Red Libertaria de Buenos Aires (Ελευθεριακό Δίκτυο Μπουένος Άιρες)*

Εισαγωγή

Από τα τέλη του 2001 και τις αρχές του 2002, τμήματα της εργατικής τάξης της Αργεντινής εισήγαγαν μια ασυνήθιστη εμπειρία στον αγώνα τους. Την κατάληψη εργοστασίων και την απαρχή της παραγωγής χωρίς τα αφεντικά. Στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, με την ανεργία στα ύψη, την πτώχευση αρκετών εταιρειών και τεράστιες περικοπές, χιλιάδες εργαζόμενοι αυτο-οργανώθηκαν για να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους.

Οικονομική και πολιτική κρίση

Στο διάστημα 1997-2001 σημειώθηκε μια αρκετά σοβαρή οικονομική κρίση στην Αργεντινή η οποία επηρέασε αποφασιστικά τις εξουσιαστικές δυνάμεις. Η κρίση αυτή πυροδότησε, επίσης, μια λαϊκή εξέγερση στις 19 και 20 Δεκέμβρη 2001 η οποία ανάγκασε σε παραίτηση και διαφυγή από τη χώρα τον τότε πρόεδρο Φερνάντο Ντε λα Ρούα και την απαρχή μιας περιόδου ακυβερνησίας της χώρας (1) αλλά και την περαιτέρω ανάπτυξη του λαϊκού αγώνα. Η εξέγερση έθεσε τέρμα σε μια σειρά νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων στη χώρα, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα μια έκρηξη των λαϊκών αγώνων: συνελεύσεις γειτονιάς, κινήματα ανέργων εργατών και καταλήψεις εργοστασίων και εταιρειών από τους εργάτες.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, το οικονομικό μοντέλο της χώρας βασίστηκε στη “μετατρεψιμότητα” του νομίσματος που επιβλήθηκε στην Αργεντινή. Αυτό σήμαινε ότι ένα πέσο ήταν ίσο με ένα αμερικανικό δολάριο. Ξεκάθαρα, ο μόνος τρόπος διατήρησης αυτής της ισοτιμίας ήταν διαμέσου των εξωτερικών πιστώσεων. Όταν, από το 1997, οι πιστώσεις αυτές ακρίβυναν, η οικονομία της Αργεντινής οδηγήθηκε σε σοβαρή ύφεση. Ενώ το οικονομικό αυτό μοντέλο δημιούργησε τεράστιο ποσοστό ανεργίας (πάνω από 10%) η πραγματική ανεργία ανήλθε σε πάνω από 25%. Αρκετές επιχειρήσεις πτώχευσαν πετώντας όλο και πιο πολλούς εργαζόμενους στο δρόμο. Η αντίδραση της κυβέρνησης, ακολουθώντας τις συμβουλές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ήταν η εφαρμογή περικοπών στον εθνικό προϋπολογισμό οι οποίες χειροτέρευσαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων. Από το 2001 η Αργεντινή έπαυσε να αποτελεί παράδεισο επενδύσεων, μιας και μεγάλο μέρος του κεφαλαίου έφυγε από τη χώρα. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να “παγώσει” τις τραπεζικές καταθέσεις, απαλλοτριώνοντας δηλαδή τις καταθέσεις της εργατικής και της μεσαίας τάξης για να σωθεί το τραπεζικό σύστημα.

Αντιμέτωπη με την κατάσταση αυτή, η άρχουσα τάξη διαιρέθηκε σε δυο στρατόπεδα για να ξεπεράσει την κρίση, Το ένα στρατόπεδο επιζητούσε την εγκατάλειψη της “μετατρεψιμότητας”, υποτιμώντας το νόμισμα και καθιστώντας την τοπική παραγωγή πιο ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο. Το άλλο στρατόπεδο επιζητούσε την υιοθέτηση του δολαρίου ως νομίσματος καθημερινών συναλλαγών κάνοντας την τοπική οικονομία όλο και πιο εξαρτημένη από την οικονομία των ΗΠΑ.

Η κοινωνική κατάσταση έγινε πιο δυσμενής τον Δεκέμβρη του 2001. Το “πάγωμα” των τραπεζικών καταθέσεων είχε ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μην μπορούν να πληρωθούν. Η έλλειψη χρήματος επέτεινε τη διαδικασία πτώχευσης και η ανεργία αυξήθηκε περαιτέρω. Αυτό οδήγησε στη μαζική λεηλασία καταστημάτων στα προάστια των μεγάλων πόλεων στις 15 του μήνα αυτού. Η κυβέρνηση αντέδρασε με την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, καταπατώντας τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών τη νύχτα της 19 Δεκέμβρη. Μετά από ένα προεδρικό διάγγελμα στην τηλεόραση εκείνο το βράδυ, ο πληθυσμός των μεγάλων πόλεων ξεχύθηκε στους δρόμους, χτυπώντας κατσαρόλες φωνάζοντας “Τι μαλάκες, τι μαλάκες! Να βάλουν την κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον κώλο τους!” ή “Να φύγουν όλοι, κανείς τους να μη μείνει!”, απαιτώντας την παραίτηση του υπουργού Οικονομικών, του προέδρου και όλων των πολιτικών. Έτσι άρχισε η λαϊκή εξέγερση, εξεγερτικής φύσης, που τερμάτισε την προεδρία του Φερνάντο Ντε λα Ρούα.

Λαϊκή κινητοποίηση

Τους μήνες που ακολούθησαν την πτώση του Ντε λα Ρούα, η Αργεντινή εισήλθε σε μια διαδικασία ανάπτυξης των λαϊκών οργανώσεων και των αιτημάτων τους. Αξιοσημείωτη είναι η ανάδυση των Συνελεύσεων Γειτονιάς και του κεντρικού ρόλου που έπαιξε το κίνημα των Piqueteros (κίνημα ανέργων). Οι Συνελεύσεις Γειτονιάς αναδύθηκαν κατά τις πρώτες βδομάδες μετά την πτώση Ντε λα Ρούα. Σε όλες σχεδόν τις δημόσιες πλατείες και τις μεγάλες γωνίες των μεγάλων πόλεων, συγκεντρώνονταν χιλιάδες πολίτες για πρώτη φορά. Εκεί συζητούσαν τα πολιτικά ζητήματα, οργάνωσαν δράσεις (διαδηλώσεις, escraches -κάτι σαν καθιστικές διαμαρτυρίες- και επιζητούσαν, διαμέσου της αλληλοβοήθειας, να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των ανέργων πολιτών. Επίσης, συγκροτούσαν συντονιστικά των Συνελεύσεων Γειτονιάς που συνέρχονταν σε βδομαδιάτικη βάση για να συντονίσουν τις δραστηριότητες.

Από την άλλη πλευρά, το κίνημα των Piqueteros -που εμφανίστηκε το 1997, οργανώνοντας εργάτες που απολύθηκαν μετά την ιδιωτικοποίηση της κρατικής εταιρείας πετρελαίων στην Παταγονία καθώς και στα βορειοδυτικά της χώρας, εργάτες που αγωνίζονταν για να έχουν εργασία και επιδοτήσεις που να επουλώνουν τα προβλήματα της ανεργίας τους- εξαπλώθηκε σε πανεθνική κλίμακα. Το 2001 οι φτωχοί και οι άνεργοι στα φτωχοπροάστεια του κέντρου της χώρας, του Μπουένος Άιρες, οργανώθηκαν και άρχισαν επίσης τις κινητοποιήσεις. Η μεταβατική κυβέρνηση του Εδουάρδο Ντουάλντε, που εκλέχθηκε από τη Συνταγματική Συνέλευση (που αποτελείται από τη Βουλή και τη Γερουσία) στις 2 Γενάρη 2002, έπρεπε να αυξήσει τα επιδόματα ανεργίας ώστε να προσπαθήσει να κατευνάσει τα εκατομμύρια των ανέργων εργατών, αλλά αντί γι’ αυτό οδήγησε στην ανάπτυξη των προλεταριακών διαμαρτυριών. Επιπλέον, οι άνεργοι συγκρότησαν τις δικές τους αυτοδιευθυνόμενες κοοπερατίβες ώστε να δημιουργήσουν από μόνοι τους θέσεις εργασίας.

Οι οργανώσεις των Piqueteros μεταβλήθηκαν έτσι σε σημαντικό πολιτικό παράγοντα εκείνη την εποχή, θέτοντας πολιτικά αιτήματα διαφορετικών τομέων και διαδηλώνοντας πιέζοντας την κυβέρνηση. Τους πρώτους μήνες του 2002 δημιουργήθηκε μια δυνατή συμμαχία των Συνελεύσεων Γειτονιάς, κυρίως αυτών από τις πόλεις που αποτελούνταν κατά βάση από πρώην μέλη της μεσαίας τάξης, και των οργανώσεων των ανέργων των πόλεων, με βάση το σύνθημα “Παλούκι και κατσαρόλα ο αγώνας είναι ένας”.

Καταλήψεις εργοστασίων

Είναι σ΄ αυτό το πλαίσιο της οικονομικής κρίσης και των λαϊκών κινητοποιήσεων που ένα φαινόμενο έλκυσε περισσότερο την αντικαπιταλιστική μαχητικότητα σε όλο τον κόσμο: η διαδικασία κατάληψης εργοστασίων και επιχειρήσεων και η παραγωγή από τους εργάτες, χωρίς αφεντικά.

Ενώ η διαδικασία αυτή ήταν κάτι νέο στην Αργεντινή, έχει σημαντικούς δεσμούς με τις εργατικές παραδόσεις και μεθόδους αγώνα. Η τακτική της κατάληψης εργοστασίων έχει μακρά ιστορία στη χώρα. Η πιο σπουδαία τέτοια κινητοποίηση έγινε το 1964 από την CGT (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας). Σε μια μέρα 10.000 από τις πιο σημαντικές βιομηχανικές μονάδες της χώρας καταλήφθηκαν από τους εργάτες με στρατιωτική ακρίβεια. Ο χαρακτήρας της όλης κινητοποίησης ήταν βέβαια γραφειοκρατικής υφής και οδήγησε σε μια διαδικασία διαπραγματεύσεων ώστε να συσσωρεύσει εξουσία μέσα στο σύστημα και να μην αποκοπεί από αυτό. Αλλά η κίνηση αυτή σόκαρε και την αστική τάξη και τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία σε τέτοιο σημείο που το σχέδιο αγώνα που είχε οργανωθεί σε διακριτά στάδια, απέτυχε αμέσως.

Η κατάληψη των χώρων εργασίας ήταν επίσης μέσο αντίστασης ενάντια στα σχέδια ιδιωτικοποίησης της τότε δικτατορίας. Μερικά παραδείγματα είναι η κατάληψη της ψυκτικής βιομηχανίας Lisandro de la Torre (που έγινε για να αποφευχθεί η ιδιωτικοποίησή της και η οποία οδήγησε σε μια δυναμική εργατική εξέγερση στην περιοχή όπου βρισκόταν), η κατάληψη της κλωστοϋφαντουργίας Alpargatas κατά τη διάρκεια της τελευταίας στρατιωτικής δικτατορίας, του εργοστασίου El Chocón Dam κ.ά.

Υπήρξαν επίσης και άμεσες κινητοποιήσεις που είχαν τις ρίζες και την ιστορία τους στο εργατικό κίνημα της Αργεντινής, όπως π.χ. η απεργία με την παρουσία ενός εργατικού χώρου, που είναι κάτι παραπάνω από μια απλή “κατάληψη” εργοστασίου.

Αλλά μετά την κρίση του 2001 εμφανίστηκε κάτι καινούργιο: οι εργάτες καταλάμβαναν ήδη κλειστά εργοστάσια για να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους και άρχισαν ξανά την παραγωγή χωρίς αφεντικά.

Στις πιο πολλές περιπτώσεις, οι καταλήψεις άρχισαν ως προληπτικές δράσεις. Αυτό σήμαινε ότι οι εργάτες επιζητούσαν να εμποδίσουν τους εργοδότες να μεταφέρουν τα μηχανήματα και τα προϊόντα πριν κηρύξουν πτώχευση. Εάν συνέβαινε αυτό οι επιχειρήσεις δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν μισθούς και επιδόματα καθώς δεν είχαν πλέον ιδιοκτησία και έβγαιναν στον πλειστηριασμό για να πληρώσουν τα χρέη τους.

Ωστόσο, οι εργάτες άρχισαν γρήγορα να οργανώνουν ξανά την παραγωγή στα εργοστάσια αυτά. Είχαν ως οδηγό τη Industria Metalúrgica y Plástica Argentina – IMPA, που είχε καταληφθεί από το 1996 και οι εργάτες της είχαν αρχίσει την αυτοδιεύθυνση, μετά από αντίσταση βδομάδων ή και μηνών, σε μια από τις πιο σημαντικές πολιτικές και νομικές μάχες.

Σε αυτό το σημείο η αλληλεγγύη που δόθηκε από κατοίκους της περιοχής, τις συνελεύσεις και τους Piqueteros -η οποία επέτρεψε την κατάληψη μέσω των μαζικών κινητοποιήσεων και το δικαίωμα να λειτουργήσουν- ήταν απαραίτητη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν είχαν κερδίσει την υποστήριξη των γραφειοκρατών συνδικαλιστών, των κίτρινων (υπέρ των εργοδοτών) συνδικαλιστών ηγετών, αν και, σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, μερικοί συνδικαλιστικοί τομείς υποστήριξαν επίσης την κατάληψη. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση, αλλά όχι και η μοναδική, είναι αυτή της Zanon (που σήμερα ονομάζεται FaSinPat ή Fábrica Sin Patrón – Εργοστάσιο χωρίς αφεντικό), όπου οι εργαζόμενοι κατάφεραν να ανακτήσουν τις συνδικαλιστικές δομές (πρώτα η βάση και μετά το συνδικάτο) από τα χέρια της γραφειοκρατίας, μετατρέποντάς την σε αγωνιστική οργάνωση της ταξικής πάλης.


Οι συνήθεις μηχανισμοί κατάληψης μιας εταιρείας μπορούν να περιγραφούν ως ακολούθως: Πρώτον, η εταιρεία καταλαμβάνεται για να αποφευχθεί η εξάντληση των αποθεμάτων των προϊόντων και των κεφαλαιουχικών της αγαθών, να αντιμετωπισθεί ενδεχόμενο lockout ή να απαιτηθεί η καταβολή ξεχωριστών μισθών. Στη συνέχεια, αποφασίζεται το εργοστάσιο να αρχίσει να παράγει ως μέσο κάλυψης των χρεών του εργοδότη. Γι’ αυτό, οι εργαζόμενοι που δημιούργησαν εργατικούς συνεταιρισμούς και ανέλαβαν τη νομική μάχη αποζημιώθηκαν με το δικαίωμα της λειτουργίας της εταιρείας. Τις περισσότερες φορές απέκτησαν, αρχικά, προσωρινά τέτοια δικαιώματα (για δύο χρόνια ή περισσότερο), αλλά όχι τα δικαιώματα ιδιοκτησίας. Έτσι έπρεπε να προβούν σε περαιτέρω αγώνες για να πετύχουν την απαλλοτρίωση των επιχειρήσεων και μόνο τότε τους δόθηκε το ακίνητο. Οι αγώνες αυτοί έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, όπως στην περίπτωση της κεραμικής Zanon.

Αλλά αυτή η πορεία του αγώνα ήταν πολύ μακριά και δύσβατη. Το πλαίσιο της λαϊκής κινητοποίησης και της πολιτικής κρίσης της αστικής τάξης και της κρατικής εξουσίας ήταν οι συνθήκες που επέτρεψαν την επίτευξη αυτών των αιτημάτων. Η κυβέρνηση ήταν σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωμένη και δεν μπορούσε να εμποδίσει την κατάληψη των εργοστασίων.


Ωστόσο, δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι με το νομικό πλαίσιο λειτουργίας των εργοστασίων που έχει κατακτηθεί, τα προβλήματα έχουν ξεπεραστεί. Πρέπει τώρα να αντιμετωπιστούν τόσο μεγάλα προβλήματα όσο και αλλού, αλλά εμπορικού χαρακτήρα. Τα κατειλημμένα εργοστάσια ήταν συχνά άδεια. Δεν είχαν αποθέματα πρώτων υλών ή προϊόντων. Συχνά τα αφεντικά είχαν ήδη αφαιρέσει μεγάλο μέρος των μηχανημάτων. Σε άλλες περιπτώσεις, το γεγονός του ότι είχαν κλείσει επί μήνες είχε προκαλέσει ζημιές στα μηχανήματα. Αυτό συνέβη σε πολλά εργοστάσια γυαλιού ή μετάλλου όπου οι κλίβανοι είχαν καταστραφεί επειδή παρέμεναν εκτός λειτουργίας. Εξάλλου, λόγω των υψηλών χρεών, τα κανάλια προμηθειών και ενέργειας ή νερού δεν υπήρχαν πια, και είχαν χάσει σημαντικούς πελάτες λόγω αδράνειας. Για τις επιχειρήσεις αυτές η πρόσβαση σε πιστώσεις ήταν μηδενική.

Ούτε πρέπει να ξεχνάμε ότι πρόκειται για εταιρείες που είχαν κλείσει λόγω της αδυναμίας τους να ανταγωνιστούν στην καπιταλιστική αγορά. Πολλές από αυτές είχαν, επίσης, ξεπερασμένη τεχνολογία και δεν διέθεταν κεφάλαιο. Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις, η έναρξη των παραγωγικών δραστηριοτήτων βασίστηκε σε μια ισχυρή δόση αυτοεκμετάλλευσης, προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία κεφαλαιοποίησης. Συχνά, οι εργαζόμενοι έπρεπε να δουλεύουν πολλές ώρες χωρίς να είναι σε θέση να πληρωθούν για να αγοράσουν νέα προϊόντα, και επειδή δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις μηχανές τους, έπρεπε να παράγουν σε ένα σχεδόν βιοτεχνικό τρόπο.

Χαρακτηριστικά των εταιρειών χωρίς αφεντικά

Σύμφωνα με μια μελέτη μιας ομάδας δημοσιογράφων από το http://www.lavaca.org, το 2007 υπήρχαν 163 εταιρείες που λειτουργούσαν χωρίς αφεντικά. [2] Οι κατηγορίες των επιχειρήσεων ποικίλουν. Βασικά, ήταν εταιρείες παροχής υπηρεσιών (πληροφορική, σούπερ μάρκετ, εφημερίδες, σχολεία, νηπιαγωγεία κ.λπ.), καθώς και παραγωγικές επιχειρήσεις (κατασκευές, εξαρτήματα αυτοκινήτων, τρόφιμα, λάδι, πλαστικό, γυαλί κ.λπ.). Είναι γενικά μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, με την πλειονότητά τους να έχουν περίπου 50 μετόχους, και κυμαίνονται από 10 μέλη η πιο μικρή μέχρι σε μια περίπτωση 500 μέλη η πιο μεγάλη. Έτσι μιλάμε για κατάληψη μιας μειοψηφίας των εταιρειών της Αργεντινής.

Όσον αφορά τις μορφές οργάνωσης, όλες έχουν τη νομική μορφή του συνεταιρισμού. Υπό την έννοια αυτή, ο νόμος που διέπει τους συνεταιρισμούς είναι πολύ περιοριστικός όσον αφορά τις οργανωτικές πτυχές, δεδομένου ότι επιβάλλει την ύπαρξη διοικούσας επιτροπής και προέδρου. Οι πρόεδροι έχουν σχεδόν πλήρεις εξουσίες στη διάθεσή τους, αλλά πρέπει να δίνουν λογαριασμό για το οικονομικό έτος στους μετόχους στις ετήσιες τακτικές συνελεύσεις. Ωστόσο, πάνω και πέρα από αυτή τη νομική κάλυψη, οι περισσότεροι συνεταιρισμοί έχουν πράγματι υιοθετήσει άλλες μορφές οργάνωσης, που εξασφαλίζουν την πλήρη συμμετοχή των συνεργατών σε πολλές διαφορετικές πτυχές της ζωής της εταιρείας.

Από την άλλη πλευρά, στις περισσότερες περιπτώσεις καταβάλλεται προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι η κατανομή των κερδών είναι ίση μεταξύ όλων των εργαζομένων. Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν μισθολογικές διαφορές είναι πολύ μικρότερες από ό,τι σε άλλες εταιρείες του ίδιου κλάδου.

Σε περιπτώσεις όπου οι επιχειρήσεις χωρίς αφεντικά έπρεπε να προσλάβουν νέους εταίρους, αυτό έγινε μεταξύ των ακτιβιστών που είχαν υποστηρίξει την κατάληψη από την αρχή. Αυτή είναι η περίπτωση των κεραμιστών FaSinPat, η οποία κατά τα πρώτα χρόνια της εργατικής διαχείρισης παρουσίασε ισχυρή αύξηση της παραγωγής, και υποχρεώθηκε να αποκτήσει νέους εταίρους. Πολλοί από αυτούς ήταν μέλη του Κινήματος Ανέργων (MTD) που βοήθησε τους εργαζόμενους κατά τη διάρκεια της κατάληψης, στις συγκρούσεις με δυνάμεις ασφαλείας και στις διαδηλώσεις ζητώντας την απαλλοτρίωση των εγκαταστάσεων.

Ένα τελευταίο στοιχείο είναι ότι πολλές από τις ανακτηθείσες εταιρείες άρχισαν να διαφοροποιούν τις δραστηριότητές τους, επιδιώκοντας να γίνουν κάτι πιο πέρα από κέντρα απλής παραγωγής εμπορευμάτων. Έτσι, σε πολλές ανακτηθείσες εταιρείες λειτουργούν πολιτιστικά κέντρα, βιβλιοθήκες, θάλαμοι πρωτοβάθμιας υγειονομικής περίθαλψης, σχολεία, κ.λπ. Αυτή η διαδικασία ήταν μια πολύ χρήσιμη τακτική για να κερδηθεί η υποστήριξη των τοπικών κοινοτήτων καθώς και να αποδοθεί ευγνωμοσύνη για τη συμπαράστασή τους. Με τον τρόπο αυτό, η ανάκτηση των εταιρειών γνώρισε μια σημαντική μεταμόρφωση, ασχολούμενη και με τις διάφορες πτυχές της κοινωνικής ζωής στις γειτονιές.

Ο Διάλογος: Συνεταιρισμοί ή εργατικός έλεγχος;

Ένα σημαντικός διάλογος στρατηγικού χαρακτήρα προέκυψε στο εσωτερικό της αριστεράς και του κινήματος των κατειλημμένων εργοστασίων και εταιρειών. Το πρόβλημα που έπρεπε να επιλυθεί ήταν το πώς οι εταιρείες αυτές θα έπρεπε να οργανωθούν στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος. Η πιο διαδεδομένη λύση ήταν η δημιουργία συνεταιρισμών. Η μορφή αυτή, η οποία έχει έναν ακριβή νομικό χαρακτήρα, επέτρεψε στις αυτοδιαχειριζόμενες αυτές εταιρείες να λειτουργούν νόμιμα και να ασκούν τις δραστηριότητές τους.

Ωστόσο, όπως έχουμε ήδη πει, το αργεντίνικο Κράτος παρεμβαίνει σε μεγάλο βαθμό στην οργανωτική ζωή των συνεταιρισμών. Ενώ κατά το αρχικό στάδιο του αγώνα όλοι οι εργαζόμενοι δρούσαν επί ίσοις όροις, αποφασίζοντας πώς θα κινείτο μπροστά ο αγώνας μέσα από συνελεύσεις, ο νόμος περί συνεταιρισμών στην Αργεντινή θέτει σε εφαρμογή έναν οργανωτικό μηχανισμό που βασίζεται στην αντιπροσώπευση, κάτι που αποξενώνει όλα τα μέλη από την καθημερινή διαχείριση της εταιρείας. Αυτό το πρώτο εμπόδιο είχε στην πραγματικότητα ξεπεραστεί από πολλές επιχειρήσεις χωρίς αφεντικά, δεδομένου ότι ενέκριναν μεν την επίσημη ιδιότητα του συνεταιρισμού, αλλά συγκρότησαν για τους εαυτούς τους δημοκρατικούς μηχανισμούς διαχείρισης.

Αλλά κάτω από τον καπιταλισμό, οι συνεταιρισμοί αντιμετωπίζουν πιο σημαντικά προβλήματα. Η διαδικασία του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων υποχρεώνει τα αφεντικά να εισάγουν αλλαγές στις μορφές παραγωγής, να αυξήσουν τις νόρμες εργασίας, να αναβαθμίζουν τα μηχανήματα, να απολύουν εργαζόμενους κλπ. Όπως βλέπετε, η παραγωγή για την αγορά συγκρούεται με τα συμφέροντα των εργαζομένων. Όχι μόνο όσον αφορά το τι παράγεται, αλλά και για τον τρόπο εργασίας με σκοπό την παραγωγή. Για το λόγο αυτό, οι εργαζόμενοι ορισμένων κατειλημμένων εταιρειών έχουν αναπτύξει ένα άλλο μοντέλο οργάνωσης γνωστό ως «εργατικό έλεγχο». Το μοντέλο αυτό προϋποθέτει τον έλεγχο της όλης διαδικασίας παραγωγής εκ μέρους του συνόλου των εργαζομένων. Συνοδεύεται από μια οργανωτική μορφή που προέρχεται από τις συνελεύσεις βάσης για κάθε τμήμα της εταιρείας, την άμεση και δημοκρατική εκλογή των αντιπροσώπων στα συμβούλια ή άλλα όργανα, την ανάκληση των εντολοδόχων από τη συνέλευση, το μόνιμο έλεγχο μεταξύ της βάσης των εργαζομένων και των εκπροσώπων του, την ενθάρρυνση όλων των ενδιαφερομένων να είναι έτοιμοι να εργαστούν ως διευθυντές και την προώθηση της πρακτικής του εργατικού ελέγχου στο εργοστάσιο κοινωνικούς τομείς. Η λειτουργία αυτή συνοδεύεται επίσης και από το αίτημα εθνικοποίησης των εταιρειών. [3]

Ωστόσο, η κυρίαρχη μορφή είναι η συνεταιριστική (άνω του 90% των ανακτηθέντων επιχειρήσεων), ενώ το 4,7% έχει λάβει τη μορφή Corporation ή Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης και μόνο το 2,3% βρίσκεται υπό εργατικό έλεγχο.

Το δόγμα Κίρχνερ και η ανασυγκρότηση της αστικής ηγεμονίας

Η εκλογή του προσωρινού προέδρου Ντουάλντε στις αρχές του 2002 σηματοδότησε την έναρξη της ανασυγκρότησης της αστικής κυριαρχίας μετά την κρίση. Η υποτίμηση του νομίσματος έδωσε ένα τέλος στη δεκάχρονη πολιτική της μετατρεψιμότητας και στη νίκη του στρατοπέδου εκείνου της αστικής τάξης που προσπάθησε να δημιουργήσει καλύτερες προϋποθέσεις για να ανταγωνιστεί στην παγκόσμια αγορά που η ίδια επέβαλε. Η άλλη μερίδα της αστικής τάξης, η οποία ζητούσε την υιοθέτηση του δολαρίου και εκπροσωπήθηκε κυρίως από το επιχειρησιακό κεφάλαιο και τις δημόσιες υπηρεσίες που ιδιωτικοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ηττήθηκε.


Το μόνο που έμεινε ήταν η πειθάρχηση του λαού που συνέχισε να αγωνίζεται, να κινητοποιείται και να αυτο-οργανώνεται. Γι’ αυτό, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε μια διπλή τακτική: από τη μία πλευρά, την καταστολή και, από την άλλη, τον εκφυλισμό ή τον πολιτικό αφανισμό των κοινωνικών κινημάτων μέσω της συγχρηματοδότησης. Η καταστολή ήταν βάρβαρη και στοίχισε τη ζωή δύο νέων ανθρώπων (του
Maximiliano Kosteki και τουDario Santillan) από το κίνημα των Piqueteros, στις 26 Ιουνίου 2002, όταν το κίνημα των ανέργων εγκαινίασε ένα σχέδιο μάχης με το οποίο προσπάθησε να αποκόψει τις κύριες εισόδους του πόλης του Μπουένος Άιρες.

Ενώ η καταστολή προκάλεσε την εσπευσμένη προκήρυξη προεδρικών εκλογών, σήμανε επίσης και την έναρξη της παρακμής του κινήματος τωνPiqueteros. Οι Συνελεύσεις, οι οποίες ήταν τόσο ενεργές κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2002, άρχισαν να μαραζώνουν. Η έλλειψη συγκεκριμένων στόχων, η έλλειψη εμπειρίας και η οικονομική κατάσταση που είχε αρχίσει να εξομαλύνεται, ήταν μερικοί από τους παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή την υποχώρηση.

Ήταν ο Νέστωρ Κίρχνερ, που έγινε πρόεδρος της χώρας στις 25 Μαΐου 2003, ο οποίος ανέλαβε το έργο της ανοικοδόμησης της εξουσίας του Κράτους. Αυτός ο πρώην διοικητής μιας επαρχίας του μακρινού νότου της χώρας, ήταν άγνωστος στους πολλούς. Σε ένα πλαίσιο γενικευμένης απόρριψης των πολιτικών κομμάτων, ο ίδιος παρουσιάστηκε ως αντίθετος στο νεοφιλελευθερισμό και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας του 1976-1983. Χάρη, επίσης, στο επαναστατικό πολιτικό υπόβαθρό του ως στρατευμένου αγωνιστή στη δεκαετία του 1970, απέσπασε ισχυρή λαϊκή υποστήριξη, ιδίως από τις οργανώσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (των Μητέρων και Γιαγιάδων της Plaza de Mayo), τα κοινωνικά κινήματα, τη διανόηση κλπ.

Η ανάκαμψη της οικονομίας (τα τελευταία χρόνια η οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό από 7% έως 9% ετησίως), η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας -οι περισσότερες από τις οποίες είναι βέβαια προσωρινού χαρακτήρα με πολλές ώρες εργασίας- και η εφαρμογή των κοινωνικών προγραμμάτων κατά της ανεργίας και της φτώχειας, απετέλεσαν, επίσης, λόγους κατευνασμού μεγάλου μέρους της επαναστατικότητας των ημερών του 2001. Ελάχιστα απομένουν από το κίνημα αυτό, χτυπώντας κατσαρόλες και αντιμετωπίζοντας την αστυνομία και τραγουδώντας το «όλοι πρέπει να φύγουν, ούτε ένας δεν πρέπει να μείνει!» στους δρόμους.

Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι οι λαϊκές κινητοποιήσεις έχουν εξαντληθεί. Αλλά έχουν μεταμορφωθεί. Η μεγάλη πλειοψηφία των αγώνων σήμερα πραγματοποιείται μέσω των συνταγματικών καναλιών και παρ’ ότι το δικομματικό σύστημα που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της Αργεντινής δεν έχει ακόμη αποκατασταθεί, τα πολιτικά κόμματα του καθεστώτος έχουν ανακτήσει μεγάλο μέρος της σημασίας τους. Από την άλλη πλευρά, οι περισσότερες από τις οργανώσεις των Piqueteros έχουν ευθυγραμμιστεί με την κυβέρνηση. Εκείνες που δεν το έπραξαν έχουν χάσει μεγάλο μέρος της επιρροής και παρουσίας τους στην εθνική πολιτική σκηνή. Οι οργανώσεις αυτές εξαρτώνται από κρατικούς πόρους, προκειμένου να λειτουργήσουν, και η κυβέρνηση, ισχυρή για άλλη μια φορά, παρέχει τα κονδύλια αυτά μόνο στα κινήματα εκείνα που έχουν κοινά ενδιαφέροντα με αυτήν.

Η διεθνής κρίση του 2008 και οι νέες καταλήψεις

Στα μέσα του 2008, σε αυτό το πολιτικό πλαίσιο της ενίσχυσης του Κράτους και της κυβέρνησής του, ξέσπασε η διεθνής οικονομική κρίση. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η κρίση αυτή ήταν υπεύθυνη για τις νέες επιχειρηματικές αποτυχίες, αν και δεν ήταν τόσο εκτεταμένες όπως πριν. Το Κράτος διέθετε πλέον επαρκή αποθέματα για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση. Έτσι, το 2009 υπήρξε μείωση της οικονομικής ανάπτυξης, αλλά όχι ύφεση.

Ορισμένες εταιρείες χρεοκόπησαν, ενώ άλλες βρέθηκαν σε κρίσιμη κατάσταση. Οι εργάτες κατέλαβαν τις εγκαταστάσεις αυτές, αλλά αυτή τη φορά, όχι μόνο η κυβέρνηση δεν επέτρεψε να σημειωθούν καταλήψεις επιχειρήσεων, αλλά διέσωσε πράγματι αρκετές εταιρείες με χορήγηση δανείων ή παρενέβη για να αναδιοργανώσει τα οικονομικά τους και στη συνέχεια να τις επιστρέψει στους ιδιοκτήτες τους. Αυτό συνέβη με τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, ενώ κάποιες μικρές εταιρείες κήρυξαν πτώχευση (σε πολλές περιπτώσεις με δόλο, που προκλήθηκε σκόπιμα από τους ιδιοκτήτες) και έτσι οι εργαζόμενοι τις κατέλαβαν με την πρόθεση να εργαστούν χωρίς αφεντικά. Στις περιπτώσεις αυτές, η ανάκαμψη των επιχειρήσεων ήταν πιο δύσκολη. Αν το 2002-2003 οι καταλήψεις είχαν να αντιμετωπίσουν μια αποδυναμωμένη κυβέρνηση, η οποία ασχολιόταν κυρίως με την προσπάθεια ανάκτησης της εξουσίας της, καθώς και μια δικαστική εξουσία που έμοιαζε συγκλονισμένη από τη λαϊκή κινητοποίηση, τώρα αντιμετώπισαν έναν ενισχυμένο εχθρό σε συνθήκες μεγαλύτερης απομόνωσης. Επιπλέον, η δυνατότητα της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας σήμαινε ότι πολλοί εργαζόμενοι δεν συνέχιζαν τον αγώνα. Η αντοχή του Κράτους επέτρεψε στην αστική τάξη τον καλύτερο έλεγχο της κατάστασης, εμποδίζοντάς την να εξαπλωθεί.

Συμπεράσματα – Μια αναρχική προσέγγιση των εργοστασίων χωρίς αφεντικά

Πολλά έχουν γραφτεί για τις καταλήψεις εργοστασίων στην Αργεντινή την περίοδο 2001-2003. Πάρα πολλοί αντικαπιταλιστές αγωνιστές σε όλο τον κόσμο επικεντρώθηκαν σε αυτή την εμπειρία, στην αναζήτησή τους για μια πορεία προς μια σοσιαλιστική κοινωνία. Εντούτοις, δέκα χρόνια μετά την εξ3886097370_126ba3ed0d_oέγερση του 2001, πιστεύουμε ότι είναι απαραίτητη μια βαθύτερη αξιολόγηση της όλης εμπειρίας.


Κατ’ αρχάς, θα θέλαμε να συνοψίσουμε σε ορισμένα θέματα που πιστεύουμε ότι είναι κομβικής σημασίας για την ανάλυση της όλης διαδικασίας. Μπορούν εν συντομία να συνοψιστούν ως εξής:

• Οι καταλήψεις και οι ανακτήσεις των εταιρειών αυτών είναι εκφράσεις της ταξικής πάλης μεταξύ της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Επιπλέον, αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του εργατικού κινήματος της Αργεντινής, που έχουν παραχθεί από τους εργαζόμενους ή τους άνεργους εργάτες και είναι μια επιστροφή στην τακτική του παρατεταμένου αγώνα.

• Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτών των διαδικασιών δεν είναι το αποτέλεσμα να είναι κανείς έξω από το εργατικό κίνημα και την ταξική πάλη, αλλά των διαφορετικών σταδίων της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Αργεντινής, τις τελευταίες δεκαετίες. Η απάντηση των εργαζομένων προέκυψε ως απάντηση στην πολιτική της αστικής τάξης.

• Οι καταλήψεις και οι ανακτήσεις δεν ήταν το έργο των κομμουνιστικών ή των αναρχικών πολιτικών ομάδων (μειοψηφίες). Πράγματι, δεν ήταν προγραμματισμένες από κανέναν. Είναι μια δικαιολογημένη έκφραση της ταξικής πάλης. Η ήττα και ο κατακερματισμός της εργατικής τάξης και οι γραφειοκρατικές ηγεσίες της έχουν συχνά ως αποτέλεσμα οι καταλήψεις και οι ανακτήσεις να εκλαμβάνονται ως ένα νεανικό φαινόμενο ή τακτική των αριστερών κομμάτων, καθώς αυτά είναι οι κύριοι υποστηρικτές τους, ελλείψει ενός οργανωμένου εργατικού κινήματος.

Με αυτή την έννοια, πιστεύουμε ότι κατά την αξιολόγηση αυτής της εμπειρίας, είναι δυνατό για μας να αντληθούν διδάγματα για άλλες περιοχές και περιόδους.

Δεν μπορούμε να αποτύχουμε, συνεπώς, στο να τονίσουμε τα πιο σημαντικά σημεία της εμπειρίας αυτής. Ενώ πρέπει να έχουμε κατά νου ότι οι εμπειρίες αυτές είχαν αμυντικό χαρακτήρα, έχοντας, κυρίως, επικεντρωθεί στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, με χαμηλά επίπεδα της τεχνολογίας, και για το λόγο αυτό ευάλωτα στον ανταγωνισμό, εντούτοις αποτελούν πολύτιμες εμπειρίες αυτοδεύθυνσης που αποδεικνύουν τη δυνατότητα να παράγουμε χωρίς αφεντικά. Με την ανάκτηση των εταιρειών είμαστε σε θέση να αποδείξουμε την πιθανότητα αυτοδιεύθυνσης για την πλειοψηφία του πληθυσμού.

Η ύπαρξη εκατοντάδων εταιρειών που παράγουν χωρίς αφεντικά, όπου είναι οι εργάτες εκείνοι που αποφασίζουν για την πορεία της παραγωγής, επεκτείνεται και στα υπόλοιπα προβλήματα της ζωής στις κοινότητές τους. Με αυτή την έννοια, το παράδειγμα της Zanon ίσως δείχνει καλύτερα από όλους τις δυνατότητες της αυτοδιεύθυνσης, της παραγωγής με γνώμονα το κοινωνικό και όχι το ιδιωτικό συμφέρον. Επιπλέον, στο διάστημα 2002-2005, η εταιρεία κατάφερε να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή και κατά την ίδια περίοδο διπλασιάστηκε ο αριθμός των θέσεων εργασίας στο εργοστάσιο. Ίσως το πιο σημαντικό, κατά την ίδια περίοδο, χωρίς την παρακολούθηση και η πίεση του εργοδότη, ήταν το γεγονός ότι τα «εργατικά ατυχήματα» μειώθηκαν δραματικά. Κάτω από τη διαχείριση των εργοδοτών σημειώνονταν 300 ατυχήματα ετησίως, ενώ κατά την περίοδο 2002-2005 υπήρχαν μόνο 33, όλα σχεδόν ήσσονος σημασίας, και χωρίς να καταγραφεί ούτε ένας θάνατος [4] – προφανώς μια σαφής βελτίωση των συνθηκών εργασίας.

Ωστόσο, θα πρέπει να εξετάσουμε, επίσης, τα όρια που επιβάλλει ο καπιταλισμός για τις κατειλημμένες επιχειρήσεις. Για να γίνει αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ποιοι είναι οι στόχοι μας ως αναρχικών και τι εννοούμε με την αυτοδιεύθυνση.

Όπως σημειώσαμε παραπάνω, οι περισσότερες από αυτές τις εταιρείες έπρεπε να επιστρέψουν στην παραγωγή κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες: έλλειψη προμηθειών και πρόσβασης σε πιστώσεις, πρωτόγονη τεχνολογία, κατεστραμμένες αγορές. Επομένως, έπρεπε η παραγωγή τους να βασιστεί σε υψηλά ποσοστά αυτο-εκμετάλλευσης. Πολλές από τις εταιρείες που καταλήφθηκαν, επιζητώντας διακαώς πρόσβαση στις πιστώσεις και τις επιδοτήσεις, κατέληξαν να παραδώσουν τη διαχείρισή τους σε άτομα με πολιτικούς δεσμούς, που στη συνέχεια καλούσαν ένα νέο αφεντικό για τη διαχείριση των εταιρειών αυτών. Έτσι, πολλοί εργαζόμενοι παραιτήθηκαν από την αυτοδιεύθυνση, ώστε να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους. Από την άλλη πλευρά, η ανάγκη να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα, οδήγησε τους εργαζόμενους πολλών από αυτές τις εταιρείες να έχουν χαμηλότερα εισοδήματα από εκείνους τους εργαζόμενους που έκαναν την ίδια δουλειά σε ιδιωτικές εταιρείες. Ακόμα και στη Zanon την ίδια υπήρξαν πολλές οικονομικές δυσκολίες τα τελευταία χρόνια. Σε αντίθεση με τους ιδιώτες ανταγωνιστές της, δεν μπόρεσε να υπολογίζει σε κάθε είδους επιδότηση για την ενέργεια που καταναλώνει, κάτι που σημαίνει ότι το κόστος της παραγωγής της είναι υψηλότερο.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να αναρωτηθούμε σχετικά με τη σκοπιμότητα της αυτοδιεύθυνσης σε μικρή κλίμακα. Αν είναι, δηλαδή, δυνατόν να δημιουργήσουμε νησίδες αυτοδιεύθυνσης στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος, ή αν ο καπιταλισμός διαθέτει μηχανισμούς που μπορούν να εξουδετερώσουν αυτές τις εμπειρίες. Η πραγματικότητα των περισσότερων κατειλημμένων εταιρειών είναι ότι στην ουσία αυτοδιευθύνουν τη μιζέρια τους μιας και είναι τομείς της οικονομίας που το καπιταλιστικό σύστημα έχει απορρίψει ως μη βιώσιμους. Για το λόγο αυτό, στόχος μας θα πρέπει να είναι η αυτοδιεύθυνση του συνόλου της παραγωγής και της κοινωνικής ζωής. Και γι’ αυτό, είναι αναγκαίο να απαλλοτριώσουμε την αστική τάξη σε μαζική κλίμακα και να οικοδομήσουμε μια ελευθεριακή σοσιαλιστική κοινωνία. Δεν μπορεί να υπάρξει όαση σοσιαλισμού στο πλαίσιο της καπιταλιστικής κοινωνίας και δεν μπορούμε να το οικοδομήσουμε εκτός του συστήματος και να ζήσουμε εκεί: θα πρέπει να καταστρέψουμε το σύστημα. Η συνύπαρξη δεν είναι δυνατή. Όπως λένε στην Zanon: «Αν δεν κάνουμε την επανάσταση, η Zanon θα αφεθεί στην τύχη της και θα καταστραφεί».

Στη διαδικασία της κατάληψης των εργοστασίων, οι αναρχικοί έχουν πολλά να συνεισφέρουν, καθώς και να μάθουν. Πρέπει να συμβάλουμε με την πολιτική προοπτική μας, παρέχοντας παράλληλα την ηθική και μαχητική υποστήριξή μας καθώς και την τεχνική και οικονομική βοήθειά μας. Πάντα ψάχνοντας για τη λύση της σύγκρουσης σύμφωνα με το συμφέρον όλων όσων συμμετέχουν: τη διατήρηση των θέσεων εργασίας. Ως μέρος αυτού του αγώνα, μπορεί να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν μέγιστη συνειδητοποίηση, η οποία είναι δυνατόν να συσσωρευτεί και να χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση ενός εργατικού κινήματος της ταξικής πάλης, αν παραμείνουν αυτές οι εμπειρίες που συνδέονται με τις οργανώσεις των εργαζομένων, που συμμετέχουν στους αγώνες δίπλα-δίπλα.

Σημειώσεις:

4. Aiziczin, Fernando, op. cit.

1. Η απουσία ηγεσίας ήρθε καθώς ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης παραιτήθηκε μετά την απόπειρα δωροδοκίας εκ μέρους του που αποκαλύφθηκε στο κοινοβούλιο πριν την επεξεργασία του νόμου περί ευελιξίας της εργασίας.

2. Colectivo Lavaca, Sin Patrón, Μπουένος Άιρες, 2007. Περισσότερες πληροφορίες (στα ισπανικά) στη διεύθυνση: www.lavaca.org.

3. Aiziczon, Fernando, “Teoría y práctica del Control Obrero: el caso de Cerámica Zanón, Neuquén, 2002-2005”; στο Revista Herramientas.

4. Aiziczin, Φερνάντο, στο ίδιο.

* Αυτό το άρθρο γράφτηκε από την Red Libertaria de Buenos Aires, μια ειδική αναρχική πολιτική οργάνωση με έδρα το Μπουένος Άιρες της Αργεντινής, ειδικά για το αναρχικό κομμουνιστικό περιοδικό Zabalaza: A Journal of Southern African Revolutionary Anarchism από τη Νότια Αφρική. Ελληνική μετάφραση “Ούτε Θεός-Ούτε Αφέντης”, 21-23 Μάη 2011.

Advertisements

Χωρίς αφεντικά: Η διαδικασία των αναγεννημένων εργοστασίων από τους εργάτες στην Αργεντινή 2001-2009

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s