Εδώ και ώρα χαζεύω τη σκόνη που χορεύει,κοιτάζω τις δαχτυλιές στο τζάμι και ξύνω με μανία το γόνατό μου.Ψάχνω μέσα στο κεφάλι μου έναν λόγο,μια αφορμή να μείνω νηφάλιος.Όσο ακούω το »Βαλς τΤΙΠΟΤΑων χαμένων ονείρων»,δεν σηκώνομαι από το πάτωμα,ίσα που φτάνω με το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου να πατάω το κουμπί από το ποντίκι,το πατάω δευτερόλεπτα πριν τελειώσει,ξανά και ξανά και ξανά..Μεγάλη θυσία για μένα αυτό..Αποφεύγω να ακούω αγαπημένα τραγούδια για να μην τα βαρεθώ,σε σημείο που έχω να ακούσω τραγούδια που αγαπώ για χρόνια.

Έπεσε ο ήλιος και χαζεύω το ταβάνι,από άκρη σε άκρη,σαν μονότονη διαδρομή αστικού λεοφωρείου,αφουγκράζομαι τους διπλανούς,έχουν μια έντονη συζήτηση,αυτή γύρω στα 30,ψυχολόγος,εκείνος στα 35,γόνος ευκατάστατης οικογένειας,εισοδηματίας..Τώρα τελευταία τσακώνονται πολύ συχνά,μάλλον θα χωρίσουν…Ωχου,πάλι γαβγίζει η Ντίλυ.Nτίλι ντίλι το καντήλι   που έφεγγε και κένταγε, η κόρη το μαντήλι…Το θυμάμαι,κάθε φορά που της φωνάζω..Μου είχε κάνει τόση εντύπωση στο νηπιαγωγείο αυτο ποιηματάκι!Γι αυτό την είπα Ντίλυ,για να μη ξεχάσω ποτέ το ποιματάκι.

Αναζητώ το τώρα ανάμεσα στον πρίν και το μετά,το ψάχνω,αλλά μάλλον μάταια αφού το ξοδεύω πουλώντας το στο πριν.Το δικό μου τώρα έγινε το τίποτα.Δεν με πειράζει.

Έκλεισε τη βαριά σιδερένια πόρτα πίσω της..Πόσο συχνά,έρχεται στο μυαλό μου αυτή η φράση..Επιτηδευμένα ατάκτως ειρημένες σκέψεις που σβήνουν γρήγορα,σχεδόν άμεσα.Όπως όταν βλέπεις ένα αστέρι να πέφτει και ποτέ δεν προλαβαίνεις να κάνεις ευχή πριν σβήσει.Έχει αναπτύξει ο οργανισμός μου έναν αυτόματο,ανεξάρτητο μηχανισμό εξοντωσης σκέψης και κάθε είδους προβληματισμού.Είναι σαν παλεύει στο κεφάλι μου το συνειδητό με το υποσυνείδητο..Κερδίζει το υποσυνείδητο,εύκολα.Σέρνομαι με αργές κινήσεις,να ξεφύγω από το παρκέ,το βαρέθηκα,να βρώ τη μαρμαρίνη να ακουμπήσω το μάγουλό μου πάνω της να παγώσει.Αχ,τί όμορφη αίσθηση,έχει και αυτά τα μικρά αυλάκια που μπορώ να σκαλίζω με τα δάχτυλα των ποδιών μου.

Ήρθε η Ντίλυ να μου γλείψει το μάτι,πάλι φωνάζουν τα παιδιά του από πάνω,δάσκαλος,όλο τα δέρνει,τρία έχει.Η κουφή γιαγια του τρίτου βλέπει ειδήσεις,θα χει πάει οκτώ..Τίποτα,δημιούργημα της κενής πραγματικότητάς μας.Πια νοιώθω πως ταιριάζω με τους γείτονες..Τα κατάφερα,τα κατάφεραν.Η κενότητά μας ως κατάφυγιο στην πολύχρωμη απαγορευμένη ολότητα,μια πορεία ανέξοδη,ανάξια λόγου,επικίνδυνα ακίνδυνη,τιποτένια,ευθεία γραμμή..

Οι σειρήνες από τα ασθενοφόρα και τα περιπολικά που ακούγονται μέσα από το χαοτικό τίποτα της πόλης γεμίζουν τα κενά της διάτρητης  καθημερινότητάς μου με έναν τρόπο αφοπλιστικά επιβλητικό.Εξουσιάζουν τον ορίζοντα της ακοής μου,κρατώντας με στις παρυφές του τίποτα,θυμίζοντάς μου πως δεν πρέπει να απομακρυνθώ…

Στο δίλημμα όλα ή τίποτα διαλέξαμε το τίποτα στηρίζοντάς το,αγαπήσαμε το τίποτα,το γεννήσαμε και τώρα το μεγαλώνουμε,το ταιζουμε με θρησκευτική ευλάβεια,παλέυουμε για αυτό και μισούμε ανατανακλαστικά αυτούς που προσπαθούν να μας το πάρουν..

 

Advertisements

Τίποτα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s