alexia_tsagkari23.jpg

Αντράκι δέκα χρονών ήταν όταν του χτύπησαν τη πόρτα ένα πρωί,έτρεξε να ανοίξει ανακουφισμένος μα δεν ήταν η Χαρά,η μάνα του,ήταν δύο ξένοι,δύο αστυνόμοι.Μόλις τους είδε έφυγε και πήγε και τρύπωσε κάτω από το κρεβάτι του.Ακούμπησε το μάγουλό του στο παγωμένο πάτωμα σαν να ήθελε κάτι να ακούσει,το δωμάτιο μύριζε υγρασία και θάνατο,την είχε όμως συνηθίσει τη μυρωδιά του θανάτου,όχι της υγρασίας.Η υγρασία τον αρρώσταινε,η άλλη όμως μυρωδιά του θύμιζε τη μάνα του,ήταν οικία,σχεδόν αγαπημένη.Έτσι τη γνώρισε τη Χαρά,έτσι την έμαθε.Από τη στιγμή που κατάλαβε τον κόσμο το φυσιολογικό για αυτόν ήταν να βλέπει τη μάνα του να χορεύει βαλσάκια με τον θάνατο.

Ποτέ δεν έπινε μπροστά του,όταν γύριζε,καμιά φορά του τραγουδούσε ψυθιριστά, τραγούδια του Σιδηρόπουλου,μέχρι που την έπαιρνε ο ύπνος στην αγκαλιά του,αυτός καθισμένος στον πάτο του κρεβατιού και εκείνη γονατισμένη στο πάτωμα με το κεφάλι της χωμένο μέσα στα χέρια του ..Κάθε λίγο  έκανε πως κουνιόνταν δήθεν για να βολευτεί,μόλις την έβλεπε να σαλεύει,έγερνε το κεφάλι του ελαφρά προς τα πίσω  έπαιρνε μια βαθειά ανάσα και έκλεινε τα μάτια του  ….Άφηνε τα πόδια και τα χέρια του να μουδιάζουν σε σημείο που να μην τα νοιώθει για να μην σηκωθεί και σταματήσει να αισθάνεται την ζεστή ανάσα της.Όταν η Χαρά άρχιζε να ξενερώνει σήκωνε το κεφάλι της και του χαιδευε τα φρύδια..Σε κάθε της «ξύπνημα»του ζήταγε συγνώμη,σε κάθε της συγνώμη έκλαιγαν και οι δύο,σε κάθε τους δάκρυ κρύβονταν μια μικρή ελπίδα..

Δεν είχαν κανέναν άλλον,η μητέρα της Χαράς είχε πεθάνει,.οταν η Χαρά ήταν δώδεκα χρονών και ο πατέρας ήταν στη φυλακή.Είχαν πάει δύο-τρείς φορές στον Κορυδαλλό να τον δουν με τον Μίλτο.Αυτός αγόρι μου είναι ο παππους,του είπε όταν τον πρωτοείδε ο Μίλτος,πρίν περίπου τέσσερα χρόνια.Ένας ψηλόλιγνος γέρος,χωρίς δόντια με πεταγμένες φλέβες στα χέρια και με ένα αδιάφορο απλανές βλέμμα.Ο Μίλτος τρόμαξε τη πρώτη φορά αλλά δεν το είπε ποτέ στη Χαρά,γιατί ένοιωθε πως εκείνη ήθελε να πηγαίνει να τον βλέπει.

Ζούσαν σε ένα σπίτι που τους είχε παραχωρήσει η μητέρα της παιδικής φίλης της Χαράς.Η κυρία Ηλέκτρα,σαν κόρη της την είχε από τότε που έμεινε ορφανή…Η Χαρά με την Σοφία ήταν αχώριστες,μαζί στο σχολείο,μαζί στις βόλτες,μαζί πρωτοείπιαν,σε ένα παγκάκι στο Πεδίον του Άρεως,μαζί κατρακύλησαν,μαζί προσπαθούσαν να κόψουν,μαζί το ξανάρχιζαν…Όταν η Σοφία πέθανε η κυρία Ηλέκτρα σταμάτησε να μιλάει.Σταμάτησε,το ίδιο βράδυ που το έμαθε,έπεσε στο πάτωμα και ουρλιάζοντας χτυπούσε με όλη της δύναμη το στήθος της και τραβούσε τα μαλλιά της,μετά σηκώθηκε πήγε στο κρεβάτι της Σοφίας έκατσε και από τότε δεν ξαναμίλησε ποτέ.Σε ένα χαρτάκι έγραψε πως ήθελε να τη κλείσουν σε γηροκομείο και πως το σπίτι το παραχωρεί στην Χαρά…

Οι αστυνόμοι έχουν μπεί στο σπίτι ,εκείνος κουλουριασμένος κάτω από το κρεβάτι με το μάγουλο ακουμπισμένο στο πάτωμα και με το  χέρι του πιέζοντας με δύναμη το άλλο του αυτί ψυθιρίζει «..θέλω να ρθείς και να μ ανάψεις,το παραμύθι να μου πείς,σαν μάνα γή να μ αγκαλιάσεις,σαν άσπρο φως να ξαναρθείς…»

S.H.

Advertisements

Ο Μίλτος..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s