Από τα πρώτα κιόλας στάδια της κοινωνικής της ύπαρξης, η ανθρωπότητα θέλησε να ρυθμίσει με νόμους, όχι μόνο τις σχέσεις των φύλων, αλλά και τον ίδιο τον έρωτα.

Στην πραγματική κοινωνία, η ηθική θεωρούσε σαν υπέρτατη αρετή τον έρωτα που καθορίζεται από τους δεσμούς αίματος. Εκείνη την εποχή, τόσο η οικογένεια όσο και η πατριά, αποδοκίμαζαν τη γυναίκα που θα θυσιαζόταν για τον άντρα που αγαπούσε, αλλά θεωρούσαν αρετή τη συναισθηματική δέσμευση ανάμεσα σε αδέρφια. Στην αρχαία Ελλάδα, η Αντιγόνη, με κίνδυνο της ζωής της, θάβει τα πτώματα των αδερφών της, πράγμα που την ηρωοποιεί στα μάτια των συγχρόνων της. Η αστική κοινωνία δε θα ‘βλεπε στην πράξη αυτή μιας αδερφής (όχι μιας συζύγου) παρά ένα κοινωνικό «περίεργο».
Την εποχή που κυριαρχούσε η κοινωνική αρχή της φυλής, και που άρχισαν να σχηματίζονται οι πρώτες πολιτικές δομές, η φιλία ανάμεσα σε δύο μέλη της ίδιας φυλής ήταν η μορφή του έρωτα που συναντούσε τη μεγαλύτερη επιδοκιμασία. Στους αιώνες αυτούς, ήταν πολύ σημαντικό για μια αδύνατη κοινωνική ομάδα που μόλις είχε ξεπεράσει το στάδιο των στοιχειωδών σχέσεων συγγένειας, να βρει δεσμούς συναισθηματικής και ηθικής τάξης που να συνδέουν στέρεα τα μέλη της. Το συναίσθημα που ταίριαζε καλύτερα σ’ αυτό το στόχο, δεν ήταν ο φυλετικός έρωτας, μα ο έρωτας-φιλία. Εκείνη την εποχή, τα συμφέροντα του συνόλου απαιτούσαν να ισχυροποιηθούν και να πολλαπλασιαστούν, μέσα στους κόλπους της ανθρωπότητας, όχι αυτοί οι ηθικοί και πνευματικοί δεσμοί μεταξύ συζύγων, αλλά αυτοί που ένωναν τα μέλη της φυλής, τους οργανωτές και τους υπερασπιστές της πολιτείας (τους άντρες βέβαια: κανείς δεν ενδιαφέρονταν τότε για τη φιλία ανάμεσα στις γυναίκες, δεδομένου ότι η γυναίκα δεν υπολογίζονταν σαν παράγοντας της κοινωνικής ζωής). Τον έρωτα «μεταξύ φίλων» τον εξυμνούσαν και τον τοποθετούσαν πολύ πιο ψηλά απ’ το συζυγικό έρωτα. Η δόξα του ζεύγους Κάστορας-Πολυδεύκης οφείλονταν πολύ λιγότερο στα κατορθώματά τους απέναντι στην πατρίδα, απ’ όσο στην αμοιβαία τους πιστότητα και στην ακλόνητη φιλία τους. Ακόμα και ο σύζυγος που αγαπούσε τη γυναίκα του ήταν αναγκασμένος να παραχωρεί τη θέση του στο συζυγικό κρεβάτι στον καλύτερό του φίλο, ή στο φιλοξενούμενο με τον οποίο ήθελε να αποχτήσει φιλικές σχέσεις.

Στον κόσμο της αρχαιότητας, η φιλία, «η πίστη στο φίλο έως τον τάφο», περιλαμβάνονταν ανάμεσα στις αρετές του πολίτη. Ο έρωτας με τη σύγχρονη έννοια του όρου δεν έπαιζε κανένα ρόλο και δεν τραβούσε καθόλου την προσοχή, ούτε των ποιητών ούτε των δραματικών συγγραφέων της εποχής. Η ιδεολογία που κυριαρχούσε τότε, κατέβαζε τον έρωτα στο επίπεδο των καθαρά ατομικών συναισθημάτων, που η κοινωνία δε λογάριαζε καθόλου. Όσο για τους γάμους, αυτοί θεμελιώνονταν πάνω στο συμφέρον και όχι πάνω στον έρωτα. Η θέση που παραχωρούσαν στον έρωτα ήταν πλάι στις άλλες ψυχαγωγίες. Ήταν μια πολυτέλεια που μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του ο πολίτης εκείνος που είχε εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του απέναντι στην πολιτεία. Στα χρόνια της αρχαιότητας, «η καλή συμπεριφορά στον έρωτα», πολύτιμο προσόν για την αστική ιδεολογία, όσο βέβαια ο έρωτας δε βγαίνει από τα πλαίσια της αστικής ηθικής, δεν υπολογιζόταν όταν ήθελαν να καθορίσουν τις «αρετές» και τα προτερήματα του ανθρώπου. Δεν εκτιμούσαν παρά το συναίσθημα της φιλίας. Ο άντρας που έκανε διάφορα κατορθώματα και έβαζε τη ζωή του σε κίνδυνο για χάρη ενός φίλου του, ήταν γι’ αυτούς ήρωας και η συμπεριφορά του χαρακτηρίζονταν σαν «ηθική αρετή». Αντίθετα, ο άντρας που διακινδύνευε τη ζωή του για τη γυναίκα που αγαπούσε, συναντούσε μόνο την αποδοκιμασία και την περιφρόνηση. Ο έρωτας του Πάρη για την ωραία Ελένη, που στάθηκε αφορμή του Τρωικού Πολέμου, χαρακτηρίζεται σαν ένα λάθος που είχε για συνέπεια την παγκόσμια «δυστυχία».

Αντίθετα με τις συνήθειες της φεουδαρχικής εποχής, η ηθική της Αρχαιότητας δεν ανέφερε καν σαν παράδειγμα αξιομίμητο τον έρωτα που ενέπνεε μεγάλα κατορθώματα. Μόνο στη φιλία έβλεπε ο κόσμος της αρχαιότητας το σύνολο εκείνο των συγκινήσεων και των συναισθημάτων που είναι ικανά να στερεώσουν δεσμούς πνευματικούς ανάμεσα στα μέλη της φυλής και να ισχυροποιήσουν μια κοινωνική οργάνωση ακόμα χαλαρή. Στα κατοπινά, αντίθετα, στάδια εξέλιξης της κουλτούρας, η φιλία θα πάψει να θεωρείται ηθική αρετή. Στην αστική κοινωνία, που είναι θεμελιωμένη πάνω στον ατομισμό, πάνω στην ξέφρενη άμιλλα και τον ανταγωνισμό, η φιλία δεν έχει καμία θέση σαν ηθικός παράγοντας. Ο αιώνας του καπιταλισμού βλέπει τη φιλία σαν εκδήλωση ενός απαράδεκτου «συναισθηματισμού», σαν μια εντελώς άχρηστη, και μάλλον βλαβερή, ψυχική αδυναμία που απειλεί τους στόχους της αστικής τάξης. Έτσι η φιλία καταλήγει να γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας. Στη σημερινή Νέα Υόρκη ή στο σίτυ του Λονδίνου, ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης, θ’ αντιμετωπίζονταν μ’ ένα χαμόγελο περιφρόνησης.

Ακόμα και η φεουδαρχική κοινωνία δε θεωρούσε τη φιλία σαν συναίσθημα που αξίζει να το καλλιεργεί κανείς και να το ενθαρρύνει. Η φεουδαρχική κοινωνία, στηριζόταν πάνω στην αυστηρή τήρηση των κανόνων που υπαγόρευαν τα συμφέροντα της αριστοκρατικής οικογένειας, της γενιάς. Αυτό που τότε καθόριζε τις αρετές δεν ήταν τόσο οι αμοιβαίες σχέσεις των μελών της κοινωνίας, όσο τα καθήκοντα ενός μέλους της γενιάς απέναντι σ’ αυτήν και τις παραδόσεις της. Ο γάμος εξαρτιόταν ολοκληρωτικά από τα συμφέροντα της οικογένειας και ο νέος άντρας ( η νέα κοπέλα δεν είχε δικαίωμα εκλογής) που διάλεγε μια γυναίκα, αψηφώντας τα συμφέροντα αυτά, διακινδύνευε μια αυστηρή καταδίκη. Την εποχή της φεουδαρχίας ήταν απαράδεκτο να τοποθετείς ένα αίσθημα, μια προσωπική κλίση, πάνω απ’ τα συμφέροντα της οικογένειας. Μια τέτοια πράξη χαρακτηρίζονταν σαν αμάρτημα.

Ωστόσο, την εποχή αυτή της φεουδαρχίας, το ίδιο το συναίσθημα του έρωτα ανάμεσα στους ετερόφυλους δεν ήταν καθόλου παραμερισμένο σε δεύτερο πλάνο. Αντίθετα, τότε μπορούμε να πούμε πως πολιτογραφήθηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Σε πρώτη ματιά, μας φαίνεται περίεργο που ο έρωτας κέρδισε την αναγνώριση σε μια εποχή αυστηρού ασκητισμού, άγριων και βάναυσων ηθών, σε μια εποχή που βασίλευε η βία και το δίκαιο του ισχυρότερου. Μα αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά τα αίτια που προκάλεσαν την παραδοχή του έρωτα σαν φαινόμενο κοινωνικά νόμιμο, και επιθυμητό πολλές φορές, θα ξεχωρίσουμε ολοκάθαρα πού στηρίζεται αυτή η αναγνώριση.

Ο έρωτας σε κάποιες περιπτώσεις και κάτω από ορισμένες συνθήκες, μπορεί να αποτελέσει ισχυρό κίνητρο, ικανό να ωθήσει τον ερωτευμένο άντρα να πραγματοποιήσει μια ολόκληρη σειρά κατορθώματα που θα ήταν εντελώς ανίκανος να διαπράξει σε στιγμές μικρότερου ενθουσιασμού, μικρότερης ηθικής έξαρσης. Από την άλλη μεριά, ο ιπποτισμός απαιτούσε στον τομέα του πολέμου από τα μέλη του, αρετές πολύ υψηλές και καθαρά προσωπικές: θάρρος, αντοχή, αφοβία, κλπ. Κι αυτό γιατί, την εποχή εκείνη, η έκβαση μιας μάχης δεν εξαρτιόταν τόσο από την οργάνωση των στρατευμάτων, όσο από τα ατομικά προτερήματα των αγωνιζομένων. Ερωτευμένος με μιαν απρόσιτη «ευγενική δέσποινα», ο ιππότης πραγματοποιούσε με τη μεγαλύτερη ευκολία «θαύματα ανδραγαθίας», ορμούσε πιο πρόθυμα σε αγώνες μοναδικούς, δεχόταν ευχάριστα να θυσιάσει τη ζωή του στο όνομα της ωραίας του. Ο ερωτευμένος ιππότης ήταν γεμάτος με την επιθυμία να «διακριθεί» για να τραβήξει πάνω του τη ματιά της αγαπημένης του.

Η ιπποτική ιδεολογία έλαβε υπόψη της το φαινόμενο αυτό και το αντιμετώπισε ως εξής: αναγνώρισε μεν τον έρωτα σαν ψυχική κατάσταση πολύ χρήσιμη για τους ταξικούς στόχους της φεουδαρχίας, διατήρησε όμως το ίδιο το αίσθημα αυτό μέσα σε στενά πλαίσια. Την εποχή εκείνη, ούτε εξυμνούσαν ούτε εκτιμούσαν το συζυγικό έρωτα. Η συνοχή των οικογενειών που ζούσαν στους πύργους των δυτικών φεουδαρχών και των ρώσων βογιάρων δεν οφειλόταν σ’ αυτόν. Ο έρωτας σαν κοινωνικός παράγοντας δεν υπολογίζονταν παρά στην περίπτωση του ιππότη που ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα ενός άλλου. Όσο πιο απρόσιτη ήταν η γυναίκα, τόσο μεγαλύτερη επιμονή και σταθερότητα έπρεπε να διαθέτει ο ιππότης για να κερδίσει την καρδιά της, και τόσο περισσότερο, κατά συνέπεια, έπρεπε να αναπτύσσει μέσα του τα προτερήματα και τις αρετές που εκτιμούσε η κάστα του (τόλμη, αντοχή, επιμονή, ανδρεία, κλπ.)

Η συνήθεια ήταν να επιλέγει ο κάθε ιππότης για «δέσποινα των λογισμών του» τη γυναίκα ακριβώς που ήταν λιγότερο προσιτή: τη σύζυγο του ηγεμόνα του και συχνά τη βασίλισσα. Μόνο ένας τέτοιος «πλατωνικός έρωτας», δίχως σαρκική ικανοποίηση, μπορούσε να οδηγήσει τον ιππότη σε ηρωικά κατορθώματα, σπρώχνοντάς τον να κάνει θαύματα ανδραγαθίας, κρίνονταν αξιομίμητος και έπαιρνε τον τίτλο της «αρετής». Οι ιππότες δε διάλεγαν σχεδόν ποτέ για αντικείμενο της λατρείας τους μια νεαρή κοπέλα. Όσο πιο ψηλά και να ήταν τοποθετημένη η νέα κοπέλα στην κλίμακα της φεουδαρχικής ιεραρχίας, ο έρωτας γι’ αυτήν μπορούσε να καταλήξει στο γάμο κι έτσι να χαθεί αναπόφευκτα το ψυχολογικό κίνητρο που ωθούσε τον ιππότη στα κατορθώματα. Αυτό όμως δεν το ήθελε η φεουδαρχική ηθική κι έτσι βλέπουμε να συνυπάρχουν την εποχή εκείνη το ιδανικό του ασκητισμού (σεξουαλική εγκράτεια) και η εξύψωση του έρωτα στο επίπεδο της ηθικής αρετής. Μέσα στη σφοδρή τους επιθυμία να εξαγνίσουν τον έρωτα από κάθε σαρκικό στοιχείο, από κάθε αμαρτία, να τον μεταβάλλουν σε συναίσθημα αφηρημένο κι εντελώς ξεκομμένο από τη βιολογική του βάση, οι ιππότες έφτασαν στους πιο τερατώδεις παραλογισμούς: διάλεγαν για «δέσποινα των λογισμών τους μια γυναίκα που δεν είχαν δει ποτέ τους. Ανάμεσα σ’ αυτές βρίσκουμε την «Παρθένα Μαρία», «Μητέρα του Θεού»… (πιο μακριά δε γινόταν να πάνε…)

Ενώ όμως εξυμνούσε και εξύψωνε τον πλατωνικό έρωτα, η ιπποτική ηθική της φεουδαρχίας δεν είχε καμιά απαίτηση να βασιλεύει ο έρωτας στο γάμο ή σ’ οποιαδήποτε άλλη φυλετική ένωση. Ο έρωτας κι ο γάμος ήταν δυο πράγματα εντελώς ξεχωριστά. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο έννοιες, η φεουδαρχική κοινωνία έκανε ξεκάθαρη διάκριση. Μόνο αργότερα, στο 14ο και 15ο αιώνα, τις ένωσε η ανερχόμενη ηθική του αστισμού. Γι’ αυτό το λόγο συναντάμε, το Μεσαίωνα, παράλληλα με μια μεγάλη εκλέπτυνση των ερωτικών συναισθημάτων, μια εξίσου αδιανόητη βαναυσότητα ηθών στις σεξουαλικές σχέσεις. Το σεξουαλικό ζευγάρωμα, τόσο έξω απ’ το γάμο όσο και μέσα στην πιο νόμιμη συζυγική ένωση, στερημένο απ’ την ωραιοποίηση και την εξιδανίκευση του έρωτα, είχε καταντήσει μια καθαρά σωματική πράξη.

Επιφανειακά και υποκριτικά, η Εκκλησία κατακεραύνωνε την ακολασία, αλλά ενθαρρύνοντας με λόγια τον «πλατωνικό έρωτα», ευνοούσε πρακτικά τις πιο κτηνώδεις σεξουαλικές σχέσεις. Ο ίδιος ιππότης που δεν έβγαζε ποτέ από πάνω του το έμβλημα της δέσποινας των λογισμών του, που συνέθετε προς τιμήν της τους πιο τρυφερούς στίχους, δε δίσταζε να βιάσει με ελαφρά καρδιά νεαρές αστές ή να διατάξει τον επιστάτη του να φέρει με τη βία στον πύργο του τις ωραιότερες χωριατοπούλες για τη διασκέδασή του. Οι γυναίκες των ιπποτών, απ’ την άλλη πλευρά, δεν έχαναν την ευκαιρία να απολαύσουν, κρυφά απ’ το σύζυγο, τις σαρκικές ηδονές με τους νεαρούς ακόλουθους ή τους τροβαδούρους, δεν αρνιόταν τα χάδια τους ακόμα και σ’ έναν υπηρέτη που τους άρεσε, παρ’ όλη την περιφρόνηση που έτρεφε μια δέσποινα της φεουδαρχίας για την παρακατιανή αυτή τάξη.

Με την παρακμή της φεουδαρχίας και τη δημιουργία των νέων συνθηκών ζωής που υπαγόρευαν τα συμφέροντα του νεογέννητου αστισμού, βλέπουμε να σχηματίζεται σιγά-σιγά ένα νέο ηθικό ιδανικό για τις σεξουαλικές σχέσεις. Απορρίπτοντας το ιδανικό του πλατωνικού έρωτα, η αστική τάξη υποστηρίζει τα δικαιώματα του κορμιού που καταπιεζόταν και εισάγει μέσα στην ίδια την έννοια του έρωτα την ένωση, τη συνύπαρξη του σωματικού και του ψυχικού στοιχείου. Σύμφωνα με την αστική ηθική, ο έρωτας και ο γάμος δεν πρέπει να διαχωρίζονται, όπως συνέβαινε με τον ιπποτισμό. Αντίθετα, ο γάμος πρέπει να εξαρτάται από την αμοιβαία συναισθηματική κλίση των μελλοντικών συζύγων. Στην πράξη, βέβαια, η ίδια η αστική τάξη παρέβαινε, για λόγους συμφέροντος, πολύ συχνά αυτή την ηθική επιταγή, μα η αναγνώριση του έρωτα σαν βάση του γάμου είχε βαθιές ταξικές ρίζες.

Στο φεουδαρχικό σύστημα, οι οικογενειακοί δεσμοί σφραγίζονται δεσποτικά από τις παραδόσεις της αριστοκρατικής οικογένειας, της γενιάς. Ο γάμος ήταν στην πραγματικότητα αδιάλυτος. Πάνω στο ζευγάρι βάραιναν οι εντολές της Εκκλησίας, η απεριόριστη εξουσία του αρχηγού της οικογένειας, η δύναμη των παραδόσεων και η θέληση του ηγεμόνα.

Οι συνθήκες διαμόρφωσης της αστικής οικογένειας ήταν εντελώς διαφορετικές. Είχαν σαν βάση, όχι την κοινοκτημοσύνη του πλούτου της γενιάς, αλλά τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η οικογένεια ήταν πάντα ένας ζωντανός φρουρός του πλούτου. Αλλά για να επιταχυνθεί η συσσώρευσή του, ήταν σημαντικό για την αστική τάξη να ξοδεύονται τα αγαθά που είχαν αποκτηθεί από τον πατέρα και το σύζυγο, με «οικονομία», με σύνεση και υπολογισμό, με άλλα λόγια, να είναι η γυναίκα όχι μόνο «μια καλή νοικοκυρά», μα η πραγματική φίλη και συνεργάτρια του συζύγου της.

Με την επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων και της αστικής κοινωνίας, στέρεη μπορούσε να είναι μόνο η οικογένεια όπου, παράλληλα με μια καλή οικονομική διαχείριση, υπήρχε μια συνεργασία όλων των μελών της οικογένειας στην προσπάθεια συσσώρευσης του πλούτου. Αυτή η συνεργασία όμως, γινόταν ακόμα πιο πλήρης και αρμονική, όσο πιο πολλοί ήταν οι συναισθηματικοί και πνευματικοί δεσμοί ανάμεσα στους συζύγους, όπως και ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά.

Ο νέος τρόπος οικονομικής ζωής αυτής της εποχής, που αρχίζει στα τέλη του 14ου αιώνα και τις αρχές του 15ου αιώνα, γέννησε μια νέα ιδεολογία. Σιγά-σιγά, οι έννοιες του έρωτα και του γάμου μεταβλήθηκαν. Ο μεταρρυθμιστής Λούθηρος, καθώς και όλοι οι στοχαστές και άνθρωποι της δράσης της Αναγέννησης και της Μεταρρύθμισης (15ος και 16ος αιώνας), συνέλαβαν και αξιολόγησαν πολύ σωστά την κοινωνική δύναμη που έκλεινε μέσα του το ερωτικό συναίσθημα. Καταλαβαίνοντας ότι για να στερεωθεί η οικογένεια -η οικονομική αυτή μονάδα που αποτελεί τη βάση της αστικής κοινωνίας- χρειαζόταν μια σύμπνοια ανάμεσα στα μέλη της, οι επαναστάτες ιδεολόγοι του ανερχόμενου αστισμού, δημιούργησαν ένα νέο ηθικό ιδανικό του έρωτα: τον έρωτα που συνδύαζε το σαρκικό και το ηθικό του στοιχείο. Κηρύσσοντας τον πόλεμο στη αγαμία των κληρικών, οι μεταρρυθμιστές της εποχής εκείνης, διακωμωδούσαν αλύπητα τον πλατωνικό έρωτα των ιπποτών, που υποχρέωνε τον ερωτευμένο ιππότη να τρέφει πάντα ερωτικές επιθυμίες, χωρίς να μπορεί ποτέ να ικανοποιήσει τους σαρκικούς του πόθους. Οι ιδεολόγοι του αστισμού παραδέχονταν σαν νόμιμες τις φυσικές ανάγκες του κορμιού, ενώνοντας τον έρωτα με το γάμο. Στην πράξη φυσικά, η αστική τάξη συχνά παρέβαινε το ίδιο το ιδανικό της. Ενώ όμως την εποχή της φεουδαρχίας οι γάμοι αποφασίζονταν χωρίς καν να γίνεται θέμα για αμοιβαία έλξη, η αστική ηθική απαιτούσε, ακόμα και στους γάμους από συμφέρον, να δίνουν οι σύζυγοι υποκριτικά την εντύπωση πως αγαπιούνται πραγματικά.

Ενώ όμως υποστήριζε πως «δυο καρδιές είχαν το δικαίωμα ν’ αγαπιούνται» και να ενώνονται, ακόμα και αψηφώντας τις οικογενειακές παραδόσεις, ενώ κορόιδευε τον πλατωνικό έρωτα και τον ασκητισμό και διακήρυσσε πως ο έρωτας ήταν το θεμέλιο του γάμου, η αστική ηθική κρατούσε ωστόσο τον έρωτα μέσα σ’ ένα αυστηρά καθορισμένο πλαίσιο. Ο έρωτας δεν ήταν επιτρεπτός παρά όταν απέβλεπε στο γάμο. Έξω απ’ το νόμιμο γάμο ο έρωτας ήταν ανήθικος. Είναι αυτονόητο πως το ιδανικό αυτό υπαγορεύονταν από καθαρά οικονομικούς υπολογισμούς… Με τη χρησιμοθηρία που τη χαρακτηρίζει, η αστική τάξη έκανε ό,τι μπορούσε για να βγάλει κέρδος απ’ τον ίδιο τον έρωτα, μεταβάλλοντας το συναίσθημα αυτό σε κίνητρο για το γάμο, σε μέσο ισχυροποίησης της οικογένειας.

Alexandra Kollontai, A Letter to Working Youth, Historical References (1923)

Φωτογραφία του χρήστη ArtBlog.
Advertisements

Ιδεολογική Ιστορία του Έρωτα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s