινε μέσα από μας -χωρίς να κομπάζουμε γι αυτό- μια επιθετική πρακτική αγώνα στην Ισπανία. Ήταν άλλωστε η μοναδική περιπέτεια που άξιζε τον κόπο να ζήσουμε, η μόνη «περιπέτεια» που μπορεί να μας προσφέρει η σύγχρονη εποχή: η καταστροφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Στην πραγματικότητα, η είσοδος σε αυτόν τον αγώνα, στη ζώνη της κοινωνικής αυτονομίας, των αυτόνομων αντικαπιταλιστικών κομάντος της χώρας των βάσκων και των εργατών της SEAT, έρχεται να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα της αρχικής μας θέσης, ότι ήταν και είναι απλό θέμα χρόνου όπως αναδεικνύουν και ανάλογες εμπειρίες πάλης στην Ισπανία και στην Ευρώπη. Ξεκινώντας από μια κοινωνική πραγματικότητα και μια εμπειρία αγώνων διαφορετική από τη δική μας, έρχονται να βεβαιώσουν πως η ένοπλη πάλη, κι όχι σαν αποκλειστικό εργαλείο, μπορεί να ανατρέψει ριζικά τις οικονομικές ανάγκες της ζωής επιφέροντας την καταστροφή αυτού που μας εμποδίζει να ζήσουμε: της μισθωτής εργασίας, της οικονομίας και του κράτους.

Αυτόνομες Ομάδες

Αύγουστος 1980

Advertisements

Αυτόνομες Ομάδες,Ισπανία 1974-1980 και η κόντρα με τη CNT

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s