«…Όταν δοκιμάζω να εξηγήσω στον εαυτό μου πώς έγιναν τα πράγματα, όλες αυτές οι εμπειρίες διαλύονται, γίνονται φαντάσματα κι αδύναμες ενδείξεις. Και μετά μου φαίνεται πως την έχω αδικήσει την Τζούντιθ: παίζοντας αυτό το πανάρχαιο παιχνίδι, όπου όλα είναι κανονισμένα εκ των προτέρων, η κάθε εμπειρία έχει σημασιοδοτηθεί απ’ την αρχή, χάνοντας έτσι την αλήθεια και την πραγματικότητά της. Τα συναισθήματα του μίσους μας αντίθετα ήταν τόσο πραγματικά, που όσο κι αν στην αρχή προσπαθούσαμε, όλες αυτές οι εξηγήσεις μας φαίνονταν γελοίες, νιώθαμε οτι μας ταπείνωναν, μας εξευτέλιζαν και ειρωνεύονταν τη δυστυχία μας. Κάποτε έκανα το λάθος και είπα στην Τζούντιθ ότι αυτή η μανία της να μαζεύει με πάθος κάθε μικρή πληροφορία, να διαβάζει με δέος καθετί τυπωμένο και να το δέχεται σαν αξίωμα, βάσει του οποίου μπορεί να ρυθμίζει τη ζωή της – π.χ. η τρέλα που είχε με τη μόλυνση της ατμόσφαιρας ή με την υγιεινή διατροφή – , θα μπορούσε ίσως να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι σαν παιδί δεν δέχτηκε ποτέ κανενός είδους πληροφόρηση, με αποτέλεσμα να θεοποιεί το παραμικρό, τώρα που είχε μεγαλώσει. Δεν πρόλαβα να τελειώσω και δάγκωσα τη γλώσσα μου. Η Τζούντιθ μου απάντησε ότι η δική μου μανία να ερμηνεύω και να αιτιολογώ τα πάντα άγγιζε επίσης τα όρια της ειδωλολατρίας, κι ότι μ’ αυτή μου τη συνήθεια σκοπό είχα απλώς να τραβήξω την προσοχή του άλλου σε κάτι διαφορετικό κι όχι σε μένα τον ίδιο. Στην αρχή δεν πρόσεχα και πολύ τις αλλαγές της Τζούντιθ, αλλά κι όταν ακόμα τις έπαιρνα είδηση, δεν τις έπαιρνα στα σοβαρά, για το λόγο αυτό μου ήταν εύκολο να ξεφουρνίζω τις εξηγήσεις μου. Ήμουν μάλιστα υπερήφανος για τον εαυτό μου που την καταλάβαινα τόσο καλά. Η Τζούντιθ καταλάβαινε επίσης αυτά που της έλεγα, απορούσα όμως επειδή καθόλου δεν τα λογάριαζε. Στη συνέχεια παρατήρησα πώς άρχισε να μισεί τις εξηγήσεις μου, όχι επειδή της φαίνονταν λαθεμένες, αλλά επειδή ήταν εξηγήσεις. Και μαζί μ’ αυτές άρχισε να μισεί κι εμένα, που καθόμουνα κι όταν άρχιζα να εξηγώδεν έλεγα να τελειώσω. «Είσαι βλάκας!», μου έλεγε η Τζούντιθ και ξάφνου ένιωθα πράγματι σαν ανόητος. Αυτό το συναίσθημα της βλακείας με κυρίευε, μου άρεσε μάλιστα, ήμουν μια χαρά. Έτσι γίναμε οριστικά εχθροί, δεν εξηγούσα πια τίποτα, έβριζα μόνο, κι ήταν αυτονόητο ότι σύντομα δεν θα μπορούσαμε ν’ αντέξουμε άλλο αυτήν την κατάσταση και θα φτάναμε στο σημείο να θέλουμε να πληγώσουμε και σωματικά ο ένας τον άλλον. Στο μεταξύ, παρ’ όλο το σφίξιμο στο λαρύγγι μου, χαιρόμουν στη σκέψη ότι είχα καταφέρει επιτέλους να φερθώ με κακία, όπως και οι άλλοι. Γιατί μέχρι τότε τρόμαζ στην ιδέα και μόνο ότι άνθρωποι που αγαπιούνταν, μπορούσαν ξαφνικά ν’ αλλάξουν συμπεριφορά και να γίνουν εχθροί. «Μα πώς είναι δυνατόν!», έλεγα πάντα. Τώρα λοιπόν μου είχε συμβεί κι εμένα το ίδιο, δεν μπορούσα να το αποφύγω, είχαμε και οι δυο μας μεταμορφωθεί σε τέρατα.

Δεν χωρίζαμε ωστόσο, γιατί κανένας απ’ τους δύο δεν ήθελε να παραδεχτεί την ήττα του…»

«Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό» του Peter Handke, σελ. 132-134

54fb1c06-3635-4845-825e-27a7259610ecΜε μια πρώτη ανάγνωση το μυθιστόρημα μας δίνει την εντύπωση ταξιδιωτικής περιγραφής· ο αφηγητής, ένας Αυστριακός, που μόλις χώρισε απ’ τη γυναίκα του, διασχίζει την Αμερική κατά πλάτος. Με τις τσέπες του γεμάτες ταξιδιωτικές επιταγές ξεκινά από την ανατολική ακτή, από το Πρόβιντενς, και, περνώντας από τη Νέα Υόρκη και τη Φιλαδέλφεια, φτάνει στη Δυτική Ακτή, στο Μπελ Αιρ του Λος Άντζελες. Η γυναίκα του ακολουθεί ξέχωρα την ίδια διαδρομή, για να συναντηθούν προς το τέλος στον Ειρηνικό – και η ένταση μεταξύ τους κορυφώνεται και καταλαγιάζει στις τελευταίες μόλις σελίδες.

Δεν πρόκειται όμως μόνο για ένα ταξίδι στη Νέα Ήπειρο. Ταυτόχρονα ο συγγραφέας μάς μιλάει, χωρίς υπαινιγμούς, και για μία προσωπική περιπλάνηση στον υποκειμενικό χώρο των αναμνήσεών του, για μια διστακτική και συνάμα ηθελημένη εξερεύνηση «αυτού του χρόνου και του άλλου», για τα πρώτα του βήματα στον καινούργιο κόσμο της ψυχής του, «μετά το χωρισμό». Τα όρια που χωρίζουν αυτούς τους δύο κόσμους δεν είναι ξεκάθαρα. Τα τοπία τους ωστόσο περιγράφονται με λεπτομέρεια και επιμονή.
Ο ίδιος αγωνίζεται να πεισθεί για την πραγματικότητα του καινούργιου κόσμου, που όμως του παρουσιάζεται σαν δοκιμαστικός, σαν πειραματικός. Ο Χάντκε λέει ότι γι’ αυτό το λόγο διάλεξε την Αμερική. Όπως ο ίδιος διασχίζει λοιπόν τη νέα και μακρινή αυτή άγνωστη χώρα, έτσι και η προσπάθειά του ν’ αλλάξει τον εαυτό του διασχίζει το βιβλίο απ’ άκρη σ’ άκρη.
Το μυθιστόρημα εντάσσεται στη μεγάλη παράδοση της γερμανόφωνης λογοτεχνίας της περιπλάνησης, όπου ο ήρωας διαμορφώνεται και ανακαλύπτει τον εαυτό του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού.
Το μυθιστόρημα του Πέτερ Χάντκε δημοσιεύτηκε το 1972. Το βιβλίο έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο χωρισμός του Χάντκε από τη γυναίκα του είναι πρόσφατος. Το ίδιο και το ταξίδι του στην Αμερική. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο : ένα εγώ που παραμένει ανώνυμο. Ο ίδιος ο Χάντκε : «Οι ψυχικές διαθέσεις και οι εξελίξεις που περιγράφονται στο βιβλίο είναι αυτοβιογραφικές. Η εξωτερική ιστορία όμως είναι φανταστική, αν εξαιρέσουμε κάποιες ασήμαντες λεπτομέρειες». (Από την παρουσίαση της έκδοσης)

Advertisements

«Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό»..Peter Handke

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s