«Απόγευμα. Εν μέσω πυροβολισμών δεξιά και αριστερά, εμπρός και πίσω. Ο ορίζοντας έχει πάρει φωτιά από το λαμπαδιασμένα σπίτια. Στέκομαι σε ένα σταυροδρόμι και κανονίζω την κυκλοφορία. Ξαφνικά το πρόσωπο μου ανάβει. Ψηλαφίζω το μάγουλο μου: αίμα. Νιώθω κάτι στο δεξί μου χέρι. Μια μεγάλη τρύπα στο γάντι. Γαμώτο, σκέφτηκα. Ήταν ένα γάντι από εξαιρετικο δέρμα. Στρέφομαι λίγο προς τα αριστερά. Ζαλίστηκα. Έπεσα. Δεν νιώθω καθόλου πόνο, είμαι όμως σίγουρος ότι τα πόδια μου έχουν κομματιαστεί. Όσο αφορά εμένα, ο πόλεμος έχει τελειώσει.»

Συνέχισε.

Συχνά στην μάχη ξεχνούσα να καλυφθώ. Όχι από γεναιότητα -είμαι μεγάλος χέστης και τρομάζω εύκολα- αλλά από έξαψη: φλόγες, επιθέσεις από τον αέρα και τανκς στο έδαφος -ήταν σαν να ήμουν σε μια σκηνή και δρούσα αναλόγως. Σε μια περίπτωση εισέπραξα τον σιδηρούν σταυρό, σε μια άλλη τρείς σφαίρες -μια στο πρόσωπο, μια στο δεξί χέρι και μια στην σπονδυλική στήλη. Τον Σιδηρούν Σταυρό τον πήρα στις αρχές Μαϊου 1944. Να τι συνέβη. Είμασταν ξαπλωμένοι στο χιόνι και δεχόμασταν πυροβολισμούς και επίθεση από αεροπλάνα -φαινόμενο σπάνιο στη Ρωσσία. Ήμασταν φοβισμένοι -ξέρω ότι εγώ τουλάχιστον ήμουν- και πασχίζαμε να γίνουμε ένα με το έδαφος. Τα δικά μας τανκς κινούνταν μπρος-πίσω. Πάτησαν έναν από τους δικούς μας. Κείτοταν στο έδαφος, πλάκα, σαν κούκλα από χαρτόνι. Προχωρήσαμε. Έπεσε το σκοτάδι. Πλησιάζοντας ένα χωριό δεχτήκαμε πυροβολισμούς. Άρπαξα ένα μπαζούκα, ένα panzerfaust, και πήδησα σε έναν κάπως υπερυψωμένο δρόμο. Όρμησα προς το χωριό και παρότρυνα τους άλλους να με ακολουθήσουν. Μπήκαμε στο χωριό, το καταλάβαμε για λίγες ώρες, και ύστερα συνεχίσαμε την υποχώρηση.

Πίσω, πήγαινε πίσω.

Στο τέλος της εκπαίδευσης μας στη Γερμανία, ο διοικητής της υπηρεσίας μας πρόσφερε δύο επιλογές: να πάμε στην Γαλλία ως μέρος των δυνάμεων κατοχής ή να μείνουμε πίσω και να κρατάμε καθαρά τα στρατόπεδα. Σήκωσα το χέρι μου: «Θέλω να μείνω εδώ που βρίσκομαι«. Ο διοικητής με πλησίασε. «Γιατί«, ρώτησε. «Γιατί θέλω να διαβάζω απερίσπαστος«. «Τους ανθρώπους σαν και εσένα πρέπει να τους ξεριζώσουμε (ausgerottet)», είπε και απέρριψε το αίτημα μου. Έχω ακόμη μπροστά στα μάτια μου το αδηφάγο μίσος στο πρόσωπο του. (Στη Γαλλία προσπάθησα να γυρίσω πίσω με ψέμματα. Αποκαλύφθηκα και με έστειλαν σε μία από τις χειρότερες μονάδες.

paul_3

(Ο πρώτος γάμος του νεαρού Παύλου)

Μίλησε μου για την παιδική σου ηλικία.

Ανάμεσα στα τρία και έξι μου χρόνια περνούσα τον περισσότερο καιρό μου στην κουζίνα και το υπνοδωμάτιο. Η μαμά είχε βάλει έναν πάγκο που έφθανε ως το παράθυρο και με έδενε στην κάσα. Κρεμασμένος από εκεί, σαν αράχνη, παρατηρούσα τον κόσμο: μεγάλα έργα στο δρόμο, χρωματιστοί οδοστρωτήρες, τα πράσινα ηλεκτροκίνητα λεωφορεία που μετέφεραν το ταχυδρομείο, οι καλλιτέχνες των δρόμων, που και που κάνα γιώτα-χι. Μια φορά την βδομάδα, μια ομάδα από γουρούνια παραδίδονταν στο χασάπικο στο απέναντι κτίριο. Την Παρασκευή πληρώνονταν οι εργάτες και πήγαιναν να μεθύσουν στην μπυραρία της γειτονιάς. Ανάμεσα στις δύο και τρείς το πρωί -εγώ κοιμόμουν εκείνη την ώρα, αλλά η φασαρία μας σήκωνε όλους στο πόδι-, πήγαιναν οι γυναίκες τους να τους βρούν και να τους μαζέψουν στο σπίτι. Το θέαμα ήταν εντυπωσιακό: πελώριες γυναίκες να ανασηκώνουν μικροσκοπικούς άνδρες από τους γιακάδες και να ουρλιάζουν με βροντερή φωνή: «Παλιοκουράδα! Αλήτη! Ξεκωλιάρη! Που είναι τα λεφτά…». Ακόμα και ο ταχυδρόμος κατέληγε να κυλιέται στο ρείθρο του πεζοδρομίου με τα γράμματα, τις επιταγές και τους λογαριασμούς σκορπισμένα ολόγυρα του. Στα ιδιαίτερα, γυναίκες έδερναν τους άνδρες τους (και το αντίστροφο), γονείς έδερναν τα παιδιά τους (και το αντίστροφο), γείτονες δέρνοντας μεταξύ τους. Κάθε πρωί, οι κυρίες του σπιτιού συγκεντρώνονταν στο πλυσταριό, το μόνο μέρος με τρεχούμενο νερό σε κάθε όροφο. Αντάλλασσαν κουτσομπολιά, λόγια συμπάθειας, παράπονα για τους άνδρες τους, τα κατοικίδια τους, τους συγγενείς τους. Τις περισσότερες φορές έτσι πήγαινε το πράγμα. Καμιά φορά το κουτσομπολιό αγρίευε, άλλαζε χαρακτήρα και κατέληγε σε καυγά. Σκατά στα σκαλοπάτια σήμαιναν ότι η καθαρίστρια είχε αποκτήσει κάνα-δυο εχθρούς.

Τι θυμάσαι από την οικογένεια σου;

Τις Κυριακές, ο μπαμπάς, η μαμά και εγώ πηγαίναμε και κατασκηνώναμε σε ένα λιβάδι στην άκρη της πόλης. Παίρναμε φαγητό, μια κουβέρτα, μαγιό και μέναμε εκεί ολόκληρη την ημέρα. Μου άρεσε να μετακινούμε και κυρίως μου άρεσε να κάθομαι στα πόδια μεγαλύτερων κοριτσιών (την περίοδο που εγώ ήμουν ανάμεσα στα τρία και τα έξι).

«Τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;» με ρωτούσαν οι κυρίες. «Συνταξιούχος«, αποκρινόμουν. Υπήρχε λόγος για αυτή την απάντηση μου. Όταν ήμουν στο πάρκο, φτιάχνοντας κάστρα στην άμμο, έβλεπα νευρικούς άνδρες να κρατούν χαρτοφύλακες και να τρέχουν πίσω από ξεχειλισμένα τραμ. «Τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι;«, ρωτούσα τη μαμά. «Πάνε στις δουλειές τους«, αποκρινόταν εκείνη. Έβλεπα ακόμα κάποιον ηλικιωμένο κύριο να κάθεται ήρεμα στο παγκάκι και να απολαμβάνει τον ήλιο. «Αυτός γιατί είναι εδώ;» ρωτούσα. «Είναι συνταξιούχος«. Ε, μετά από όλα αυτά η ιδιότητα του συνταξιούχου έμοιαζε αλήθεια πολύ ελκυστική.

Ήμουν ένας Vorzugsholer, πάει να πει ένας μαθητής άνω του μέσου όρου. Στα επίσημα ετήσια έγγραφα αυτό δηλώνονταν με έναν αστερίσκο δίπλα στο όνομα μου. Τέτοια επιτεύγματα όμως δεν συνεισέφεραν στη δημοτικότητα. Οι «σπεσιαλίστες», δηλαδή μαθητές που διακρίνονταν π.χ στην ιστορία ή στα μαθηματικά ή στη χημεία, ήταν σεβαστοί. Υποθέταμε ότι οι γνώσεις τους προέρχονταν από έναν συνδυασμό ενδιαφέροντος και εξυπνάδας. Εξάλλου επιτελούσαν και μια σημαντική λειτουργία στην διάρκεια της εξέτασης, παρέχοντας άφθονη ροή παράνομων πληροφοριών. Ακόμα, έβαζαν τους καθηγητές στη θέση τους, βγάζοντας τα λάθη τους στη φόρα. Η υπεροχή όμως σε όλους τους τομείς έμοιαζε με ανάγκη για συμμόρφωση. Ευτυχώς συχνά με επέπλητταν δημοσίως και μια φορά έφθασαν στο σημείο να με αποβάλλουν. Έναν τέτοιο τύπο δεν μπορείς παρά να τον εμπιστευτείς.

Διάβαζα επίσης πολύ. Δεν έχω ιδέα πως και πότε άρχισε αυτό, ξέρω όμως πως όταν ήμουν γύρω στα εννιά βρισκόμουν με ένα βιβλίο ανοικτό μπροστά μου σχεδόν κάθε απόγευμα. Η φιλοσοφία παρείσφρησε στα ενδιαφεροντά μου όλως τυχαίως. Τα περισσότερα βιβλία μου τα αγόραζα μεταχειρισμένα. Πήγαινα επίσης στα μαγαζιά πριν από τις δημοπρασίες, όπου μπορούσες να πετύχεις τόνους βιβλία για πενταροδεκάρες. Τα έδιναν σε πακέτα. Ήσουν υποχρεωμένος να αγοράσεις ολόκληρο το περιεχόμενο. Αγόραζα πακέτα που περιείχαν κυρίως θεατρικά έργα, δεν μπορούσα να αποφύγω όμως την περιστασιακή εμφάνιση κάποιου Πλάτωνα, Καρτέσιου ή Μπύχνερ (του υλιστή, όχι του ποιητή). Ίσως άρχισα να διαβάζω αυτές τις ανεπιθύμητες προσθήκες από περιέργεια ή για να μην πάνε χαμένα τα λεφτά μου. Γρήγορα συνειδητοποίησα τις δραματικές δυνατότητες της σκέψης και με γοήτευε η δύναμη που φαίνονταν να ασκούν τα επιχειρήματα πάνω στους ανθρώπους. Αφού κατάπια και χώνεψα μερικές σελίδες από τους Διαλογισμούς του Καρτέσιου, εξήγησα στη μαμά ότι υπήρχε αποκλειστικά και μόνο επειδή εγώ υπήρχα και ότι χωρίς εμένα πήγαινε χαμένη.

Η μητέρα σου;

Δυο φορές αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Την πρώτη φορά ο πατέρας μου και εγώ είχαμε βγεί έξω βόλτα. Ήταν απόγευμα, οι λάμπες του γκαζιού είχαν αρχίσει να ανάβουν, κάποιο εξάρτημα όμως δεν δούλεψε καλά και η φλόγα έβγαλε έναν πένθιμο ήχο. Φοβήθηκα και πίεσα τον πατέρα μου να γυρίσουμε σπίτι. Η μητέρα μου ήταν σε μια γωνία αναίσθητη, μέσα σε ένα σύννεφο γκαζιού. Τα κατάφερε δεκατρία χρόνια αργότερα. Συχνά, με μια παράφορη οργή, ορμούσε προς το παράθυρο. Έπρεπε να βάλω όλη μου τη δύναμη για να την εμποδίσω να πηδήσει. Πολλά χρόνια μετά το θάνατο της, ενώ μάζευα τα έπιπλα για να τα πουλήσω, ανακάλυψα το λόγια της, γραμμένα με το χέρι της, στην πίσω μεριά του μεγάλου καθρέφτη και των ντουλαπιών. «Θεέ μου, βόηθα με«, έλεγε, «δεν μπορώ να συνεχίσω«.

Τι έκανες αφού τελείωσε ο πόλεμος;

Μετά τον πόλεμο γράφτηκα στο πανεπιστήμιο. Ήμουν τρία με πέντε χρόνια μεγαλύτερος από τους υπόλοιπους φοιτητές και ανάπηρος. Δεν φαίνονταν να έχει σημασία. Μου συμπεριφέρονταν σαν να ήμουν δεκαοχτάρης και σε τέλεια φυσική κατάσταση. Το αρχικό μου σχέδιο ήταν να σπουδάσω φυσική, μαθηματικά, αστρονομία και να συνεχίσω το τραγούδι. Αντί γι’ αυτό διάλεξα ιστορία και κοινωνιολογία. Φαίνεται ότι σκέφτηκα (αν και οι σκέψεις μου δεν είχαν μεγάλη συνοχή) πως η φυσική λίγο είχε να κάνει με την πραγματική ζωή -σε αντίθεση με την ιστορία: η ιστορία θα με έκανε να κατανοήσω τα πρόσφατα γεγονότα. Δεν το κατάφερε. Είχα την τύχη να παρακολουθήσω τους ιστορικούς τέχνης Ντέμους και Σβόμποντα. Χάρη στον τελευταίο ανακάλυψα τον Τσιμαμπούε, τον Τζιότο και την παράδοση του εικαστικού ρεαλισμού. Αυτό παρέμεινε στο υποσυνείδητο μου παραπάνω από τριάντα χρόνια, ύστερα διάβασα την σχετική φιλολογία, επισκέφθηκα τα σπουδαιότερα έργα και έδωσα διαλέξεις για το θέμα αυτό. Σήμερα ο Τζιότο, με το αδρό στυλιζάρισμα με το οποίο αποδίδει τα γεγονότα, είναι ένας από τους αγαπημένους μου καλλιτέχνες. Έτσι η περιπλάνηση μου στην ιστορία δεν πήγε ολότελα χαμένη. Εκείνο τον καιρό, πάντως, δεν ήμουν ικανοποιημένος και λαχταρούσα να επιστρέψω στην επιστήμη. Πήρα την άδεια του κοσμήτορα, άλλαξα τα μαθήματα και επιτέλους παρακολούθησα την πρώτη μου παράδοση στη φυσική.

Στο Λονδίνο ταξίδεψα με μια βαλίτσα αλλά χωρίς φράγκο στην τσέπη. Ποτέ πρωτύτερα δεν είχα χρειαστεί λεφτά -πάντα βρίσκονταν κάποιος να με περιμαζέψει. Αυτή τη φορά τα βρήκα σκούρα. Οι Γάλλοι αχθοφόροι που μετέφεραν τις αποσκευές από το τραίνο στο πορθμείο παραλίγο να με λυντσάρουν και οι εκπρόσωποι του Βρετανικού Συμβουλίου που μας περίμεναν μας έδωσαν μια διεύθυνση, οδηγίες πως να πάμε εκεί, αλλά καθόλου χρήματα για τη μετακίνηση μας.

Στην σχολή συνάντησα και τον Γιόσκε Αγκάσι, που έγινε φίλος μου κατά κάποιον τρόπο. Ο Αγκάσι είχε ενδοιασμούς: δεν εμπιστεύονταν έναν πρώην αξιωματικό των ναζί. Ο Πόπερ παρακάλεσε και ο Γιόσκε όντως προσπάθησε. Καθισμένοι στο λεωφορείο, ήμαστε καταπληκτικό δίδυμο. Έκανα ένα σχόλιο, με τη φωνή μου σε κανονικό τόνο. Ο Γιόσκε διαφωνούσε, αναβάζοντας λίγο τη φωνή του. Απαντούσα, φωνάζοντας ήδη. Ο Γιόσκε αντιγύριζε στη διαπασών -και πάει λέγοντας ώσπου οι άλλοι επιβάτες μας ζητούσαν να βγάλουμε το σκασμό. Στη διάρκεια των επισκέψεων μας στον Πόπερ μασουλούσαμε μπισκότα και πηδούσαμε από το ένα θέμα στο άλλο.

Στην αρχή έβγαινα μόνος μου. Μου άρεσε η παρέα με τον εαυτό μου -δεν χρειάζονταν να προσέχω την διάθεση των άλλων και μπορούσα να σηκωθώ να φύγω όποτε μου κάπνιζε. Σιγά σιγά όμως ορισμένες από τις κυρίες της πολυκατοικίας άρχισαν να φαίνονται μάλλον ελκυστικές. Έγραψα ποιήματα για μια από αυτές και συνόδευσα μια άλλη στο σπίτι της, κοντά στο Πίτερσμπόροου. Ο πατέρας της ήταν ιερέας με ισχυρές πεποιθήσεις. Περιττό να πω ότι σύντομα αρπαχθήκαμε -φιλικά εννοείται. Προσκάλεσα την Χαίηζελ στην Βιέννη, αλλά έχοντας γνωρίσει την Νταϊάνα στο μεταξύ, όταν έφθασε μου ήρθε νταμπλάς: σίγουρα φαίνονταν πολύ πιο ελκυστική στο Λονδίνο.

Όταν ήμουν στο Λονδίνο επισκεπτόμουν συχνά τον Ίμρε [Λάκατος], πρώτα στο μικρό του διαμέρισμα στο Χάμστεντ, μετά στο πολυτελές σπίτι του στο Τέρνερ Γουντς. Οι επισκέπτες, μετά από μια περιήγηση στον κήπο, ταϊζονταν καλά και τέλος μεταφέρονταν στον επάνω όροφο για σοβαρή συζήτηση. Συχνά με καλούσαν εκτάκτως. Απολάμβανα τον κήπο και το δείπνο, διαβλέποντας όμως την επερχόμενη συζήτηση, έμενα στην κουζίνα και βοηθούσα την Γκίλιαν στο πλύσιμο των πιάτων. Μερικοί επισκέπτες δεν ήξεραν τι να σκεπτούν. Οι άντρες, κυρίως οι λόγιοι, υποτίθεται ότι ασχολούνταν με συζητήσεις ενώ τα πιάτα ενέπιπταν στον τομέα των γυναικών. «Μη σας νοιάζει«, έλεγε ο Ιμρε. «Ο Πωλ είναι αναρχικός«. Μια φορά πήγαμε στο θέατρο, ο Ίμρε, η φίλη του, ο Τάρσκι κι εγώ. Σίγουρα θα ήταν από Όλντ Βικ και πάνω. Το έργο ήταν μια απερίγραπτη πατάτα. Στο διάλλειμα τους κάλεσα όλους να έρθουν μαζί μου να δούμε το Κατ Μπαλού, με την Τζαίην Φόντα και τον Λη Μάρβιν. Ο Ίμρε σκανδαλίστηκε. «Πωλ, είσαι ανυπόφορος«, είπε, «φεύγουμε από κάτι κλασσικό για να πάμε να δούμε αυτές τις αηδίες«. «Μου άρεσε όμως», δήλωσε ο Τάρσκι στο τέλος της ταινίας.

paul_1

(Ο φιλόσοφος στο νεροχύτη. Η αγαπημένη φωτογραφία του κ. Παύλου)

Πες μου τις ιδέες σου.

Απο φοιτητής ακόμα κοροϊδευα τις διανοητικές δυσπλασίες που καλλιεργούσαν οι φιλόσοφοι. Με έπιανε ανησυχία όταν μια συζήτηση για τα επιστημονικά επιτεύγματα διακόπτονταν από απόπειρες «αποσαφήνισης», όπου αποσαφήνιση σήμαινε μετάφραση σε κάποια μορφή υβριδικής λογικής. «Κάνετε σαν τους λόγιους του Μεσαίωνα«, αντέτεινα, «οι οποίοι δεν καταλάβαιναν τίποτα αν δεν ήταν μεταφρασμένο στα λατινικά«. Οι αμφιβολίες μου ενισχύονταν, όταν η αναφορά στη λογική χρησιμοποιούνταν όχι μόνο για να αποσαφηνιστούν αλλά και για παρακαμφθούν επιστημονικά προβλήματα. «Μιλάμε από λογική άποψη«, έλεγαν οι φιλόσοφοι, μόλις γίνονταν εμφανής η διάσταση μεταξύ των αρχών τους και του πραγματικού κόσμου.

Σήμερα θα έλεγα πως ο Βιτγκενστάιν μείωσε σημαντικά την ασυδοσία της θεωρητικής εικοτολογίας. Κάποιος εμπνέεται μια θεωρία και γεμάτος περηφάνεια συχνά νομίζει ότι έχει βρεί μια εύκολη και άμεση πρόσβαση στην φύση, στην κοινωνία, στην ανθρώπινη ύπαρξη. Λίγες λέξεις, λιγοι τύποι -και το μυστικό αποκαλύπτεται. Για προσπάθησε όμως να εφαρμόσεις τις λέξεις ή τους τύπους σε κάποιο συγκεκριμένο συμβάν, όπως η θλίψη που ακολουθεί το χαμό ενός φίλου: ο θεωρητικός τότε είτε θα πεί ότι αυτά είναι υποκειμενικές λεπτομέρειες και «όχι πραγματικότητα» είτε θα χρησιμοποιήσει ad hoc υποθέσεις -είτε ακόμα θα προσθέσει τόσες νέες διαδρομές, περαιτέρω παραδοχές, προσεγγίσεις ώστε δεν διαπραγματευόμαστε πια την ίδια την θεωρία αλλά ένα σύνθετο σύστημα αφηρημένων ιδεών. Συμφωνώ πλήρως με αυτή την άποψη και με την απομυθοποίηση της αμιγούς θεωρίας που υπαινίσσεται. Κατά μια έννοια έχω γίνει βιτγκενσταϊνικός (ή νομιναλιστής, για να μεταχειριστώ έναν παλαιότερο όρο).

Υπάρχει και μια δεύτερη εμπειρία που είχε τεράστια επίδραση πάνω μου. Το 1964, ως αποτέλεσμα της καινούργιας εκπαιδευτικής πολιτικής, ήρθαν στις παραδόσεις μου Μεξικανοί, Ινδιάνοι, μαύροι. Κάθισαν λοιπόν, εν μέρει περίεργοι, εν μέρει περιπαικτικοί, εν μέρει απλώς συγχυσμένοι, ελπίζοντας ότι θα αποκτήσαν «παιδεία». Τι ευκαιρία, για έναν προφήτη που ζητά οπαδούς! Τι ευκαιρία, μου έλεγαν οι ορθολογιστές φίλοι μου, να συνεισφέρεις στην διάδοση της λογικής και στην βελτίωση της ανθρωπότητας! Τι θαυμάσια ευκαιρία για ένα καινούργιο κύμα διαφωτισμού! Δεν συμμερίστηκα την αισιοδοξία τους. Σύντομα αντιλήφθηκα ότι τα λεπτεπίλεπτα επιχειρήματα και οι θαυμάσιες ιστορίες που έλεγα ως τότε, στο κατά το μάλλον ή ήττον εκλεπτυσμένο ακροατήριο μου, δεν ήταν ίσως άλλο από όνειρα, καθρέφτισμα της έπαρσης μιας μικρής ομάδας οι οποίοι είχαν πετύχει με τις ιδέες τους να υποδουλώσουν όλους τους άλλους ανθρώπους. Ποιός ήμουν εγώ που θα έλεγα σε αυτούς τους ανθρώπους τι και πως να σκέφτονται; Δεν ήξερα τα προβλήματα τους, αν και ήξερα ότι θα είχαν πολλά. Αγνοούσα τα ενδιαφέροντα τους, τα αισθήματα τους, τους φόβους τους, αν και ήξερα ότι λαχταρούσαν να μάθουν. Άραγε ήταν οι ξερές αφαιρέσεις, που είχαν συσσωρεύσει οι φιλόσοφοι επί αιώνες και είχαν περιβάλλει οι φιλελεύθεροι με λιπαρές κενολογίες για να τις κάνουν πιο νόστιμες, η σωστή προσφορά σε ανθρώπους των οποίων είχαν ληστέψει τη χώρα, τον πολιτισμό, την αξιοπρέπεια και οι οποίοι τώρα όφειλαν να αφομοιώσουν υπομονετικά και να παπαγαλίσουν τις αναιμικές ιδέες που τους προσέφεραν τα φερέφωνα των τόσο φιλάνθρωπων δουλεμπόρων τους; Εκείνοι ήθελαν να ξέρουν, ήταν πρόθυμοι να μάθουν, να κατανοήσουν τον παράξενο κόσμο που τους περιέβαλλε. Δεν τους άξιζε μια καλύτερη τροφή; Οι πρόγονοί τους είχαν αναπτύξει ζωντανούς πολιτισμούς, γλώσσες πλούσιες σε χρωματισμούς, αρμονικές απόψεις για την σχέση μεταξύ ανθρώπων και μεταξύ ανθρώπου και φύσης, των οποίων τα κατάλοιπα είναι μια ζωντανή κριτική των σεπαρατίστικων, αναλυτικών, εγωκεντρικών τάσεων του Δυτικού στοχασμού… Αυτές οι σκέψεις πέρασαν από το μυαλό μου όταν στάθηκα μπροστά στους ακροατές μου, και με αηδία οπισθοχώρησα τρομαγμένος μπροστά στην αποστολή που όφειλα να εκτελέσω. Γιατί αυτή η αποστολή -αυτό μου ήταν τώρα σαφέστατο- ήταν η αποστολή ενός μορφωμένου και εξευγενισμένου δουλεμπόρου. Και δουλέμπορος δεν ήθελα να είμαι.

Σε ότι αφορά την ίδια τη σκέψη, άρχισα να δραπετεύω από το θετικισμό κάνοντας διάκριση ανάμεσα σε δύο είδη παραδόσεων, τις οποίες ονόμασα αντίστοιχα θεωρητικές παραδόσεις και ιστορικές παραδόσεις. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να χαρακτηρίσουμε αυτές τις παραδόσεις. Μια διαφορά, που βρήκα ότι είναι πολύ χρήσιμη αφετηρία, είναι ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι δυο παραδόσεις ασχολούνται με τα αντικείμενα τους (τους ανθρώπους, τις ιδέες, τους θεούς, την ύλη, το σύμπαν, τις κοινωνίες -και ούτω καθεξής).

Οι αφηρημένες παραδόσεις διατυπώνουν δηλωτικές προτάσεις. Οι προτάσεις υπάγονται σε ορισμένους κανόνες (κανόνες της λογικής, κανόνες ελέγχου, κανόνες επιχειρηματολογίας -και ούτω καθεξής) και τα συμβάντα επηρεάζουν τις προτάσεις μόνο σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες. Αυτό, όπως λέγεται, εγγυάται την «αντικειμενικότητα» της πληροφορίας την οποία μεταφέρουν οι προτάσεις, ή της «γνώσης» την οποία περιέχουν. Αυτές τις προτάσεις είναι δυνατόν να τις κατανοήσουμε, να τους ασκήσουμε κριτική ή να τις βελτιώσουμε, χωρίς να έχουμε συναντήσει ούτε ένα από τα αντικείμενα που περιγράφουν (παραδείγματα: η φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων, η ψυχολογία της συμπεριφοράς, η μοριακή βιολογία, που μπορεί να την ασκούν άνθρωποι που δεν είδαν ποτέ στη ζωή τους ένα σκυλί ή μια πόρνη).

Τα μέλη των ιστορικών παραδόσεων χρησιμοποιούν επίσης δηλωτικές προτάσεις, αλλά μιλούν με πολύ διαφορετικό τρόπο. Υποθέτουν, τρόπον τινά, ότι τα αντικείμενα έχουν τη δική τους γλώσσα, και αυτή τη γλώσσα προσπαθούν να μάθουν. Προσπαθούν να την μάθουν όχι στη βάση γλωσσολογικών θεωριών, αλλά με το να βουτάνε μέσα σε αυτά, όπως ακριβώς τα μικρά παιδιά εξοικειώνονται με τον κόσμο. Επιπλέον, προσπαθούν να μάθουν την γλώσσα των αντικειμένων όπως είναι, και όχι όπως εμφανίζονται αφού πρώτα υποβληθούν σε τυποποιητική επεξεργασία (πειράματα, μαθηματικοποίηση). Οι κατηγορίες της αφηρημένης προσέγγισης, όπως η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας, δεν μπορούν να περιγράψουν μια διαδικασία αυτού του τύπου, η οποία εξαρτάται από τις ιδιορρυθμίες τόσο των αντικειμένων όσο και των παρατηρητών. Οι αφηρημένες και οι ιστορικές παραδόσεις πολεμούν οι μεν τις δε από την αρχή της Δυτικής σκέψης. Ο μεταξύ τους αγώνας ξεκίνησε με την «αρχαία διαφορά μεταξύ ποιήσεως και φιλοσοφίας» (Πλάτωνος, Πολιτεία, 607b). Αυτός ο ανταγωνισμός χαρακτήριζε και την κριτική του Θουκυδίδη στον Ηρόδοτο.

Σύμφωνα με τους επικριτές μου, κάνω πολύ θόρυβο, αλλά κατορθώνω ελάχιστα. Η προσέγγιση μου, λενε αυτοί, είναι εξ ολοκλήρου αρνητική. Αντιτίθεμαι σε ορισμένες πρακτικές -αλλά δεν έχω τίποτε να προβάλλω στη θέση τους. Οι μαρξιστές εξαγριώθηκαν ιδιαίτερα με την κοροϊδευτική μου αδιαφορία για τα δυο καλύτερα τους παιχνίδια, τη Δυτική επιστήμη και τον ανθρωπισμό. Αυτές οι παρατηρήσεις είναι ασφαλώς ορθές. Όντως, δεν έχω καμμία θετική υπόδειξη να κάνω. Όμως ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι ότι το ξέχασα, ή ότι δεν μπορώ να συναγωνιστώ τα θεωρησιακά ταλέντα των εν πανεπιστημίω συναδέλφων μου -ο λόγος είναι ο σεβασμός μου για τις παραδόσεις τις οποίες υποτίθεται ότι θα ευλογήσω με τα διανοητικά μου χαρίσματα.

Οι ιστορικές παραδόσεις δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από μακριά. Οι προυποθέσεις τους, οι δυνατότητες τους, οι (συχνά ασυνείδητες) επιθυμίες των φορέων τους μπορούν να βρεθούν μόνο με την προσωπική εμπλοκή, δηλαδή πρέπει κανείς να ζήσει την ζωή την οποία θέλει να αλλάξει. Οι οριακές συνθήκες και οι λύσεις που επινοούνται από εξ αποστάσεως θεωρητικούς μπορούν ακόμη να επιβληθούν αλλά μόνο με το να παραβλέψουμε την πλήρη ανθρωπιά των θυμάτων. Οι διανοούμενοι που υποστηρίζουν αυτή την επιβολή δεν αγνοούν την «ανθρώπινη διάσταση»: έχουν «θεωρίες του ανθρώπου» και τις χρησιμοποιούν ως οδηγούς των πράξεών τους. Όμως αυτές οι θεωρίες δεν απηχούν τα θύματα τους: απήχουν την νοοτροπία του μέρους όπου εμφανίστηκαν -κυρίως κάποιων πανεπιστημιακών γραφείων και αιθουσών σεμιναρίων.

Η κύρια αντίρρησή μου προς τις διανοητικές λύσεις των κοινωνικών προβλημάτων είναι ότι αυτές ξεκινούν από ένα στενό πολιτιστικό υπόβαθρο, του αποδίδουν καθολική εγκυρότητα και κατόπιν χρησιμοποιούν εξουσία για να το επιβάλλουν στους άλλους. Άραγε είναι εκπληκτικό το ότι εγώ δεν θέλω να έχω καμμία σχέση με τέτοια ορθολογικόφασιστικά όνειρα; Βοηθώ τους ανθρώπους δεν σημαίνει τους πηγαίνω κλοτσηδόν μέχρι που να καταλήξουν στον παράδεισο κάποιου άλλου, βοηθώ τους ανθρώπους σημαίνει προσπαθώ να εισαγάγω την αλλαγή, ως φίλος, ως πρόσωπο που μπορεί να ταυτιστεί με τη σοφία τους καθώς και με τις τρέλες τους, και που είναι αρκετά ώριμος ώστε να αφήσει αυτές τις τελευταίες να υπερισχύσουν: μια αφηρημένη εξέταση της ζωής ανθρώπων που δεν τους ξέρω και που δεν είμαι εξοικιωμένος με την κατάσταση τους δεν είναι απλώς χάσιμο χρόνου, είναι επίσης απάνθρωπη και αναιδής.

Βαριά όλα αυτά. Καμμιά διασκεδαστική ιστορία για τους αναγνώστες μας;

Το Σεπτέμβριο του 1974 πήγα σε μια διάσκεψη στο Ναύπλιο, στην Ελλάδα. Την είχε διοργανώσει ο Ίμρε Λάκατος και την είχε χρηματοδοτήσει ο πατέρας Λάτσης. Ο Ίμρε είχε καλέσει κορυφαίους φιλοσόφους, ιστορικούς (των μαθηματικών, των φυσικών επιστημών), οικονομολόγους, για να δοκιμάσει την απήχηση του προγράμματος του και σκόπευε να κάνει μια συνταρακτική εισαγωγική ομιλία. Πέθανε όμως και μίλησα εγώ στην θέση του, μιμούμενος το ύφος του και τους τρόπους με τους οποίους εξήρε την Λογική και δυσφημούσε τον Ανορθολογισμό. Συνάντησα δυσκολίες κατά την είσοδο μου στην Ελλάδα. Έχοντας περιπαικτική διάθεση, έστειλα το ακόλουθο τηλεγράφημα: «Βρίσκομαι σε ανάρρωση από ίκτερο, κρυολόγημα και σύφιλη, γι’ αυτό να έχετε ένα γιατρό έτοιμο«. Το τηλεγράφημα εντοπίστηκε και ο πατέρας Λάτσης αναγκαστηκε να με δικαιολογήσει στις αρχές. Φάνηκε να διασκεδάζει με την όλη ιστορία.

Θεωρείς ότι πέτυχες;

Σε αυτή την ερώτηση είναι δύσκολο να απαντήσω. Πολλοί άνθρωποι -επιστήμονες, καλλιτέχνες, δικηγόροι, πολιτικοί, ιερείς- δεν κάνουν καμμία διάκριση ανάμεσα στο επάγγελμα τους και τη ζωή τους. Εαν έχουν επιτυχία, τότε αυτό το θεωρούν επιβεβαίωση της ίδιας τους της ύπαρξης. Έαν αποτύχουν στο επάγγελμα τους σκέφτονται ότι έχουν αποτύχει και σαν άνθρωποι, όση χαρά και αν έχουν δώσει στους φίλους τους, τα παιδιά τους, τις γυναίκες τους, τους εραστές τους, τα σκυλιά τους. «Ποιός είμαι εγώ», αναρωτιόνταν ο Σοπενάουερ -και απάντησε: «Είμαι το πρόσωπο που έγραψε το ‘Ο Κόσμος ως Βούληση και ως Παράσταση’ και έλυσε το μεγάλο πρόβλημα του είναι». Οι γονείς, τα αδέρφια, οι σύζυγοι, οι ερωμένες, τα παπαγαλάκια, ακόμη και τα πιο προσωπικά αισθήματα του συγγραφέα, τα όνειρα, οι φόβοι, οι προσδοκίες του, έχουν νόημα μόνο σε σχέση με εκείνο το οικοδόμημα, οπότε ανάλογα περιγράφονται: η γυναίκα, ε, αυτή ήξερε να μαγειρεύει, να καθαρίζει, να πλένει και να δημιουργεί την κατάλληλη ατμόσφαιρα. Οι φίλοι, ε, αυτοί καταλάβαιναν τον κακόμοιρο σε δύσκολες εποχές και τον υποστήριζαν, του δάνειζαν χρήματα και τον βοηθούσαν ολοπρόθυμοι στην γέννηση των τερατουργημάτων που δημιουργούσε -και ούτω καθεξής. Αυτή η στάση είναι πλατιά διαδεδομένη. Τη βρίσκουμε στην βάση όλων των αυτοβιογραφιών και των βιογραφιών. Τη βρίσκουμε σε πραγματικά μεγάλους στοχαστές (ο Σωκράτης, λίγες ώρες πριν από το θάνατο του, ξεφορτώνεται τη γυναίκα και τα παιδιά του για να μπορέσει να ψιλοκουβεντιάσει για βαθιά ζητήματα με τους γεμάτους λατρεία μαθητές του: Φαίδων 60a7). Αυτή η αντίδραση μου είναι ξένη, ακατανόητη και ελαφρώς τρομακτική.

Τελικά;

Η τελευταία εμπειρία στον δρόμο μου ήταν η γνωριμία μου με την Γκράτσια Μπορρίνι, μια ευγενική αλλά αποφασισμένη αγωνίστρια για την ειρήνη και την αυτοδυναμία. Η Γκράτσια είχε σπουδάσει Φυσική, όπως και εγώ. Όπως εγώ, έτσι και εκείνη είχε βρεί αυτές τις σπουδές απελπιστικά περιοριστικές. Ενώ όμως εγώ εξακολουθούσα να χρησιμοποιώ αφαιρέσεις (όπως την ιδέα μιας «ελεύθερης κοινωνίας») για να φτάσω σε μια ευρύτερη και πιο ανθρώπινη οπτική γωνία, οι δικές της ιδέες αποτελούσαν μέρος «ιστορικών παραδόσεων» (για να ξαναπέσω στον δικό μου δυσκοίλιο τρόπο να μιλώ). Ήξερα για αυτές τις παραδόσεις και είχα γράψει για αυτές και προτού συναντήσω την Γκράτσια, αλλά και πάλι χρειάστηκε μια συγκεκριμένη συνάντηση για να συνειδητοποιήσω τι συνεπάγονταν αυτά. Έτσι, τελικά παράτησα τον αυτοκυνισμό μου και αποφάσισα να γράψω ένα τελευταίο, αλλά καλό, βιβλίο, για την Γκράτσια (που τώρα, επιτέλους, έγινε σύζυγος μου) επειδή την ξέρω και επειδή γράφω καλύτερα όταν έχω ένα χαμογελαστό πρόσωπο απέναντι μου (θυμηθείτε, έγραψα το Ενάντια στη Μέθοδο με τον Ίμρε Λάκατος στον νου), και, μέσω αυτής, για όλους τους ανθρώπους που παρά την πείνα, την καταπίεση, τους πολέμους, προσπαθούν να επιβιώσουν και να κατορθώσουν λίγη αξιοπρέπεια και ευτυχία.

paul_2

(Ο Παύλος και η Γκράτσια)

Παραιτήθηκα από το Μπέρκλευ. Ένα χρόνο μετά συνταξιοδοτήθηκα και από την Ελβετία. Και έτσι, επιτέλους, η παιδική μου ευχή είχε γίνει πραγματικότητα: ήμουν συνταξιούχος. Ξέχασα τα τριάντα πέντα χρόνια της ακαδημαϊκής μου καρριέρας σχεδόν τόσο γρήγορα όσο είχα ξεχάσει την θητεία μου στο στρατό. Δυσκολεύομαι να το πιστέψω ότι μόλις πριν πέντε χρόνια δίδασκα σε δυο πανεπιστημιακά ιδρύματα, ένα στην Ευρώπη το άλλο στην Καλιφόρνια, ότι λίγο νωρίτερα είχα σύμβαση εργασίας με τέσσερα πανεπιστήμια, μεταξύ των οποίων και το Γέηλ, και ότι εναπόκειτο σε εμένα και όχι στις επιτροπές αν θα δεχόμουν ή θα απέρριπτα περαιτέρω προσφορές. Είμαι λίγο εξυπνότερος απ’ ότι ήμουν, έχω μάθει μερικά κόλπα, είμαι σε καλύτερη συναισθηματική ισσοροπία (αν και αυτή η ισορροπία αφήνει ακόμα πολλές επιθυμίες έξω), κοντολογίς είμαι σε πολύ καλύτερη θέση να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή απ’ ότι ήμουν μόλις μια δεκαετία νωρίτερα -έλα όμως που βρίσκομαι στο τέλος της, βάλε-βγάλε μερικά χρόνια. Πέντε χρόνια ίσως, δέκα, αν σταθώ τυχερός. Αυτό με βάζει σε σκέψεις. Και γιατί; Όχι επειδή θα ήθελα να ζήσω για πάντα και οπωσδήποτε όχι για τα σπουδαία βιβλία και τις εργασίες που ίσως να μη γραφτούν, αλλά επειδή θα ήθελα να γεράσω μαζί με την Γκράτσια, επειδή θα ήθελα να αγαπήσω το ρυτιδωμένο πρόσωπο της όπως αγαπώ το νεανικό της πρόσωπο σήμερα, επειδή θα ήθελα να την στηρίξω στις σκοτούρες της και να χαρώ μαζί της τις ευτυχισμένες στιγμές της. Αυτές οι σκέψεις φωνάζουν και διεκδικούν την προσοχή μου όποτε συλλογίζομαι την υπόλοιπη ζωή μου και μου δείχνουν καθαρά ότι υπάρχουν τελικά ισχυρές διαθέσεις αλλά δεν αφορούν αφηρημένα πράγματα όπως η μοναξιά ή τα διανοητικά επιτεύγματα αλλά κάποιο ζωντανό ανθρώπινο πλάσμα, και δείχνουν επίσης ότι, μετά από πολύ καιρό, έμαθα επιτέλους τι σημαίνει να αγαπάς κάποιον.

Αυτές είναι ίσως οι τελευταίες μέρες. Τις ζούμε μια προς μια. Η τελευταία μου παράλυση προήλθε από κάποια εσωτερική αιμορραγία στον εγκέφαλο. Η έγνοια μου είναι μετά την αναχώρηση μου να μείνουν κάποια πράγματα από μένα, όχι εργασίες, όχι τελεσίδικες επιστημονικές διακηρύξεις, αλλά αγάπη. Ελπίζω αυτή να μείνει και να μην επηρεαστεί από τον τρόπο της οριστικής αποχώρησης μου, που θα τον ήθελα γαλήνιο, σαν κώμα, χωρίς χαροπάλεμα και άσχημες αναμνήσεις. Ό,τι κι αν συμβεί τώρα, η μικρή μας οικογένεια μπορεί να ζήσει για πάντα -η Γκράτσια, εγώ και η αγάπη μας. Έτσι θα ήθελα να γίνει, η αγάπη, και όχι η διάνοια, να επιζήσει.


Ο Πώλ Φεγεράμπεντ πέθανε μερικές μέρες αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου 1994. Η αυτοβιογραφία του τελειώνει με την περιγραφή του θανάτου του από την Γκράτσια: «Είμασταν μόνοι, μου κρατούσε το χέρι, και ήταν μεσημέρι».

Advertisements

Ότι έμεινε απ’ τον κύριο Παύλο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s