gt

Αυτός ήταν ένας οξύμωρος ευφημισμός για τα αποκαλούμενα «ανθρωπολογικά πάρκα» που ξεφύτρωσαν μέσα σε πραγματικους ζωολογικούς κήπους, από την περίοδο του λεγόμενου νέου ιμπεριαλισμού (new imperialism) έως και το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο επινοητής τους ήταν ο Καρλ Χαγκενμπεκ, ένας γερμανός επιτήδιος έμπορος άγριων ζώων, ο οποίος προμήθευε πληθώρα ζωολογικών κήπων της Ευρώπης. Μάλιστα τα συνδύασε με την εξής καινοτομία: Τα ζώα να μην είναι πίσω από κάγκελα σε κλουβιά, αλλά σε ένα περιβάλλον που προσομοίαζε όσο τους επέτρεπαν οι συνθηκες στο φυσικό περιβάλλον του εκάστοτε ζώου, κάτι το οποίο συμβαίνει άλλωστε στους περισσότερους ζωολογικούς κήπους του δυτικού κόσμου.

Οι καινοτομίες του κυρίου Χαγκενμπεκ δεν τελείωσαν εδώ. Ήταν επίσης πρωτοπόρος στο να εκθέτει ανθρωπους δίπλα σε άγρια ζώα, προσδίδοντας μάλιστα στους πρώτους μειωτικούς χαρακτηρισμούς. Το παράδειγμά του το ακολούθησαν πολλοί άλλοι ομοϊδεάτες του και το όνομά του έμεινε στην ιστορία γιατί άλλαξε τόσο το σκηνικό των ζωολογικών κήπων όσο και το περιεχόμενο των εκθεμάτων τους.

Το όνομα του αφρικανού Ότε Μπενγκα έμεινε σε αυτή την ιδιότυπη ιστορία, γιατί ήταν ένα από τα εκθέματα. Ο πυγμαίος κογκολέζος αφού είδε την οικογένεια και την φυλή του να ξεκληρίζονται από την Force Public του βασιλιά του βελγίου Λεοπόλδου Β’, κατάφερε να διαφύγει μόνο και μόνο για να πιαστεί λίγο αργότερα από δουλέμπορους. Από κει και πέρα ξεκινά η μεγάλη του  περιπέτεια στον «πολιτισμένο» κόσμο των λευκών, η οποία εν τέλει του επιφύλασσε μία θέση σε ζωολογικούς κήπους, όπου ο ευγονιστής Μάντισον Γκραντ επικεφαλής του κήπου του Μπρονξ των επιδείκνυε στους επισκέπτες σαν ένα δείγμα του «χαμένου κρίκου» μεταξύ ανθρώπων και ουρακοτάγκων.

Ο Ότε Μπενγκα αυτοπυροβολήθηκε χρόνια αργότερα αφού γνώρισε την «φιλοξενία» του Αμερικάνικου Μουσείου Φυσικής Ιστορίας, της έκθεσης της Λουϊζιάνας δίπλα σε αμερικάνους ινδιάνους, που βρίσκονταν εκεί για τον ίδιο σκοπό, ακόμα και των χριστιανικών ορφανοτροφείων και των καπνεργοστασίων. Πριν πεθάνει δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος, που είχε σώσει από τα νύχια των δουλέμπορων ο ιεραπόστολος Σάμιουελ Φίλιπς Βέρνερ. Είχε εκχριστιανιστεί από τους Βαπτιστές, είχε φτιάξει τα δοντια του ώστε να μην τρομάζουν οι ακονισμένες τους άκρες, ντυνόταν αμερικάνικα, μιλούσε με ευχερεια αγγλικά, είχε αλλάξει ακόμα και όνομα, Μπίνγκο λεγόταν πλέον.

Μου είναι γνωστό ότι αυτού του είδους τα ανθρώπινα εκθέματα χρησιμοποιούνταν από καθε λογής ρατσιστές-ευγονιστές, έτσι ώστε να αποτελέσουν ένα δήθεν ζωντανό παράδειγμα της θεωρητικής σύνδεσης του Φυλετισμού με τον Δαρβινισμό δημιουργώντας μια κοινωνική Δαρβινιστική ιδεολογία η οποία προσπαθούσε να γατζωθεί από τις επιστημονικές ανακαλύψεις του άγγλου φυσιοδίφη και γεωλόγου.

Επίσης μου είναι γνωστο, ότι τετοιου είδους ωμές πρακτικές λαϊκού φυλετισμού του 19ου αιώνα ήταν χρήσιμες στο να νομιμοποιούν ιδεολογικά τις ιμπεριαλιστικές κατακτήσεις και τις βαρβαρότητες μέχρι του σημείου της γενοκτονίας, που λαμβάναν χώρα στις κατακτημένες περιοχές. Η Hannah Arendt το περιγράφει αυτό με εξαιρετική οξύνεια στο βιβλίο της «Οι πηγές του ολοκληρωτισμού». Αυτό που δε μου ήταν καθολου γνωστό είναι τώρα που είμαι 844 μέρες καθαρός, πόσο ταυτίζομαι με τον Ότε Μπένγκα.

Θυμάμαι το βλέμμα των περαστικών στο αθηναϊκό κέντρο, που εναγωνίως προσπαθούσε να μη διασταυρωθεί με το δικό μου λες και θα τους μόλυνε. Τις συστάσεις των μικροαστών γειτόνων της πολυκατοικίας στους γονείς μου. Με τι δύναμη με είχε σπρώξει εκείνος ο μακρυμάλλης ιδιοκτήτης ενός μικρού καφέ στου Ψυρρή για να μη μπω μέσα. Απλά ήθελα να πάρω ένα μπουκάλι νερό.

Θυμάμαι κάτι νεαρούς μπάτσους να με δείχνουν και να γελάνε, όταν βημάτιζα με αστάθεια και έντονο μετεωρισμό στους διαδρόμους του Ευαγγελισμού. Πέθαινε ο πατέρας μου, προσπαθούσα να πεθάνω κι εγώ μαζί του. Τους γιατρούς να με κοιτάνε σα να ήθελαν να με ψεκάσουν με κάτι. Τα γέλια των παιδιών που παίζαν στην πυλωτη της πολυκατοικίας το καλοκαίρι, σταματούσαν όταν πλησίαζα για να μπω και έψαχνα με τρεμάμενα χέρια τα κλειδιά μου.

Οι γονείς τους – αυτοί που έκαναν συστάσεις στους δικούς μου γονείς – είχαν κάνει και στα ίδια συστάσεις: να μη μου μιλάνε, να μη με κοιτάνε στα μάτια και να είναι σε εγρήγορση όταν τα πλησιάζω. Μου το είχε πει με την χαρακτηρστική αφέλεια και τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας ένα ξανθό κοριτσάκι τυχαία, το οποίο συνάντησα μια φορά στα σκαλιά «η μαμά είπε ότι είστε άρρωστος άνθρωπος και τρελός κι εγώ δε μιλάω σε τρελούς».

Εκείνα τα πράσινα σχεδόν ανέκφραστα μάτια του κοριτσιού με έκαναν και αισθάνθηκα πολύ μειονεκτικά. Στα παραλήρηματά μου μερικές φορές την φανταζόμουν λίγο μεγαλύτερη, μέλος της χιτλερικής νεολαίας πλεον να με οδηγεί στα κρεματόρια την ώρα που οι ξανθές κοτσίδες της χρυσολάμπανε απ’ τις αχτίδες του ευρωπαϊκού ήλιου κι αυτή να μου σιγοψιθυρίζει με έντονη γερμανική προφορά: «Είστε άρρωστος και τρελός, μου το είπε η μαμά. Είστε εκφυλισμένη ύπαρξη. Ζωή άξια να μη ζει».

Τα χρόνια περνούσαν έτσι με το άγρυπνο βλέμμα της γειτονιάς να εξαπολύει ακτινες ντροπής, που καίγαν τα σωθικά μου, με τους περαστικούς να περνάνε πάνω απο το πτώμα μου το οποίο ήταν σωριασμένο σε σκαλιά και πεζοδρόμια πέριξ των Εξαρχείων και της Ομόνοιας και με τους ταξιτζήδες να κλειδώνουν πόρτες και να κλείνουν παράθυρα βιαστικά, όταν πλησίαζα το όχημά τους. Με νεαρές γυναίκες στα λεωφορεία να κοιτάνε με αηδία τις πληγές στα χέρια μου κάθε μεσημέρι που το χτικιό μου ξεβραζε στην Ομόνοια. Ιδιοκτήτες καταστημάτων να κράζουν στα μούτρα μου «κλείσαμε ρε φίλε, τι δεν καταλαβαίνεις».

Μια ατέλειωτη συλλογή από σουβενίρ απόρριψης απέχθειας και ρατσισμού απέναντι στην κατακερματισμένη μου ύπαρξη. Σαν ένα άλμπουμ, από εκείνα τα παλιά τα δερματόδετα, με τρισδιάσατες φωτογραφίες που η κάθε μια ξεχωριστα μου προκαλούσε ντροπή και θλίψη. Που ήταν εκεί για να μου δείξει πόσο αηδιαστικός, πόσο κατώτερος ήμουν από όλους τους άλλους, «τους υγιείς».

Μια από τις τελευταίες εικόνες αυτού του άλμπουμ με απεικονίζει σκυμμένο σε ένα παγκάκι κι ένα ζευγάρι τουριστών – απογόνων του Χανκεμπεκ και του Μαντισον Γκραντ – να με φωτογραφίζουν και να γελάνε κάπου κοντά στο αρχαιολογικό μουσείο.

Ο καιρός έχει περάσει, ανήκω πλέον στους «καθαρούς», αυτό το άλμπουμ της ντροπής και των διαδοχικών ηττών το έκαψα με άλλα αναμνηστικά της προηγούμενης ζωής μου. Τις στάχτες του τις φυλάω σε μια κρύπτη. Ακόμα όμως νιώθω τον πόνο, που μου προκαλεί το βάρος που μου φέρνει, σα να το κρατάω κάθε μέρα παραμάσχαλα.

Αυτή η απόρριψη πότισε μέσα μου, το φαρμάκι του ρατσισμού έγραψε στην ψυχή μου. Μπορώ να καταλάβω έστω και λίγο τι αισθανόταν ο Ότε Μπενγκα, όταν τον έδειχαν οι λευκοί και χασκογελούσαν από απόσταση ασφαλείας, όταν τον περιέφεραν για να καταναλωθεί η εικόνα του από τα ξελιγωμένα μάτια των ευγονιστών με την κανιβαλική λάμψη, που τους πρόσδιδε η ιδέα ότι είναι ανώτεροι.

Μπορώ σχεδόν να το νιώσω όταν πλέον είχε σβηστεί από πανω του καθε τι που τον θυμιζε, η σκοτεινή αύρα της απελπισίας, που τον κύκλωνε στα πενιχρά δωμάτια που τον είχαν απωθέσει οι αφέντες του, μου είναι γνώριμη. Αυτό που οπλισε τα χέρια του για να αυτοπυροβοληθεί, αυτό το κάτι που δε μιλιέται, δεν εξηγείται εύκολα ακόμα το κουβαλάω μέσα μου και δε θα επιτρεψω να το ξεχάσω ποτέ. Καταλαβαίνω τον Ότε, ναι αλήθεια τον καταλαβαίνω, άλλωστε και οι δύο είμαστε του Human Zoo της εποχής μας.

 

Toυ Μάριου Ατζέμη

Advertisements

Human Zoo

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s