Ο Δον Κιχώτης δεν χρειάζεται συστάσεις. Μυθιστορηματικός ήρωας του Θερβάντες που κυκλοφόρησε το 1605 και μεταφράστηκε σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου, διασκευάστηκε στον κινηματογράφο, έγινε παιδικές σειρές κινουμένων σχεδίων και παγκόσμιο σύμβολο της τρέλας και του ασυμβίβαστου ρομαντισμού. Εκφράσεις όπως «δονκιχωτισμός» ή «το κυνήγι των ανεμόμυλων» αποδεικνύουν ότι ο Δον Κιχώτης ξεπέρασε κατά πολύ τα όρια του λογοτεχνικού ήρωα κι έγινε κομμάτι της ίδιας της γλώσσας. Έγινε δηλαδή έννοια που οφείλει να εκφραστεί και κατά συνέπεια ενσωματώθηκε στην καθημερινότητα διευρύνοντας το γλωσσικό πεδίο. Ο Δον Κιχώτης είναι ο ιδαλγός που επηρεασμένος από ευτελή ιπποτικά βιβλία αναζητά παθιασμένα ιπποτικές περιπέτειες που φυσικά δεν υπάρχουν και τις επινοεί. Έτσι μπλέκεται σε απίστευτες καταστάσεις κωμικές και τραγικές, τις περισσότερες φορές εξευτελιστικές, και διασύρεται προκαλώντας αρχικά την έκπληξη και στη συνέχεια το χλευασμό των άλλων. Ο αιώνιος ιπποκόμος του, ο Σάντσο Πάντσα, αντιλαμβάνεται και πολλές φορές εκμεταλλεύεται την ελαφρότητα του κυρίου του, τον οποίο όμως ακολουθεί πιστά προσδοκώντας κάποια οφέλη. Όμως ο Σάντσο Πάντσα ακόμη κι όταν ξεγελά το αφεντικό του, όταν λέει ψέματα ή όταν προσπαθεί να αποφύγει ευθύνες ή καθήκοντα το κάνει με τέτοια αφοπλιστική ευθύτητα, αφού η έννοια του συμφέροντος είναι τόσο αφελώς ξεκαθαρισμένη στο μυαλό του, που δεν είναι παρά η άλλη όψη της αθωότητας. Το αχτύπητο δίδυμο περιφέρεται στους αγρούς εκπροσωπώντας την εξωφρενική ανιδιοτέλεια και την υλοποίηση των υψηλών ιδανικών που είναι αδύνατο να νοθευτούν. Εκπροσωπώντας δηλαδή τη χίμαιρα. Οι αντιθέσεις των ηρώων, η εξωτερική τους εμφάνισή και οι απίθανες γκάφες που διαδραματίζονται αναδεικνύουν μια γκροτέσκα φαρσοκωμωδία χωρίς προηγούμενο.

 Ο Δον Κιχώτης είναι ο ιδαλγός που επηρεασμένος από ευτελή ιπποτικά βιβλία αναζητά παθιασμένα ιπποτικές περιπέτειες που φυσικά δεν υπάρχουν και τις επινοεί. Έτσι μπλέκεται σε απίστευτες καταστάσεις κωμικές και τραγικές, τις περισσότερες φορές εξευτελιστικές, και διασύρεται προκαλώντας αρχικά την έκπληξη και στη συνέχεια το χλευασμό των άλλων.

Όμως, ο Δον Κιχώτης δεν είναι απλώς ένα ψυχαγωγικό ανάγνωσμα που περνά ευχάριστα την ώρα και μοιραία ξεχνιέται. Είναι λογοτεχνική άποψη και κατάθεση καλλιτεχνικής και ιδεολογικής πρωτοπορίας που σήμερα, πάνω από τετρακόσια χρόνια αργότερα, δεν έχει ξεπεραστεί. Αυτό που διακρίνεται από την αρχή είναι η απέχθεια του Θερβάντες απέναντι στα βουνά της ευτελούς ιπποτικής λογοτεχνικής παραγωγής που πρέσβευε την επιφανειακή προσέγγιση των αξιών εκθειάζοντας, την – πέρα κάθε λογικής – αγνότητα και την ηθική ακεραιότητα που φτάνει σε τέτοια υπερβολή ώστε να γίνεται ανοησία. Τα ιπποτικά μυθιστορήματα γνώριζαν τεράστια εμπορικότητα αναπαράγοντας το φτηνό λογοτεχνικό μοντέλο της εξωφρενικής περιπέτειας και της οριστικής και δακρύβρεχτης επικράτησης του καλού απέναντι σε κάθε σκοτεινή δύναμη. Οι έρωτες ήταν μόνο πλατωνικοί, το κακό απολύτως ξεκαθαρισμένο, πολλές φορές έπαιρνε μεταφυσικές διαστάσεις, και ο ιππότης διεκδικούσε δάφνες αγιοσύνης, τόσο λόγω της απόλυτης αυταπάρνησης που επιδείκνυε, όσο και λόγω της άμεμπτης ηθικής του σε όλα τα επίπεδα, ηθικής που καθοριζότανε περισσότερο με θρησκευτικά κριτήρια. Θα λέγαμε ότι τα ιπποτικά μυθιστορήματα ήταν προέκταση της χριστιανικής ηθικής και αναπαρήγαγαν μόνο τις καθεστηκυίες αξίες, χωρίς να αμφισβητούν ή να ανατρέπουν, αναδεικνύοντας την ανώδυνη τέχνη της ευτέλειας και προσφέροντας την επιφανειακή συγκίνηση της αποβλάκωσης.

Ο διάλογος που υπάρχει τον πρώτο τόμο του Δον Κιχώτη και αναφέρεται στη βιοποριστική μιζέρια του δημιουργού είναι τόσο επίκαιρος που γίνεται σπαρακτικός. Η μιζέρια έγκειται στις συμπληγάδες που οφείλει να περάσει ο δημιουργός και αφορούν  την ελεύθερη έκφραση από τη μια και την πώληση του έργου σε κάποιο θίασο από την άλλη. Αυτό μεταφράζεται σε υποταγή στους σκληρούς νόμους της εμπορικότητας. Κι έτσι πλάθεται το αδιέξοδο του δημιουργού που οφείλει να προσαρμοστεί σε νόμους που δεν ορίζει και πολλές φορές δεν αποδέχεται. Ό,τι δηλαδή συμβαίνει και σήμερα, αφού η ευτέλεια της ιπποτικής λογοτεχνίας παραμένει με άλλη μορφή, ακολουθώντας όμως ακριβώς τα ίδια πρότυπα εξιδανίκευσης, ηθικοπλαστικούρας, ανόθευτου έρωτα, περιπέτειας κτλ, καθώς και της ακραίας έκφανσης του καλού και του κακού που βρίσκεται πέρα από κάθε πραγματικότητα, καθιστώντας την εμπορικότητα αυτοσκοπό και υποβαθμίζοντας κάθε αισθητικό κριτήριο. Μια ματιά στα μπεστ σέλερς παγκοσμίως, ή στα νεοελληνικά ευπώλητα ή στα χολιγουντιανά έργα το καταδεικνύει περίτρανα. Οι εξαιρέσεις που υπάρχουν δεν αναιρούν την αναμφισβήτητη συνολική εικόνα της σκουπιδοβιομηχανίας, σε όλες της μορφές τέχνης, που αναπαράγει το τίποτα και λειτουργεί με απόλυτο γνώμονα την ανώδυνη, επίπλαστη κι άκρως κερδοφόρα εξιδανικευτική υπερβολή. Σ’ αυτή τη σκουπιδοβιομηχανία αντιστέκεται ο Θερβάντες, από το 1600, φέρνοντας στο φως το Δον Κιχώτη που δεν εκπροσωπεί μόνο τη συντριβή του εαυτού του, αλλά ενός ολόκληρου λογοτεχνικού ρεύματος, της ιπποτικής μυθιστορίας, που το καταδικάζει στη γελοιότητα. Υπό αυτή την έννοια είναι μια λογοτεχνική επανάσταση.

H Μάχη του Λεπάντο, αναπαράσταση αγνώστου δημιουργού

Όμως η μεγάλη αξία του Δον Κιχώτη δεν οφείλεται στη λογοτεχνική στάση του δημιουργού του αλλά στην, σχεδόν αυθύπαρκτη θα λέγαμε, προσωπικότητα του αλλόκοτου πρωταγωνιστή. Ο Δον Κιχώτης, ως μυθιστορηματική ύπαρξη, συγκεντρώνει στοιχεία που τον καθιστούν ιδιαίτερα πολύπλοκο κι ως εκ τούτου αντιφατικό. Από τη μια είναι αφελής κι ονειροπόλος σε βαθμό να φαντάζεται ανύπαρκτους κινδύνους και περιπέτειες (με δυο λόγια θεότρελος) κι από την άλλη παρουσιάζει έναν εαυτό που δείχνει να πατά με τα δυο πόδια στην πραγματικότητα και να διεκδικεί σοφία. Οι συμβουλές που δίνει στον Σάντσο Πάντσα όταν πηγαίνει να αναλάβει τα καθήκοντα του κυβερνήτη φανερώνουν σωφροσύνη που φτάνει στα όρια της συγκίνησης. Ταυτόχρονα οι παραληρηματικές ονειροφαντασίες που βιώνει στη σπηλιά του Μοντεσίνου πλαισιώνουν έναν χαρακτήρα που είναι για δέσιμο. Αυτή η αντικρουόμενη παραζάλη γίνεται φανερή σε όλο το έργο και αφήνει κατάπληκτους όλους όσους τον συναντούν, αφού από τη μια διαπιστώνουν μια καταφανή περίπτωση κλινικής ψυχοπαθολογίας κι από την άλλη πέφτουν πάνω σε μια αδιατάραχτη ισορροπία που μπορεί να διευθετήσει κάθε ζήτημα με αφοπλιστική απλότητα, που κινείται αποκλειστικά στα πλαίσια της δικαιοσύνης (με την έννοια του άγραφου νόμου και όχι της γραφειοκρατικής διεκπεραίωσης), της ηθικής αποκατάστασης και της σύνεσης, με δυο λόγια του ανθρωπισμού. Οι ηθικοί κώδικες που ενσαρκώνει κινούνται στο αυτονόητο που όμως ο περισσότερος κόσμος αδυνατεί να πλησιάσει. Μιλάμε για μια άκρως ιδιόρρυθμη φυσιογνωμία που κατανοεί το βαθύτερο ηθικό γίγνεσθαι και παράλληλα αδυνατεί να συλλάβει την αυτονόητη για τους άλλους επιφανειακή πραγματικότητα. Μιλάμε δηλαδή για την ιδιοφυία της τρέλας που βυθίζεται στον πυθμένα μιας πλαστής πραγματικότητας και φέρνει στο φως αλήθειες που αφορούν τον υπαρκτό κόσμο. Είναι η ενσάρκωση του συγκρουσιακού που δεν αφορά μόνο το χάσμα που τον χωρίζει από τους υπόλοιπους ανθρώπους αλλά την ίδια τη δομή αυτού του κόσμου που διαχωρίζεται αμετάκλητα σε δύο ή και περισσότερες πραγματικότητες, ανάλογα με την οπτική που θέλει να εστιάσει κανείς. Από ένα σημείο και μετά η πλαστή πραγματικότητα του Δον Κιχώτη μπλέκεται τόσο πολύ με την αντικειμενική πραγματικότητα των υπολοίπων που η αλήθεια γίνεται κάτι δυσδιάκριτο. Ο Δον Κιχώτης είναι η αμετανόητη παιδική ονειροφαντασία που τελικά αποδεικνύεται σοφότερη αφού είναι ανόθευτη ηθικά. Είναι δηλαδή ασυμβίβαστη. Τελικά ποιος από τους δύο κόσμους είναι αλήθεια; Ο παιδικός κόσμος του Δον Κιχώτη που βρίσκει εύκολα τις αυτονόητες αλήθειες γιατί πολύ απλά δεν έχει αλλοτριωθεί ή ο κόσμος των άλλων που κατανοεί απολύτως την επιφανειακή πραγματικότητα αλλά είναι αδύνατο φτάσει στη βαθύτερη ουσία της συνύπαρξης, αφού ο δρόμος κόβεται από ένα πλήθος συμβιβασμών και υποχωρήσεων που νοθεύουν την αναζήτηση κάθε αλήθειας; Ο Δον Κιχώτης αγνοώντας έννοιες όπως συμφέρον, κερδοσκοπία, δίκιο του ισχυρού κτλ πλεονεκτεί στην αναζήτηση του δικαίου, που είναι η μοναδική αλήθεια, και αυτό είναι αδιαπραγμάτευτη πραγματικότητα. Όπως είναι αδιαπραγμάτευτη αλήθεια οι πύργοι των παιδιών στην άμμο και η τελική επικράτηση του καλού στα παιδικά χωμάτινα τείχη που γίνεται με τρόπο τόσο απόλυτο, τόσο πρωτόλειο και τόσο ανεπιτήδευτα αυτονόητο που στα μάτια του μεγάλου είναι σκέτη αφέλεια. Κι αυτό ακριβώς ενσαρκώνει και ο Σάντσο Πάντσα που τελικά δεν είναι παρά ο άλλος εαυτός του Δον Κιχώτη, ο πιο γήινος, ο πιο προσιτός, ο πιο κατανοήσιμος, αφού λειτουργεί ως διαμεσολαβητικός κρίκος ανάμεσα στην απόλυτη ονειροφαντασία και την πραγματικότητα. Αν ο Δον Κιχώτης κινείται στο απόλυτα ανύπαρκτο, ο Σάντσο Πάντσα κινείται στο μεταίχμιο. Κινείται δηλαδή στη σφαίρα της χειροπιαστής πραγματικότητας αλλά ταυτόχρονα επηρεάζεται κι ακολουθεί το εξωπραγματικό του Δον Κιχώτη. Το αμφισβητεί χωρίς να το αναιρεί. Τελικά προσφέρει την ανιδιοτέλεια του. Υπό αυτή την έννοια ο Σάντσο Πάντσα είναι αθεράπευτα ρομαντικός, αφού ακολουθεί το όνειρο ενδίδοντας στο συναισθηματισμό αν και βλέπει το αδιέξοδο. Φυσικά είναι το ίδιο αφελής με τον Δον Κιχώτη.

Ο Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέδρα[i] (Don Miguel de Cervantes y Saavedra, 29 Σεπτεμβρίου 1547 – 23 Απριλίου 1616) ήταν Ισπανός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας.

Αν και είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ποια πραγματικότητα είναι αληθινή – του Δον Κιχώτη ή των άλλων – δεν είναι καθόλου δύσκολο να κατανοήσουμε ποια πραγματικότητα είναι ισχυρή. Σε όλο το δεύτερο τόμο βλέπουμε το Δον Κιχώτη να γελοιοποιείται και να γίνεται έρμαιο των ισχυρών ανθρώπων της άλλης πραγματικότητας. Ο δούκας τον φωνάζει στην αυλή του και διασκεδάζει επινοώντας τεχνητές δοκιμασίες – φάρσες σε βάρος του. Ο Δον Κιχώτης είναι αδύνατο να αμυνθεί. Εξευτελίζεται και ταπεινώνεται από το δούκα, τη δούκισσα κι από τον κάθε υπηρέτη. Ο Σάντσο Πάντσα τα ίδια. Γίνονται γραφικοί, κατατροπώνονται. Η πραγματικότητα του συναισθήματος ηττάται ολοκληρωτικά από την αμείλικτη   πραγματικότητα του κυνισμού και της δύναμης. Κάθε Δον Κιχώτης είναι καταδικασμένος στη συντριβή. Η συσσώρευση του πλούτου και της εξουσίας δεν αφορά τους Δον Κιχώτες. Ο κόσμος δεν είναι πλασμένος γι’ αυτούς. Η πραγματικότητά τους είναι παιδαριώδης κι ανυπόστατη. Οι τελευταίες σκηνές στο νεκροκρέβατο του Δον Κιχώτη είναι συγκινητικές. Καταλαβαίνει την πλάνη του και συνειδητοποιεί όλο το μέγεθος του εξευτελισμού του. Μετανιώνει και καταριέται τα ιπποτικά βιβλία που τον παρέσυραν, γεγονός που μας απογοητεύει γιατί θα θέλαμε να μη μετανιώσει. Όμως ο Θερβάντες δεν υποκύπτει σε συναισθηματισμούς. Μας φέρνει ενώπιον της οδυνηρής πραγματικότητας και μετατρέπει την κωμωδία σε δράμα, κάνοντας το γέλιο πικρό. Ο Θερβάντες είναι αναμφισβήτητα ο Σαίξπηρ του νότου

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

 

Advertisements

Ο Δον Κιχώτης,η τρέλα και οι πραγματικότητες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s