Σύμφωνα με τον Έγκελς:  «Η ιστορική αποστολή  του σύγχρονου προλεταριάτου είναι να πραγματώσει την κοσμοαπελευθερωτική πράξη της μετατροπής της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής σε κοινωνική». Πέρα όμως από το οικονομικό, οι ισπανοί αναρχικοί έθεσαν επιπλέον ως κύριο ζήτημα κατά πόσον μπορούν οι άνθρωποι να αποκτήσουν πλήρη και άμεσο έλεγχο της καθημερινής τους ζωής, να διαχειριστούν την κοινωνία με το δικό τους τρόπο –όχι σαν μάζες που καθοδηγούνται από επαγγελματίες ηγέτες αλλά ως πλήρως χειραφετημένα άτομα σε ένα κόσμο χωρίς καθοδηγητές – καθοδηγούμενους, χωρίς αφέντες και σκλάβους.  Αυτό ήταν το περιεχόμενο και η «ΙΔΕΑ» που συνεπήρε τους Ισπανούς εργάτες και αγρότες 150 χρόνια πριν, και δεν είναι άλλη από την Αναρχία πάντα συνυφασμένη με τον Αναρχισμό.

 Η Αναρχία λοιπόν ως η «ΙΔΕΑ» οργάνωσης, είναι η ιστορία των αγώνων που πραγματεύεται το βιβλίο «Ισπανοί Αναρχικοί τα ένδοξα χρόνια» Μια ιστορία 68 χρόνων αγώνων που κατέληξε στο πιο όμορφο και σημαντικό κατά τη γνώμη μου κοινωνικό πείραμα του 20ου αιώνα και έλαβε χώρα στον Ισπανικό εμφύλιο την 3ετία 1936-1939 κατά την οποία οι Ακτήμονες αγρότες της Ισπανίας υπό την σκέπη του αναρχοσυνδικαλιστικού συνδικάτου της CNT προχώρησαν στην επίτευξη της κολεκτιβοποίησης, δηλαδή της κοινωνικοποίησης της αγροτικής παραγωγής εφάρμοσαν το όραμα του ελευθεριακού κομουνισμού κατέδειξαν ότι ο Αναρχισμός δεν είναι ουτοπία και μετά από 3 χρόνια έντιμου αγώνα μπορεί να ηττήθηκαν, αλλά άφησαν ανεξίτηλα την σφραγίδα τους ως παρακαταθήκη για τον μέλλον ότι η εξουσία δεν είναι αήττητη.

Σήμερα 80 χρόνια από την έναρξη του ισπανικού εμφυλίου και σχεδόν 150 χρόνια από την ίδρυση της CNT πολλά έχουν αλλάξει και ίσως αναρωτηθεί κάποιος  για το ποια είναι η αξία της επανέκδοσης ενός τέτοιου βιβλίου. Κατά την γνώμη μου το βιβλίο αυτό είναι επίκαιρο σήμερα διότι έρχεται να εξιστορήσει και να επαναφέρει μια ξεχασμένη μνήμη όχι της ιστορίας αλλά του νοήματος ότι τα κοινωνικά κινήματα και οι ιδέες δεν δημιουργούνται ξαφνικά – ούτε εν κενό, αλλά είναι αποτέλεσμα μακρόχρονου αγώνα.

Πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό δεν θα πρέπει να το δούμε για να ηρωοποιήσουμε το παρελθόν και να δούμε το μέλλον με όρους παλιού διότι έτσι κινδυνεύουμε απλά να καταλήξουμε γραφικοί τιμητές ενός παρελθόντος που πέρασε ανεπιστρεπτί. Αντίθετα να στοχασθούμε από ότι έγινε και να κάνουμε την ιστορία μια δημιουργική εμπειρία που θα κατανοήσει τα λάθη για να μην τα επαναλάβει ξανά αλλά και να επαναφέρει την μνήμη ότι τίποτα δεν τελείωσε στον κοινωνικό αγώνα. Μόνο τότε ως Αναρχικοί, επαναστάτες έχουμε την δυνατότητα να μιλάμε για το νέο με όρους καινούργιου και να ενδυναμώσουμε την ελπίδα για την ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα με στόχο την κοινωνική ανατροπή. Ας δούμε λοιπόν το βιβλίο υπό αυτό το πρίσμα και ας το συγκρίνουμε με τις σημερινές συνθήκες. Διότι οι κολεκτίβες της ιδεολογίας κατά τον ισπανικό εμφύλιο ως εμπειρία του ελευθεριακού κινήματος χθες, συνθέτουν την παρακαταθήκη για την ενδυνάμωση εκ νέου του αγώνα σήμερα, για να φτάσουμε κάποτε στις κοινωνίες της ελευθερίας.

Αρκετές φορές προεικονιστικά μας λένε ότι η αναρχία είναι αδύνατη, ουτοπική, ανεφάρμοστη. Η ιστορία τους διαψεύδει όμως. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο ισπανικός εμφύλιος όπου κανείς δεν πίστευε ότι θα συμβεί το σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας. Όπως συμβαίνει και σε άλλα ιστορικά γεγονότα έτσι και για την Ισπανία του 1936 οι επικριτές προσδιόρισαν την ουτοπία ως τον ιδεολογικό χειρισμό για την απαξίωση ενός ενεργού μαχητικού πληθυσμού όπως οι εργαζόμενοι & αγρότες ισπανοί αναρχικοί. Κανείς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να γίνει πράξη το απελευθερωτικό αίτημα τότε. Και όμως με την επιμονή και αγώνα 100 χρόνων έγινε.

Αλλά για να δούμε πως αυτή η ισπανική έφοδος στον ουρανό έγινε πράξη πρέπει να  επιστρέψουμε και να δούμε μέσα από τις σελίδες του βιβλίου στην Ισπανία στα τέλη του 1800 και να ανακαλύψουμε  το κίνητρο που δυνάμωσε την άνθιση της μαζικότητας του αναρχικού κινήματος που ήταν καθαρά ιδεολογικό αφενός και συνάμα ηθικό. Η δημιουργία του νέου κόσμου πάνω στον ελευθεριακό κομουνισμό βασίστηκε αρκετά πάνω στις ιδέες του Κροπότκιν (ο κοινωνικός πυλώνας) για τον ηθικό σοσιαλισμό και  την αμεσότητα του αναρχισμού ως ιδεώδες του Μπακούνιν προς την ανατροπή του παλαιού κόσμου χωρίς πρωτοπορίες και θέσφατα (πολιτικός – ιδεολογικός πυλώνας), χωρίς φυσικά να ξεχνάμε την επιρροή των κολεκτιβιστικών ιδεών του Προυντόν.

Εξετάζοντας το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της Ισπανίας,  το 1868 τότε που ο Μπακούνιν έστειλε τον Φανέλλι, ο ισπανικός λαός ασφυκτιούσε κάτω από τον ζυγό του κλήρου και των τσιφλικάδων. Ήταν λοιπόν κάτι πολύ οικείο για τους ισπανούς να καταλάβουν τις τους έλεγε έστω και σε διαφορετική γλώσσα ή με νοήματα για αυτό που τους ενώνει. Αυτή η αφήγηση δείχνει στην πράξη την αυξημένη ενσυναίσθηση που αναπτύχθηκε και δεν ήταν άλλη από αυτή την πολυπόθητη κοινωνική χειραφέτηση που ακόμα προσπαθούμε στις μέρες να δημιουργήσουμε.

Η δυνατότητα να πάρει την ζωή στα χέρια του για τον εργάτη ή η οικειοποίηση της παραγωγής για τον αγρότη ειδικά δε για τον ακτήμονα ήταν αρκετά θελκτικό και συμπαγές συνεκτικό στοιχείο για την δυναμική του κοινωνικού μετασχηματισμού. Αυτός ο νέος στόχος ζωής ενδυναμώθηκε από την σαρωτική αμεσότητα του Αναρχισμού, που όντας πιο βατός σε σχέση με τον επιστημονικό σοσιαλισμό, μίλησε στην καρδία των αγράμματων αγροτών και όχι μόνο, αλλά και στους κόλπους των βιομηχανικών εργατών που θεωρήθηκε από τον Μαρξ ως η ελίτ του προλεταριάτου. Οι αναρχικές ιδέες  κίνησαν το ενδιαφέρον του κόσμου που αφομοίωσε πολύ γρήγορα τον λόγο του Κροπότκιν και των αδελφών Ρεκλύ καθώς και τις κολεκτιβιστικές απόψεις του Μπακούνιν. Έτσι η πλήρης κοινωνική απελευθέρωση στο όνομα της αναρχίας προσέδωσε ορατό σκοπό και στόχο ζωής στο τώρα και όχι στο μετά. Έδωσε απτό νόημα σε σχέση με την θεολογία της ύστερης απελευθέρωσης και των μεταβατικών σταδίων του επιστημονικού  σοσιαλισμού που για τον απλό Ισπανό ήταν κάτι το δυσνόητο και μη αναγκαίο.

«Η διαφορά αυτή περιγράφηκε παραστατικά από τον Αβελίνο Γκονθάλεθ Μεγιάδα, ο οποίος συγκρίνει την ελεγχόμενη από τους αναρχικούς Λα Φελγκέρα με την ελεγχόμενη από τους μαρξιστές Σάμα. Και οι δύο πόλεις, παρατηρεί, είχαν ίδιο μέγεθος και τις χώριζε ο ποταμός Ναλόν. Συνδέονταν μεταξύ τους με δυο γέφυρες. Η Οκτωβριανή Εξέγερση «θριάμβευσε μονομιάς στην πόλη των μεταλλουργών και των μεταλλωρύχων. (…) Η Σάμα οργανώθηκε πάνω σε στρατιωτικά πρότυπα. Δικτατορία του προλεταριάτου, κόκκινος στρατός, Κεντρική Επιτροπή, πειθαρχία, εξουσία. (…) Η Λα Φελγκέρα είχε αποφασίσει υπέρ του ελενθεριαχού κομμουνισμού: ο λαός στα όπλα, ελευθερία εισόδου εξόδου, σεβασμός στους τεχνικούς του εργοστασίου μεταλλουργίας της Ντούρο-Φελγκέρα, ανοιχτές συζητήσεις για οποιοδήποτε θέμα, κατάργηση του χρήματος, ορθολογική διανομή τροφίμων και ειδών ρουχισμού. Ενθουσιασμός και ευθυμία στη Λα Φελγκέρα. Στρατιωτική βλοσυρότητα στη Σάμα. Οι γέφυρες της Σάμα φυλάσσονταν από ένα σώμα φρουρών με τους αξιωματικούς τους και όλα τα σχετικά Κανείς δεν μπορούσε να μπει ή να βγει από τη Σάμα χωρίς πάσο καλής διαγωγής ή να διασχίσει τους δρόμους χωρίς να γνωρίζει το σύνθημα. Όλα αυτά ήταν γελοιωδώς άσκοπα αφού τα κυβερνητικά στρατεύματα

βρίσκονταν πολύ μακριά και η αστική τάξη της Σάμα είχε αφοπλιστεί και εξουδετερωθεί. (…) Όσοι εργάτες της Σάμα δεν ασπάζονταν τη μαρξιστική θρησκεία προτίμησαν να τιεράσονν στη Λα Φελγκέρα, όπου μπορούσαν τουλάχιστον να αναπνεύσονν. Υπήρχαν δύο αντιλήψεις περί σοσιαλισμού, η μία πλάι στην άλλη: η εξουσιαστική και η ελενθεριακή. Στις δύο όχθες του Ναλόν, δυο αδελφοί πληθυσμοί ξεκίνησαν μια νέα ζωή: με δικτατορία στη Σάμα, με ελευθερία στη Λα Φελγκέρα» (Ισπανοί Αναρχικοί σελ 451-452).

Και εδώ ερχόμαστε στην δύναμη του κοινωνικού Αναρχισμού, διότι ο Αναρχισμός όπου κατόρθωσε έστω ψήγματα νίκης το έκανε μόνο όταν ήταν κοινωνικός,  συλλογικός και συντεταγμένος. Η Ισπανία όχι μόνο δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, αλλά είναι το κεντρικό σημείο αναφοράς για το επιχείρημα αυτό. Οπότε το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο μελέτης και προβληματισμού για τους συλλογικούς αγώνες, ειδικά σήμερα σε μια εποχή που κυριαρχεί ο μητροπολιτικός ατομικισμός και η νεανική βία που εμπεριέχει και προσελκύει αναρχούμενες συμπεριφορές οι οποίες εγκλωβίζουν αρκετούς συντρόφους σε μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία εσωστρέφειας και lifestyle υποκουλτούρας. Ας αναρωτηθούν όλοι για το πώς θα μπορούσε να κοινωνικοποιηθεί πάλι ο αναρχικός λόγος, ώστε να μεγεθυνθεί πάλι στο σήμερα, αναλογιζόμενοι φυσικά και τις αιτίες που ο αναρχισμός απομαζικοποιήθηκε και έφτασε στην ιδεολογική απομεγένθυνση του.

Διότι, σύμφωναμε το συνέδριο της Σαραγόσας και το ψήφισμα για την Ομόσπονδη Αντίληψη του Ελευθεριακού Κομουνισμού, «η επανάσταση που θα οδηγούσε σε αυτή τη μελλοντική κοινωνία δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί σαν μια ξαφνική πράξη βίας καθώς πολλά εξαρτώνται από την επαναστατική δράση ως «ένα ψυχολογικό φαινόμενο που έρχεται σε αντίθεση με την κατάσταση των πραγμάτων που καταστέλλει τις επιθυμίες και τις ανάγκες του ατόμου». Η βία δεν ήταν το σύνολο της επανάστασης αλλά μόνο το πρώτο βήμα το οποίο καταργεί «την ιδιωτική ιδιοκτησία, το κράτος, την αρχή της εξουσίας και, κατά συνέπεια, τον ταξικό διαχωρισμό των ανθρώπων σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευμένους, σε καταπιεστές και καταπιεσμένους». Η έμφαση που δίνει στην επανάσταση ως ψυχολογικό φαινόμενο και η αποστροφή που εκφράζει απέναντι στην εξουσία καθιστά το ψήφισμα ένα απόλυτα αναρχικό ντοκουμέντο. Πράγματι, ένας τέτοιος προσανατολισμός θα είχε φανεί άτοπος στα πλαίσια της «επιστημονικής», «αντικειμενικής», απρόσωπης ρητορικής ενός μαρξιστικού ντοκουμέντου» (Ισπανοί Αναρχικοί σελ 484-485).

Όσον αφορά την εξήγηση για το συλλογικό, στην Ισπανία των αρχών του 1900, αν και είναι αρκετά εύκολη αρχικά, παραμένει δυστυχώς δυσνόητη στην συνέχεια για τις σημερινές γενιές των baby loosers που η εργασία έφυγε σαν αποδημητικό πουλί από την κοινωνία. Οι εργάτες και προπαντός οι αγρότες είχαν μάθει εξ εμπειρίας να είναι συλλογικοί και συνεργατικοί ειδικά δε στους αγρούς. Τους ήταν λοιπόν εύκολος ο λόγος για άμεση αντικατάσταση & ανατροπή του συστήματος παίρνοντας στα χέρια τους την σοδειά και την παραγωγή από αυτούς για τους ίδιους. Αλλά και αυτούς τους πήρε εκατό  χρόνια συστηματικών αγώνων μέχρι να τα καταφέρουν. Και το κατάφεραν αν όχι όλοι, τουλάχιστον οι πολλοί μαζί.

«Για τους αναρχικούς αγρότες της Ισπανίας το μεσαιωνικό χωριό είχε πολλούς περιορισμούς. Ω ς κοινότητα όμως είχε πολλά χαρακτηριστικά ζωτικής σημασίας. Οι αναρχικοί της Ανδαλουσίας εκτίμησαν το puebloεξαιτίας του πνεύματος της αλληλοβοήθειας, της αλληλεγγύης, της ισότητας και της κοινωνικότητας, που ήταν απόλυτα σύμφωνο με το στόχο του αναρχισμού και ουσιαστικά κάθε κοινωνίας με κεντρικό άξονα τον άνθρωπο. Θεώρησαν όμως το χωριό ως σημείο εκκίνησης για έναν ακόμα καλύτερο τρόπο ζωής και όχι ως στόχο, ως μια αφετηρία για μια κοινωνία όπου οι υλικές ανάγκες θα ικανοποιούνταν από τη σύγχρονη τεχνολογία και την επιστήμη· η ανθρώπινη σκέψη θα απελευθερωνόταν διαμέσου της λογικής και της γνώσης- το ανθρώπινο πνεύμα θα αναπτυσσόταν διαμέσου της συνεργασίας και της ελευθερίας.

Επομένως, οι αναρχικοί διεξήγαγαν έναν αποφασιστικό πόλεμο ενάντια στα αρνητικά χαρακτηριστικά του puebloτη στενοκεφαλιά, τις προκαταλήψεις, την άγνοια και τα συστήματα εξουσίας Ενθάρρυναν το σεβασμό απέναντι στη μόρφωση και τις τολμηρότερες ιδέες σχεδόν σε κάθε τομέα της ζωής. Στους αγρότες και στους braceros μετέδωσαν μια αίσθηση αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού, γενναιοδωρίας απέναντι στους καταπιεσμένους της τάξης τους και βέβαια μια θέαση της ανθρωπότητας που ήταν έντονα διεθνιστική τόσο στο πνεύμα όσο και στην προοπτική. Έφεραν στα pueblos μια γνώση των επιστημών που είχε απαγορευτεί από τον κλήρο, τη διεκδίκηση μιας ελευθερίας που είχε καταργηθεί από το κράτος και μια απαίτηση για την υλική ευημερία που είχαν σφετεριστεί οι κυρίαρχες τάξεις.» (Ισπανοί Αναρχικοί σελ 194-195).

Οπότε όταν έχεις να κάνεις με ένα επαναστατικό κίνημα, όπως το ισπανικό αναρχικό κίνημα που για ένα χρονικό διάστημα 68 ετών (τα χρόνια που ο Μάρεϊ Μπούκτσιν χαρακτηρίζει «ηρωικά) προετοίμαζε καθημερινά στα έγκατα της κοινωνίας την τελική του έφοδο, δεν νομίζω ότι έχει τόση σημασία να εμμείνεις στην ήττα αυτού του κινήματος και στα αίτιά της. Για να καταλάβουμε πόσο αφοσιωμένοι ήταν οι ισπανοί εργάτες {για παράδειγμα στη «μαύρη» (καθαρά αναρχική) Σαραγόσα} στην Ιδέα , δηλαδή στο σχέδιο ανατροπής της καπιταλιστικής κοινωνίας, αρκεί να παραθέσουμε το σχόλιο του άγγλου ιστορικού Ρεϊμόντ Καρ ο οποίος υπογράμμιζε ότι «οι απεργίες χαρακτηρίζονταν από την περιφρόνηση απέναντι στα οικονομικά αιτήματα και από τη δύναμη της επαναστατικής τους αλληλεγγύης: οι απεργίες για τους φυλακισμένους συντρόφους ήταν πιο δημοφιλείς από τις απεργίες για καλύτερες συνθήκες».

Όταν η CNT είχε φτάσει να απαριθμεί ένα εκατομμύριο μέλη, βρισκόταν ήδη κάτω από την ανεξίτηλη επίδραση των αναρχικών της FAI και παρόλο που αυτοί οι τελευταίοι δεν ξεπερνούσαν τους τριάντα χιλιάδες και παρόλο που από το ένα εκατομμύριο μέλη της αναρχοσυνδικαλιστικής ομοσπονδίας μόνο ένας περιορισμένος αριθμός μελών θα μπορούσαν να θεωρηθούν αποφασισμένοι αναρχικοί αγωνιστές, η CNT βρισκόταν κάτω από την άμεση επιρροή των αναρχοκομμουνιστικών, αντικρατιστικών, αποκεντρωτικών και αμεσοδημοκρατικών ιδεών και στην πράξη λειτουργούσε σε εντυπωσιακό βαθμό μέσα από αντιεξουσιαστικές δομές.

Στην ιστορία του ισπανικού αναρχισμού, συναρπαστική και διδακτική ήταν η εκρηκτική συχνά συνύπαρξη αυτών των δύο οργανώσεων, της CNT και της FAI, μέχρι την τελική τους συμπόρευση το 1936. Από τη μια οι μαχητικοί αναρχικοί της FAI, οι οποίοι- δρώντας κυρίως μέσα από τα grupo de afinidad, τις ομάδες εκλεκτικής συγγένειας, με τις σφιχτοδεμένες διαπροσωπικές σχέσεις- ήταν ολόψυχα αφοσιωμένοι στην ανατροπή του καπιταλισμού και γι’ αυτό διατεθειμένοι να χρησιμοποιήσουν την άμεση δράση σε όλες τις εκφάνσεις της. Και από την άλλη μια μαζική αναρχοσυνδικαλιστική οργάνωση, η οποία- παράλληλα με τον γενικό αντιεξουσιαστικό και αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό της- ήταν εκ των πραγμάτων αναγκασμένη να αγωνίζεται για τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και εξάλλου χάρη σε αυτήν την ικανότητά της συγκέντρωνε τόσους πολλούς εργάτες. Εντέλει οι αναρχικοί στην Ισπανία-κι αυτό δείχνει τον πλούτο και το μεγαλείο του κινήματός τους-κατόρθωσαν να συνενώσουν αυτές τις διαφορετικές τάσεις, τις περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικές, τις περισσότερο ή λιγότερο διαλλακτικές, σε ένα επαναστατικό κίνημα, το οποίο -παρά τις όποιες ελλείψεις του- εξακολούθησε μέχρι το τέλος να συνιστά ένα μοναδικό κοινωνικό πείραμα απελευθέρωσης ιδεών, δυνάμεων και δυνατοτήτων, που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση μέσα στην ισπανική κοινωνία.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να επισημάνουμε μια στάση που θα ήταν τελείως αντίθετη με το πνεύμα, που οι ίδιοι οι ισπανοί αναρχικοί καλλιέργησαν, θα ήταν εκείνη της άκριτης εξιδανίκευσης του ισπανικού αναρχισμού. Όπως το θέτει εξάλλου ο Μπούκτσιν στην εισαγωγή του βιβλίου του, όπως σε όλες τις ισπανικές οργανώσεις έτσι και μέσα στις αναρχικές οργανώσεις υπήρξαν τυχοδιώκτες με ιδιοτελή κίνητρα οι οποίοι, όπως, χαρακτηριστικά αναφέρει, «πρόδωσαν τα ελευθεριακά τους ιδεώδη σε κρίσιμες στιγμές του αγώνα».  Σε αυτό το σημείο εντούτοις αξίζει να σημειώσουμε ότι οι αναρχικοί στην Ισπανία είχαν στην κυριολεξία αλλεργία με εκείνους τους συντρόφους, συνδικαλιστές για παράδειγμα, που τύχαινε να καταλαμβάνουν νευραλγικές, υπεύθυνες, θέσεις- και γι’ αυτό πίστευαν στη διαρκή παρακολούθηση αυτών των συντρόφων και στο διαρκή έλεγχό τους από τα κάτω. Είναι από αυτήν την άποψη χαρακτηριστική η κριτική ενός αναρχοσυνδικαλιστή του Μπουενακάσα, ο οποίος επιχειρηματολογώντας υπέρ της απομάκρυνσης από την αρχισυνταξία της κεντρικής αναρχοσυνδικαλιστικής εφημερίδας, Solidaridad Obrera, του καταξιωμένου αγωνιστή Άνχελ Πεστάνια, εκπροσώπου της μετριοπαθούς αναρχοσυνδικαλιστικής πτέρυγας, ανέφερε- ανάμεσα στα άλλα- ότι ο σύντροφος είχε πέντε χρόνια να δουλέψει ως ωρολογοποιός κι επομένως είχε περιχαρακωθεί στο μηχανισμό της CNT. O ίδιος ο Πεστάνια, ως εκπρόσωπος πάντα μιας μετριοπαθούς, περισσότερο ρεφορμιστικής τάσης, είχε σε άλλη συγκυρία εξοργιστεί με εργαζόμενους που συμμετείχαν σε εργατικές επιτροπές ως έμμισθα στελέχη.

Όμως η μοναδική αξία του αναρχικού ισπανικού κινήματος βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν αντιμετώπισε την υπόθεση των επαναστατικών αλλαγών αποστειρωμένα, με τους αγωνιστές να είναι πιόνια σε μια ιστορική σκακιέρα, στην οποία οι κινήσεις υπαγορεύονται από την αποκλειστική γνώση των ειδικών και από άνωθεν ντιρεκτίβες . Γι’ αυτό ο ισπανικός αναρχισμός όχι μόνο διατήρησε τη φλόγα και τον πλούτο του βιώματος, αλλά και μετέφερε το κέντρο βάρους των ανατροπών στο προσωπικό, σωματικό θα έλεγα, επίπεδο του καθενός, ακριβώς όπως είχε πάντα την τάση να μεταφέρει το κέντρο βάρους των συλλογικών αποφάσεων στη βάση της κοινωνίας, στο καθημερινό, τοπικό επίπεδο. Όπως σημειώνει ο Μπούκτσιν: « Σε αντίθεση με τα μαρξιστικά κινήματα, ο ισπανικός αναρχισμός έδινε μεγάλη σημασία στον τρόπο ζωής, στην πλήρη αναδόμηση του ατόμου σύμφωνα με τις ελευθεριακές κατευθύνσεις. Έδινε ιδιαίτερη αξία στον αυθορμητισμό, στο πάθος και στην πρωτοβουλία της βάσης….. Οι ισπανοί αναρχικοί συζητούσαν με πάθος και τις παραμικρές αλλαγές που θα έφερνε η επανάσταση στον καθημερινό τρόπο ζωής τους και πολλοί από αυτούς εφάρμοζαν όσο ήταν δυνατό αυτές τις αρχές άμεσα στην πράξη… Πολλοί τελειοποιήθηκαν στη γλώσσα εσπεράντο με την πεποίθηση ότι μετά την επανάσταση θα καταργούνταν τα εθνικά σύνορα των χωρών, οι άνθρωποι θα μιλούσαν μια κοινή γλώσσα και θα μοιράζονταν μια κοινή πολιτιστική παράδοση…. Ουδέποτε χρησιμοποιούσαν στις καθημερινές συζητήσεις τους τη λέξη «θεός», έλεγαν salud (= γεια σου) και όχι adios (=στην ευχή του θεού), απέφευγαν τις σχέσεις με τους κληρικούς και τις κρατικές αρχές, δεν νομιμοποιούσαν με το γάμο τις «ελεύθερες ενώσεις» τους, δε βάφτιζαν ούτε νομιμοποιούσαν τα παιδιά τους». Και καταλήγει ο Μπ. « Πρέπει να γνωρίζει κανείς την καθολική Ισπανία για να αντιληφθεί πόσο μεγαλεπήβολη ήταν αυτή η αυτό-επιβαλλόμενη ηθική…».

Μια από τις αρχές των Ισπανών Αναρχικών αφορούσε την ακλόνητη πεποίθησή τους ότι τα μέσα που υιοθετούσαν, οι μέθοδοι πάλης, όχι μόνο δεν μπορούσαν να διαχωριστούν από την ελευθεριακή κοινωνία στην οποία απέβλεπαν, αλλά όφειλαν να απεικονίζουν και να ενσωματώνουν τις βασικές όψεις του comunismo libertario (ελευθεριακός κομμουνισμός), τον οποίο επιζητούσαν να πραγματώσουν. Γράφει ο Μπούκτσιν: «Αν ένα κίνημα επιδίωκε να δημιουργήσει έναν κόσμο ενωμένο στη βάση της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, όφειλε να διέπεται από τις αρχές του. Αν επιδίωκε μια αποκεντρωτική, αντιεξουσιαστική, ακρατική κοινωνία, όφειλε να είναι δομημένο πάνω σε αυτούς τους στόχους….. οι αναρχικοί τόνιζαν συνεχώς τη σημασία της εκπαίδευσης και την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με τις αναρχικές επιταγές- με άλλα λόγια τη ανάγκη να δημιουργήσουν μια αντικοινωνία που θα εξασφάλιζε το χώρο που χρειάζονται οι άνθρωποι για να ανακαλύψουν και να δημιουργήσουν εκ νέου τον εαυτό τους. Επομένως έδιναν μεγαλύτερη σημασία στον ελεύθερο χρόνο και στην ηθική υπεροχή. Περιφρονούσαν τους σοσιαλιστές επειδή τα αιτήματά τους επικεντρώνονταν πρωταρχικά στις μισθολογικές αυξήσεις και τις υλικές βελτιώσεις. Στα μάτια των αναρχικών, η ανάγκη για μείωση των ωρών εργασίας ήταν πολύ πιο σημαντική, γιατί σύμφωνα με τον Ανσέλμο Λορένθο, τον «παππού» του ισπανικού αναρχισμού (1842-1914), οι άνθρωποι «θα έχουν τον ελεύθερο χρόνο να σκέφτονται, να μελετούν….. να ικανοποιούν τα ηθικά τους ένστικτα»

Και σε ένα άλλο απόσπασμα στο τέλος του βιβλίου, στα Συμπεράσματα, ο Μπούκτσιν εξετάζει το κατά πόσο ήταν εφικτή μια κομμουνιστική επανάσταση σε μια βιομηχανικά υπανάπτυκτη χώρα κι αναφέρει πάνω στο ίδιο θέμα τις σκέψεις του διακεκριμένου αναρχικού θεωρητικού Αμπάδ δε Σαντιγιάν, ο οποίος σε ένα έργο με τίτλο Μετά την Επανάσταση, το οποίο συζητήθηκε εκτενώς στα πλαίσια του ισπανικού αναρχικού κινήματος, έγραφε «Κάθε περίοδο στέρησης και φτώχειας παράγει βαρβαρότητα, ηθική οπισθοδρόμηση και μια άγρια μάχη όλων για το καθημερινό ψωμί…. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο στοχεύουμε να εγκαθιδρύσουμε τις καλύτερες οικονομικές συνθήκες, οι οποίες θα λειτουργήσουν ως εγγύηση ίσων και σταθερών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους. Δεν θα πάψουμε να είμαστε αναρχικοί ακόμη και με άδεια στομάχια, αλλά δεν μας αρέσει να έχουμε άδεια στομάχια». Συνεχίζοντας το συλλογισμό του Σαντιγιάν, ο Μπούκτσιν καταλήγει: « Τέλος, σε μια οικονομία αφθονίας, που θα μπορεί να καλύπτει τις προσωπικές ανάγκες με αντίτιμο ένα στοιχειώδη μόχθο, το άτομο μπορεί να αποκτήσει τον ελεύθερο χρόνο για την πνευματική του καλλιέργεια και την πλήρη συμμετοχή του στην άμεση διαχείριση της κοινωνικής ζωής » Και στη συνέχεια ο Μπούκτσιν, αφού προσυπογράφει την προειδοποίηση του Σαντιγιάν, την άνοιξη του 1936, ότι «ο κομμουνισμός θα είναι το αποτέλεσμα της αφθονίας και χωρίς αυτήν θα παραμείνει απλώς ένα ιδανικό», αναφέρεται στο διφυή, και γόνιμα αντιφατικό χαρακτήρα του αναρχικού οράματος. Γράφει: «Πίστευαν στον «ελεύθερο έρωτα» επειδή πίστευαν στην ελευθερία του ζευγαρώματος πέρα από την πολιτική ή θρησκευτική επικύρωση, αλλά απέφευγαν την ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητας και τις πολυγαμικές σχέσεις. Οραματίζονταν την ευθυμία στον εργασιακό χώρο, αλλά θαύμαζαν την σκληρή εργασία και σχεδόν εξυμνούσαν τις εξαγνιστικές της ιδιότητες. Στην κοινωνία της «Αρκαδίας» δεν θα υπήρχαν «δικαιώματα χωρίς καθήκοντα και καθήκοντα χωρίς δικαιώματα»… Εντούτοις οι ισπανοί αναρχικοί άφησαν πίσω τους μια απτή πραγματικότητα που έχει ιδιαίτερη σημασία για τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της. Τα «ηρωικά χρόνια» του κινήματος από το 1868 μέχρι το 1936, σημαδεύτηκαν από μια συναρπαστική διαδικασία πειραματισμού σε οργανωτικές δομές, τεχνικές λήψης αποφάσεων, προσωπικές αξίες, εκπαιδευτικούς στόχους και μεθόδους πάλης».

Για μια σκιαγράφηση του που πατάμε εμείς σήμερα και που βρίσκονταν οι ισπανοί αναρχικοί τότε, θα παραθέσω πάλι ένα απόσπασμα από τον πρόλογο του Μπoύκτσιν στο βιβλίο του. Γράφει: « Ο καπιταλισμός σήμερα έχει διεισδύσει στην καθημερινή ζωή περισσότερο από ποτέ. Έχει διαρρήξει τους ισχυρούς κοινοτικούς δεσμούς… Εκείνα τα χρόνια το κεφάλαιο πολιορκούσε μια προφανώς προβιομηχανική κοινωνία, η οποία μπορούσε να του αντισταθεί με την πλούσια ποικιλία της ζωής στις γειτονιές της, στις πόλεις και στα χωριά της. Σήμερα εκείνη η προβιομηχανική κοινωνία παραχωρεί ραγδαία τη θέση της σε μια ιδιαίτερα εμπορευματοποιημένη κοινωνία της αγοράς- όχι απλά σε μια οικονομία της αγοράς- που έχει μετατρέψει ένα μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου σε ένα γιγαντιαίο σούπερ μάρκετ με τους υποταγμένους και μίζερους τρόπους ζωής».

Σήμερα που η εξατομίκευση της εργασίας έχει κατακερματίσει τον άνθρωπο αυτό φαντάζει δυσνόητο λόγο του ιδιότυπου ιδρυματισμού που έχει υπαχθεί σύγχρονος αποδυναμωμένος πολίτης, ώστε ο ευνουχισμένος ιδιώτης να ξαναβρεί την χαμένη κοινωνικότητα του να γίνει εκ νέου συλλογικός υπακούοντας σε ένα ακατανόητο κάλεσμα σε ένα υποσυνείδητο κοινωνικό ένστικτο για να πάψει να είναι μόνος, διότι κάτι μέσα του λέει ότι όλοι μαζί μπορούμε. Και το βιβλίο αυτό μπορεί να ενδυναμώσει αυτόν τον συλλογισμό αρκεί να μην εξιδανικευτεί. Η εποχή της αθωότητας έχει περάσει ανεπιστρεπτί τόσο για τους Ισπανούς Αναρχικούς όσο και για μας 80 χρόνια αργότερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάψουμε να εμπνεόμαστε από τα ελευθεριακά παραδείγματα ως παρακαταθήκη για το μέλλον. Ο αντίπαλος μπορεί να άλλαξε μορφή αλλά ο κοινωνικός ανταγωνισμός παραμένει.

Οι ισπανοί αναρχικοί κατάφεραν το 1936 μετά από 100 χρόνια αιματηρών αγώνων να κάνουν πράξη την κοινωνική επανάσταση στις 19 Ιουλίου απέναντι στις δυνάμεις του Φράνκο. Στην απόπειρα του πραξικοπήματος οι Ισπανοί αντέταξαν τον εργάτη στην πόλη ως το απελευθερωτικό υποκείμενο φορέα του αντίπαλου δέους αλλά και τον αγρότη στην ύπαιθρο. Όντας ένα σαφές ιδεολογικό κίνημα οι ισπανοί αναρχικοί, την αρχική στρατιωτική νίκη προσπάθησαν να την μετατρέψουν σε κοινωνικό μετασχηματισμό προς εκπλήρωση του οράματος του ελευθεριακού κομμουνισμού.

O επιστημονικός σοσιαλισμός απαιτούσε πάντα ένα είδος αποστασιοποίησης απέναντι στους ανθρώπους.  Προείχε αφοσίωση στο κόμμα και στον μηχανισμό του και όχι σε εκείνους που μοιράζονταν κοινούς αγώνες κινδύνους και ευθύνες. Οι αναρχικοί ήταν πάντα αντίθετοι σε αυτή την κατάσταση. Για εκείνους η επανάσταση ήταν πάνω από όλα ένας μεγάλος ηθικός μετασχηματισμός. Για τους ισπανούς -και όχι μόνο- αναρχικούς ένα κίνημα που επιδιώκει την προώθηση μιας απελευθερωτικής επανάστασης οφείλει να αναπτύξει απελευθερωτικά και επαναστατικά πρότυπα. Να απεικονίζει την ελεύθερη κοινωνία που προσπαθεί να πραγματώσει  και όχι την καταπιεστική που προσπαθεί να ανατρέψει. Αν δηλαδή ένα κίνημα  επιδιώκει να δημιουργήσει έναν κόσμο ενωμένο με βάση την αλληλεγγύη και την αλληλοβοήθεια οφείλει να διέπετε από αυτές τις αρχές.  Αν επιδιώκει μια  αποκεντρωτική, αντιεξουσιαστική, ακρατική κοινωνία οφείλει να είναι δομημένο πάνω σε αυτούς τους στόχους. Θυμηθείτε ότι το 1896 οι Ισπανοί στον αναρχισμό βρήκαν την ιδεολογία και στον εργάτη – αγρότη αλλά και στην γυναίκα τον ρόλο της απελευθέρωσης. Στον πρόλογο για το βιβλίο του Σαμ Ντόλγκοφ «Αναρχικές Κολεκτίβες»(Εκδόσεις Διεθνής Βιβλιοθήκη) ο Μπούκτσιν σημειώνει «Ο όρος «ολοκληρωμένη προσωπικότητα» παρουσιάζεται συχνά στα ντοκουμέντα των Ισπανών αναρχικών και έγιναν ακούραστες προσπάθειες για την ανάπτυξη της προσωπικότητας των ατόμων, τα οποία, όχι μόνο έπρεπε να ενστερνιστούν τις αντιεξουσιαστικές αρχές, αλλά και να δοκιμάζουν να τις εφαρμόζουν στην πράξη. Κατά συνέπεια το οργανωτικό πλαίσιο του κινήματος (όπως εκφράστηκε στην «πρώτη Διεθνή», τη CNT και τη FAI) έπρεπε να είναι αποκεντρωμένο και να επιτρέπει το μεγαλύτερο βαθμό πρωτοβουλίας και λήψης αποφάσεων στη βάση και να παρέχει δομικές εγγυήσεις ενάντια στο σχηματισμό γραφειοκρατίας»

Όπως δείχνει το ισπανικό παράδειγμα η κοινωνική επανάσταση, η αναμόχλευση των πάντων μέχρι να βρεθεί εκείνη η νέα ισορροπία, αρμονία αν θέλετε, που θα απελευθερώνει όσο γίνεται περισσότερες συλλογικές δυνατότητες και θα ελαχιστοποιεί τον αποκλεισμό και την αδικία, αυτή η κοινωνική επανάσταση είναι μια δαιδαλώδης διαδικασία. Ένας δρόμος που περιλαμβάνει πολλά κάθετα και παράλληλα μονοπάτια, πολλούς παράδρομους βαθύτατων πολιτισμικών ανατροπών που θέτουν σε αμφιβολία και διερώτηση το κυρίαρχο φαντασιακό, δηλαδή το συνολικό τρόπο ζωής, τις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις, τον ίδιο τον τρόπο πρόσληψης της πραγματικότητας από τον καθένα από εμάς.

Οι Ισπανοί αναρχικοί κατάφεραν να δείξουν ότι η ουτοπία δεν είναι εφικτή παρά μόνο για όσους δεν την προσπαθήσουν. Ο σημερινός άνθρωπος χρειάζεται να αποστοχασθεί εκ νέου για να χρησιμοποιήσω έναν λογοθεραπευτικό όρο του Βίκτωρ Φρανκλ, να πετάξει το φτωχό του ιδεολογικό εγώ και να μπει εκ νέου σε ένα πλούσιο κοινωνικό εμείς. Κλείνοντας θεωρώ η επανέκδοση του βιβλίου αυτού κάτι πολύ σημαντικό. Διότι το ουσιαστικό σε αυτές τις αφηγήσεις  του ελευθεριακού παρελθόντος είναι ότι πάντα κουβαλούν μαζί τους αυτούς τους σπόρους που αν και συνθλίβονται, δεν πεθαίνουν μα ανοίγουν ρωγμές στην σύγχρονη εποχή για να περάσουν μέσα  τους και να βρουν ξανά το νόημα οι άνθρωποι του μέλλοντος.

Του Αργύρη Αργυριάδη

Advertisements

«Ισπανοί Αναρχικοί τα ένδοξα χρόνια»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s