Μόνος μάγκες,μόνος.Εσύ αλάργεψες και σιγά σιγά σε κατάπιε ο ορίζοντας.Ήσουν η τελευταία τρύπα που χωρούσα να μπώ και να μείνω εκεί μέχρι να τελειώσουν όλα.Κάθε βράδυ,κάθε βράδυ που ήθελα να φτύσω τη ψυχή μου,μην αντέχοντας άλλο τη βρώμα της,εσύ  έβαζες τη μύτη μου πίσω από το αυτί σου για να σταματήσει το μαρτύριο.Τα κατάφερνες,όχι πως δε μύριζε καθόλου,αλλά το ταίριασμα της μυρωδιάς σου με τη σαπίλα της ψυχής μου έφτιαχναν ένα άρωμα,όχι όμορφο,μα εθιστικό..Σαν της βενζίνης ή σαν της πίσσας.

Μόνος μ αυτό το μαύρο αποστεωμένο σκυλί με τη ψώρα που με ακολουθεί με το βλέμμα του παντού,σέρνοντας τα πίσω πόδια του και γρυλίζοντας σαν να ξεψυχά,με κοιτάζει σαν να φταίω εγώ που πεθαίνει, δεν χυμάει παρά μόνο με παρακολουθεί.Τα μάτια του,αλλάζουν συνεχώς,σαν να δανείζεται βλέμματα νεκρών,δικών μου νεκρών που γυρίζουν για να με στοιχειώσουν.Τρέμω μην δω και τα δικά σου μάτια φορεμένα στο κεφάλι αυτού του σατανά.

Μόνος και γύρω τέσσερις άρρωστοι,κίτρινοι τοίχοι νικημένοι από την υγρασία και το σκοτάδι,ο δυνάστης μου εκεί στη γωνιά να ψυχοραγεί κοιτώντας με στα μάτια και εγώ γυμνός,κουλουριασμένος με τα γόνατα στο στήθος.Κρατάω την ανάσα μου,αλλά κάθε λίγο η βρώμα που ανεβαίνει μου ανοίγει με βία το στόμα.Μη με κοιτάς,ξέρω πως δεν μυρίζεις εσύ,εγώ είμαι.Οι σφυγμοί μου βαρετοί, μονότονοι,τους χαζεύω στον καρπό μου.

Μόνος με τον θάνατο να με κοιτάζει και γω να τον έχω συνηθίσει.Για το μόνο που χρειάζεται να προσπαθήσει είναι να με πάρει από το διαόλι που όλο και με πλησιάζει.Όσο καταλαβαίνει πως με ζυγώνει ο θάνατος όλο και πιο κοντά μου έρχεται,χωρίς να αγριεύει,μόνο που το γρύλισμα του γίνεται σαν τσίριγμα μωρού,σαν πληγωμένου θηρίου και τα μάτια του χάνονται  λίγο-λίγο,γίνονται τρύπες και τα στοιχειά βγαίνουν απο κεί σαν καπνοί,άσπροι καπνοί που τους εισπνέω και γεμίζω,μπουκώνω και θέλω να φωνάξω μα δεν έχω φωνή,δεν έχω δόντια,δεν βρίσκω τη γλώσσα μου..

Ας γίνει κάτι να τελειώσω,δεν σηκώνει άλλη αναβολή,ας γίνει κάτι να σταματήσει να κατεβαίνει το ταβάνι,να φύγει το μούδιασμα,σαν εκατομύρια καρφίτσες που τρυπούν το σώμα μου.Ν α τελειώσω,έτσι απλά,ειρηνικά,να κλείσω τα μάτια μου και να βουτήξω στο σκοτάδι να πιάσω εκείνες τις μικρές κουκίδες που αχνοφένονται κάθε φορά που σφίγγω τα μάτια μου όταν φοβάμαι.Να καταπιώ το είναι μου,να φέρω το μέσα έξω να σταματήσω επιτέλους να βρωμάω.Να γυρίσεις,να γυρίσεις,να βάλω τη μύτη μου πίσω από το αυτί σου,να χαιδέψω το μάγουλο σου με την άκρη των χειλιών μου,να κλείσω τα μούτρα μου στις παλάμες σου,να σε γαργαλήσω με τις βλεφαρίδες μου..

Μόνος,αγκαλιά με το μαύρο σκυλί στο πάτωμα κοιτάζω τις τρύπες που έχει αντί για μάτια και μέσα του  βλέπω γκρίζα πρόσωπα νεκρών,παράλυτους γέροντες με διελυμένα κρανία,ευνουχισμένα παιδάκια,γυναίκες που θα γεννούσαν αν δεν είχαν σφαγιαστεί…Το δέρμα μου πέφτει,γλυστράει από πάνω μου,σαπίζω και ουρλιάζω από τους πόνους.Έχω τα μάτια μου ανοιχτά μα το σκοτάδι είναι βαρύ,πυκνό και η μυρωδιά από τη ψυχή μου τώρα που δεν έχω δέρμα ακόμα πιο έντονη.Μόνος με το μαύρο σκυλί στο πάτωμα και ο θάνατος να ξεμακραίνει ηττημένος.Ηττημένος αλλά και ήσυχος ξέροντας  πως το μαρτύριο μου δεν τελείωσε.Θα επιστρέψει,το ξέρει καλύτερα από μένα,όταν  θα έχω στραγγίξει από αίμα όταν ο πόνος μου γίνει συνήθεια,τότε θα επιστρέψει για να με πάρει κάτω.

S.H.

Advertisements

To μαύρο σκυλί

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s