SONY DSC

Κυρίες, Κύριοι, Σύντροφοι, εκείνη η παλιά ερώτηση «Ποιοι είμαστε;» βρίσκει απογοητευτική απάντηση σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο όπου αναγκαστικά ζούμε. Πράγματι, δεν είμαστε παρά οι υπήκοοι αυτού του κόσμου, του τάχα πολιτισμένου, όπου η ευφυΐα και η χαμέρπεια, ο ηρωισμός και η βλακεία, βολεύοντάς τα μια χαρά μεταξύ τους, βρίσκονται εναλλάξ στο προσκήνιο. Είμαστε οι υπήκοοι αυτού του ασυνάρτητου και παράλογου κόσμου, που κατασκευάζει όπλα για να εμποδίσει τον πόλεμο, όπου η επιστήμη χρησιμοποιείται για να καταστρέφει και για να οικοδομεί, για να σκοτώνει και για να παρατείνει τη ζωή των μελλοθάνατων, όπου η πιο παρανοϊκή δραστηριότητα έχει τα πιο αντίθετα αποτελέσματα -ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου παντρεύονται για τα λεφτά, όπου χτίζουν παλάτια που σαπίζουν εγκαταλειμμένα στις ακτές. Αυτός ο κόσμος στέκεται ακόμα κακήν κακώς όρθιος, αλλά ήδη βλέπουμε να λάμπουν μες στη νύχτα τα σημάδια της επερχόμενης καταστροφής.

Το ότι ξαναλέω όλα αυτά τα προφανή θα φανεί σίγουρα αφελές και άχρηστο σ’ εκείνους που δεν τους ενοχλούν και που ήρεμα επωφελούνται από αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων. Όσοι ζουν από αυτήν την απραξία, ποθούν να τη σταθεροποιήσουν και, καθώς τα μόνα κατάλληλα γι’ αυτό μέσα είναι κάποιες νέες αταξίες, ξανασοβατίζουν, με το «ρεαλιστικό» λεγόμενο τρόπο τους, το παλιό οικοδόμημα, επιταχύνοντας έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουν, την επικείμενη πτώση του. Άλλοι άνθρωποι, που ανάμεσά τους με υπερηφάνεια βάζω τον εαυτό μου, παρά για την ανεδαφικότητα για την οποία τους κατηγορούν, επιθυμούν ασυνείδητα την προλεταριακή επανάσταση που θα μεταμορφώσει τον κόσμο -και πολεμούν γι’ αυτό το σκοπό, καθένας με τα μέσα που διαθέτει.

Πρέπει, ωστόσο, να αμυνθούμε ενάντια σ’ αυτήν τη μέτρια πραγματικότητα, που την έχουν διαμορφώσει αιώνες ολόκληροι ειδωλολατρείας για το χρήμα, για τις φυλές, για τις πατρίδες, για τους θεούς και, θα πρόσθετα, ειδωλολατρείας για την τέχνη.

Η φύση, που η αστική κοινωνία δεν έχει καταφέρει να εκμηδενίσει τελείως, μας προσφέρει τη δυνατότητα του ονείρου, το οποίο χαρίζει στο σώμα μας και στο πνεύμα μας την ελευθερία που τόσο έχουμε ανάγκη. Η φύση, σαν από υπέρμετρη γενναιοδωρία, δημιούργησε, για τα υπερβολικά ανυπόμονα ή υπερβολικά αδύναμα άτομα, το καταφύγιο της τρέλας, που τα προστατεύει από την αποπνικτική ατμόσφαιρα του σύγχρονου κόσμου.

Η μεγάλη όμως δύναμη είναι ο έρωτας, που μεταφέρει τους ερωτευμένους σ’ έναν κόσμο μαγικό, φτιαγμένο μόνο γι’ αυτούς, τέλεια απομονωμένο και προφυλαγμένο.[..]

Ρενέ Μαγκρίτ

Ο Ρενέ Μαγκρίτ (René François Ghislain Magritte, 21 Νοεμβρίου, 1898 – 15 Αυγούστου, 1967) ήταν σουρρεαλιστήςκαλλιτέχνης με επιρροές από το καλλιτεχνικό κίνημα του ντανταϊσμού, που γεννήθηκε στην πόλη Λεσσίν (Lessines) τουΒελγίου. Το 1912 η μητέρα του αυτοκτόνησε στον ποταμό Σαμπρ, γεγονός που τον επηρέασε καταλυτικά στην δημιουργία της τέχνης του.

Ο Μαγκρίτ είχε παρόμοιες πολιτικές απόψεις με τα περισσότερα μέλη του υπερρεαλιστικού κινήματος, αφού δήλωνεκομμουνιστής. Το 1929 εντάχτηκε στο Κομμουνιστικό κόμμα Βελγίου, από το οποίο αποχώρησε μετά από μόλις λίγους μήνες. Είχε ενταχθεί και αποχωρήσει από το κομμουνιστικό κόμμα αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της ζωής του, λόγω διαφωνιών σχετικά με τις κομματικές αφίσες. Υπήρξε επίσης αγνωστικιστής μέχρι το τέλος της ζωής του.[1][2]

Σπουδές

Σπούδασε για δύο χρόνια στην Βασιλική Ακαδημία Καλών Τεχνών (Académie Royale des Beaux-Arts) των Βρυξελλών, από το 1916 μέχρι το 1918. Εκεί γνωρίστηκε με την Ζωρζέτ Μπερζέ (Georgette Berger) με την οποία παντρεύτηκε το1922.

Ο Μαγκρίτ δούλεψε σε εργοστάσιο που κατασκεύαζε ταπετσαρίες, και σχεδίαζε αφίσες και διαφημίσεις μέχρι το 1926. Τότε υπέγραψε συμβόλαιο με την Galerie la Centaure των Βρυξελλών, γεγονός που του επέτρεψε να ασχολείται συνέχεια με την ζωγραφική.

Οι πρώτες δημιουργίες

Το 1926, ο Μαγκρίτ ζωγράφισε τον πρώτο του σουρρεαλιστικό πίνακα, Le jockey perdu, και έκανε την πρώτη του έκθεση στις Βρυξέλλες το 1927. Οι κριτικοί τού επιτέθηκαν μαζικά. Απογοητευμένος με την αποτυχία, μετακόμισε στοΠαρίσι, όπου έγινε φίλος με τον Αντρέ Μπρετόν και έγινε μέλος της ομάδας των σουρρεαλιστών.

Όταν η Galerie la Centaure έκλεισε και τα εισοδήματα από το συμβόλαιο σταμάτησαν, ο Μαγκρίτ επέστρεψε στις Βρυξέλλες και εργάστηκε στη διαφήμιση. Κατόπιν, έφτιαξε με τον αδελφό του ένα πρακτορείο με το οποίο έβγαζαν τα προς το ζην.

Την εποχή της γερμανικής κατοχής του Βελγίου κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παρέμεινε στις Βρυξέλλες, χάνοντας την επαφή με τον Μπρετόν. Εκείνη την εποχή αποκήρυξε την βία και την απαισιοδοξία των προηγουμένων έργων του, αν και αργότερα επέστρεψε στα ίδια θέματα.

Η τεχνοτροπία του

Ήταν ένας αριστοτεχνικός ζωγράφος. Στα έργα του συχνά παραθέτει συνηθισμένα αντικείμενα, ή κάποιο ασυνήθιστο πλαίσιο, δίνοντας νέες ερμηνείες σε γνωστά αντικείμενα. Η χρήση αντικειμένων διαφορετικά απ’ ό,τι φαίνονται, είναι χαρακτηριστική στο έργο του Η προδοσία των εικόνων (La trahison des images), όπου μία πίπα καπνιστή παρουσιάζεται σαν μοντέλο για διαφήμιση μαγαζιού εμπορίας καπνού. Κάτω από την πίπα ο Μαγκρίτ έγραψε την φράση «Αυτό δεν είναι μία πίπα» («Ceci n’est pas une pipe»), που μοιάζει με οξύμωρο, αλλά σημαίνει πως η ζωγραφιά δεν είναι αυτό που φαίνεται. Στο βιβλίο του Αυτό δεν είναι μία πίπα, ο Γάλλος κριτικός Μισέλ Φουκώ αναλύει την ζωγραφική του πίνακα του Μαγκρίτ και αυτό το παράδοξο.

Η τέχνη του Μαγκρίτ δείχνει ένα πιο αντιπροσωπευτικό ύφος του σουρρεαλισμού σε σύγκριση με το «αυτόματο» ύφος που συναντούμε σε έργα καλλιτεχνών όπως ο Χουάν Μιρό. Εκτός από φανταστικά στοιχεία, το έργο του είναι συχνά πνευματώδες και διασκεδαστικό. Επίσης ζωγράφισε μια σειρά σουρρεαλιστικής εκδοχής άλλων γνωστών πινάκων.

Ο Ρενέ Μαγκρίτ περιέγραψε τα έργα του λέγοντας:

Η ζωγραφική μου είναι ορατές εικόνες που δεν κρύβουν κάτι — προκαλούν μυστήριο και, πράγματι, όταν κάποιος βλέπει έναν από τους πίνακές μου, θέτει στον εαυτό του αυτήν την απλή ερώτηση: «Tι σημαίνει αυτό;» Οι πίνακές μου δεν σημαίνουν κάτι, επειδή και το μυστήριο δεν σημαίνει κάτι — είναι απλά άγνωστο.

Στις ΗΠΑ εκτέθηκαν τα έργα του στη Νέα Υόρκη το 1936 και ξανά στην ίδια πόλη σε δύο εκθέσεις, το 1965 στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης και το 1992 στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Τέχνης.

Advertisements

René Magritte, les amants

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s