6

Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος τελείωσε το 1945. Το ίδιο έτος έγινε η δίκη της Νυρεμβέργης όπου εκδικάστηκαν τα εγκλήματα πολέμου των ναζιστών. Γρήγορα αντανακλαστικά θα πει κανείς. Γρήγορα ναι, αλλά και ολίγον πρόχειρα. Στην εν λόγω δίκη, οι κατηγορούμενοι ήταν μόνο 24. Από αυτούς καταδικάστηκαν οι 19.


Δεκαοχτώ χρόνια αργότερα η Γερμανία έχει αφήσει πίσω της τον πόλεμο και έχει στραμμένο το βλέμμα στο μέλλον. Η οικονομία βρίσκεται σε άνθηση. Για τη νέα γενιά, το Άουσβιτς δεν είναι παρά ένα παλιό στρατόπεδο συγκέντρωσης κάπου κοντά στην Κρακοβία. Σε μια ξένη χώρα. Το τι ακριβώς συνέβη σ’ αυτό το στρατόπεδο όμως, οι περισσότεροι εκ των Γερμανών το αγνοούν. Και όσοι γνωρίζουν, έχουν κλειστό το στόμα. Τόσο ερμητικά κλειστό που σταδιακά τα γεγονότα αρχίζουν να σβήνουν και από τη μνήμη τους. Κανείς δε θέλει να θυμάται όσα δεν τον συμφέρουν.

Τα νέα παιδιά δε γνωρίζουν τι έκαναν οι γονείς τους είκοσι χρόνια πριν. Ναι, ήταν μέλη του κόμματος. Όλοι τότε ήταν «μέλη» του κόμματος.


Η πρώτη δίκη του Άουσβιτς ξεκινά στην Φρανκφούρτη στις 20 Δεκεμβρίου του 1963. Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια μετά. Τα περισσότερα «μέλη» του κόμματος έχουν αλλάξει σελίδα στη ζωή τους. Ο ένας φούρναρης, ο άλλος μαραγκός, κάποιος καθηγητής. Πολλοί εργάζονται για τη δημόσια διοίκηση, αποτελούν γρανάζια του κράτους. Αρκετοί δε, βρίσκονται στα υψηλότερα κλιμάκια. Και όλοι σιωπούν. Όλοι καμώνονται πως ξέχασαν. Για ό,τι δε μιλάμε, δε συνέβη ποτέ. Ή κάπως έτσι.

Ο Φριτς Μπάουερ, γερμανοεβραίος εισαγγελέας του κρατιδίου της Έσσης, αποφασίζει να «ξεσκονίσει» τα αρχεία. Σκοπός του να οδηγήσει σε δίκη τον ναζί της διπλανής πόρτας. Τον σεβάσμιο γείτονα, τον καθηγητή, τον φούρναρη. Τον σεβάσμιο γείτονα που ήταν υπεύθυνος για την ομαλή λειτουργία των θαλάμων αερίων. Τον καθηγητή που δεκαοχτώ χρόνια πριν είχε αρμοδιότητα να εντοπίζει τα δίδυμα και να τα οδηγεί στον δόκτωρ Μένγκελε για τα πειράματά του. Τον φούρναρη που ξεδιάλεγε ποιοι ήταν ικανοί για εργασία και τους υπόλοιπους τους παρέδιδε στον σεβάσμιο γείτονα.

index

Φριτς Μπάουερ

Ο Μπάουερ είχε εγκλειστεί και ο ίδιος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για σύντομο χρονικό διάστημα το 1933. Πρόθεσή του δεν ήταν η εκδίκηση, αλλά το να ακουστούν οι ιστορίες των θυμάτων. Όλων αυτών των ανθρώπων που άφησαν την τελευταία τους πνοή στο Άουσβιτς και κανείς δε μιλούσε γι’ αυτούς, κανείς δεν ήθελε να μάθει γι’ αυτούς. «Ο Μπάουερ δεν ήθελε τη δίκη επειδή πίστευε ότι την άξιζε η παλιά Γερμανία, αλλά επειδή τη χρειάζεται η νέα Γερμανία», γράφει ο δημοσιογράφος Ρόνεν Στάινκε. Ήθελε όλοι να δουν κατάματα την πραγματικότητα. Να αντικρίσουν το ναζιστικό παρελθόν τους, να αναμετρηθούν με αυτό και όχι να το καταχωνιάσουν στο υπόγειο. Ήθελε να μάθουν τα νέα παιδιά ποιος ήταν ο πατέρας τους, ο σεβάσμιος γείτονας, ο φούρναρης, ο καθηγητής τους.


Συνολικά στη σειρά αυτή των δικών παραπέμφθηκαν μόνον 789 άτομα από τα 6.500 του προσωπικού της SS που είχαν υπηρετήσει στο στρατόπεδο, από τα οποία καταδικάστηκαν τα 750. Ο Μπάουερ μπορούσε να κατηγορήσει για φόνο μόνον όσους είχαν σκοτώσει χωρίς να ακολουθούν διαταγές. Αυτοί που το είχαν κάνει υπακούοντας σε διαταγή μπορούσαν να κατηγορηθούν μόνο για συνέργεια σε φόνο. Οι δικαστές ψάχνουν τη νομική ευθύνη. Ο Μπάουερ μιλούσε για την ηθική ευθύνη, την ευθύνη της σιωπής, το έγκλημα της σιωπής, το έγκλημα του να ακολουθεί κάποιος τις διαταγές που δέχεται, χωρίς κανέναν δισταγμό, χωρίς ποτέ να τις αμφισβητήσει. Ακόμα κι αν αυτές οδηγούν στο θάνατο αθώους ανθρώπους.

Στη συνέχεια ανέλαβαν τα ΜΜΕ. Μεταχειρίστηκαν τους κατηγορουμένους – τους ίδιους κατηγορούμενους που η κοινωνική ζύμωση δεκαοχτώ χρόνων είχε δώσει τίτλους όπως σεβάσμιος γείτονας, καθηγητής, φούρναρης – ως παράφρονες εγκληματίες, ως αλλόκοτα τέρατα από άλλο γαλαξία. Το γεγονός αυτό ηρέμησε τους «φιλήσυχους» πολίτες και τους έδωσε πίσω τον ύπνο τους. Το γερμανικό κοινό αποστασιοποιήθηκε από το οποιοδήποτε αίσθημα ενοχής σχετικά με όσα είχαν γίνει στο Άουσβιτς και τα συμβάντα εκεί παρουσιάστηκαν ως αποτέλεσμα μερικών πνευματικά άρρωστων ανθρώπων, που δεν ήταν (φυσικά) όπως ο κανονικός μέσος Γερμανός πολίτης. Ο Μπάουερ έγραψε ότι με τον τρόπο που τα ΜΜΕ χειρίστηκαν τη δίκη, υποστήριξαν την «ευσεβή φαντασίωση ότι υπήρχαν μόνο λίγοι άνθρωποι που έφεραν την ευθύνη…και οι υπόλοιποι ήταν απλά τρομοκρατημένοι και εκβιασμένοι άνθρωποι που είχαν υποχρεωθεί να προβούν σε πράξεις τελείως αντίθετες με την πραγματική τους φύση». Επιπλέον, ο Μπάουερ κατηγόρησε τους δικαστές ότι όταν καταδίκαζαν τους κατηγορουμένους, έδιναν την εντύπωση ότι η ναζιστική Γερμανία ήταν στην πραγματικότητα μια χώρα υπό κατοχή, με τους περισσότερους Γερμανούς να μην έχουν άλλη επιλογή από το να υπακούσουν στις διαταγές. «Αυτό όμως», είπε, «δεν έχει καμία σχέση με την ιστορική πραγματικότητα. Ήταν ένθερμοι εθνικιστές, ιμπεριαλιστές, αντισημίτες και άνθρωποι που μισούσαν τους Εβραίους. Χωρίς αυτούς, ο Χίτλερ θα ήταν ανύπαρκτος».

Στο Άουσβιτς πέθαναν 1,1 εκατομμύρια άνθρωποι.


Τον Ιούλιο του 2015, ο 93χρονος Όσκαρ Γκρένινγκ, ο λογιστής του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Άουσβιτς καταδικάσθηκε από γερμανικό δικαστήριο σε φυλάκιση τεσσάρων ετών για «συνέργεια» στη δολοφονία 300.000 Εβραίων. Στο ερώτημα γιατί αποτέλεσε γρανάζι της φονικής μηχανής, απάντησε ότι η κουλτούρα της υπακοής, με την οποία είχε εμποτιστεί από μικρό παιδί, τον εμπόδισε να κάνει κάτι διαφορετικό.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη Δίκη του Άουσβιτς περιγράφονται στην ταινία «Labyrinth of lies» (2015) του Τζούλιο Ρικιαρέλι.

Νίκος Γκαμαρλιάς

Advertisements

Τι έκανες στο Άουσβιτς, πατέρα?

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s