Όλες/-οι όσες/-οι παλεύουν για την απελευθέρωση της γυναίκας γνωρίζουν πολύ καλά ότι η σεξουαλική παρενόχληση και η ενδοοικογενειακή βία είναι από τις πιο καταστροφικές εκδηλώσεις της καταπίεσης των γυναικών και σε όλο τον κόσμο είναι αναπόσπαστα δεμένες με τη χαμηλή κοινωνική θέση και τη σεξουαλική αντικειμενοποίηση και την εργαλειοποίηση των γυναικείων σωμάτων.
Όμως τα νομοθετικά και κατασταλτικά όργανα, οι πανεπιστημιακές διοικήσεις και η περίφημη ‘συμβατική σοφία’ της καπιταλιστικής κοινωνίας έχουν όλα τους την προδιάθεση να δυσπιστούν απέναντι στις γυναίκες όταν αυτές καταγγέλλουν βιασμό ή σεξουαλική παρενόχληση. Αντίθετα, οι φεμινίστριες και οι σοσιαλίστριες έχουν την προδιάθεση να πιστεύουν τις γυναίκες που προβαίνουν σε καταγγελία για βιασμό και σεξουαλική παρενόχληση.

Το άρθρο αυτό εξετάζει το φαινόμενο της σεξουαλικής παρενόχλησης από μαρξιστική σκοπιά -που σημαίνει ανάλυση μέσα στο πλαίσιο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Όπως ο ιμπεριαλισμός και ο πόλεμος, η καταπίεση είναι υποπροϊόν της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Η εκμετάλλευση είναι η μέθοδος διά της οποίας η άρχουσα τάξη ληστεύει από τους εργαζόμενους την υπεραξία. Οι διάφορες μορφές καταπίεσης (όπως ο σεξισμός, ο ρατσισμός και η ομοφοβία) παίζουν πρωταρχικό ρόλο στη διατήρηση της κυριαρχίας μιας ασήμαντης μειοψηφίας πάνω στην τεράστια πλειοψηφία, σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει στους Μαρξιστές, να κατανοούν όχι μόνο τις ρίζες τις καταπίεσης αλλά επίσης το ποιες στρατηγικές μπορούν να την αντιπαλέψουν πιο αποτελεσματικά.

Σίγουρα, η σεξουαλική παρενόχληση δεν ασκείται από ‘το σύστημα’ στο σύνολό του, αλλά από κάποια άτομα. Όμως, η καταπίεση των γυναικών δεν ξεκινάει από τα ίδια τα άτομα -πηγάζει από τη θεσμική ανισότητα που είναι οργανωμένη από τα πάνω, στην παραδοσιακή δομή της οικογένειας, στο δικαστικό σύστημα, σε άλλες κοινωνικές δομές που προσδιορίζουν τις γυναίκες σαν δεύτερης κατηγορίας πολίτες. Γι’ αυτό μπορούμε να τελειώνουμε μ’ αυτή σε προσωπικό ή ατομικό επίπεδο μόνο αν ξεμπερδεύουμε με το καπιταλιστικό σύστημα.

Ομοίως, οι Μαρξιστές αντιλαμβάνονται ότι η αστυνομία και οι υπόλοιποι οργανισμοί επιβολής του νόμου λειτουργούν σαν ένοπλος βραχίονας του καπιταλιστικού κράτους, που επιβάλλει νόμους που συντηρούν την ταξική και κοινωνική ανισότητα. Το πλήθος περιστατικών αστυνομικής τρομοκρατίας σε βάρος άοπλων Μαύρων ανδρών και αγοριών μαρτυρά με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο το ρόλο της αστυνομίας. Πάνω σ’ αυτή τη βάση, γνωρίζουμε ότι η περισσότερη αστυνόμευση δεν μπορεί να είναι ποτέ το φάρμακο για την καταπίεση, συμπεριλαμβανομένου του βιασμού και της σεξουαλικής παρενόχλησης. Επιπλέον, η αστυνομία σε πολλές περιπτώσεις -πχ όταν το θύμα έχει προηγούμενο δεσμό με το δράστη της σεξουαλικής παρενόχλησης ή όταν βρίσκεται υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ή δεν έχει εμφανή σημάδια ή έχει καθυστερήσει για κάποιο λόγο να καταγγείλει το περιστατικό ή δεν έχει υποβληθεί έγκαιρα σε εξέταση για βιασμό, κλπ.- χαρακτηρίζει ‘αβάσιμες’ ή ‘ψευδείς’ τις καταγγελίες και οι υποθέσεις αυτές δεν φτάνουν ποτέ στα δικαστήρια.

Ουάσινγκτον, 1963. Συλλαλητήριο για τα δικαιώματα των γυναικών.

Ο βιασμός και το Αμερικάνικο δικαστικό σύστημα ή όταν το ‘όχι’ σημαίνει ‘ναι’

Το 1927 το Αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης όρισε το βιασμό ως «σαρκική γνωριμία με μια γυναίκα, επιβεβλημένη με τη βία και ενάντια στη θέλησή της». Ο ορισμός δεν αναθεωρήθηκε πριν το 2012, όταν ανακοινώθηκε μία σαρωτική αλλαγή του ορισμού: «Διείσδυση, οσοδήποτε μικρή, στον κόλπο ή τον πρωκτό οποιουδήποτε σημείου του σώματος ή αντικειμένου, ή στοματική διείσδυση γεννητικού οργάνου άλλου προσώπου, χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος».

Το δελτίο τύπου που συνόδευε την αλλαγή αυτού του ορισμού αναγνώριζε ότι μέχρι το 2012, «ο ορισμός του υπουργείου Δικαιοσύνης περιελάμβανε μόνο την πεϊκή διείσδυση ενός άνδρα στον κόλπο μιας γυναίκας και απέκλειε τη στοματική και πρωκτική διείσδυση, το βιασμό ανδρών, τη διείσδυση αντικειμένου ή μέρους του σώματος άλλου από το πέος, το βιασμό γυναικών από γυναίκες και το μη βίαιο βιασμό». Επειδή αυτός «ο ορισμός χρησιμοποιούνταν από το FBI για τη συλλογή πληροφοριών από τους τοπικούς οργανισμούς επιβολής του νόμου για τις καταγγελίες βιασμών», τα ίδια τα στατικά του υπουργείου Δικαιοσύνης για το βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση είναι αναξιόπιστα από πολλές απόψεις μέχρι το 2012.

Τον 20ο αιώνα το δικαστικό σύστημα έβαζε κάποιες προδιαγραφές ως προς τις ‘αποδείξεις’ βάσει των οποίων όταν οι γυναίκες λένε ‘όχι’ στην πραγματικότητα εννοούνε ‘ναι’. Το 1952 η νομική εφημερίδα του Γέιλ έγραφε:
Όταν η συμπεριφορά της μοιάζει με αντίσταση ενώ η όλη στάση της προδίδει συναίνεση, η συνακόλουθη καταγγελία από τη μεριά της γυναίκας μπορεί και να συνιστά αδικοκρισία σε βάρος του άνδρα. Πολλές γυναίκες, για παράδειγμα, απαιτούν σαν μέρος του ‘προκαταρκτικού ερωτικού παιχνιδιού’ βίαιες προσεγγίσεις από τη μεριά του άνδρα. Συχνά η ερωτική απόλαυση μπορεί να αυξάνεται από, ή και να εξαρτάται από, τη συνοδεία μιας φυσικής βίας. Η ‘ερωτική δαγκωματιά’ είναι ένα σύνηθες, αν και πολλές φορές ήπιο, σημάδι της βίαιης σύστασης της σεξουαλικής πράξης. Και τα ψηλαφητά σημάδια της πάλης μπορεί να είναι ακόμη φανερά σε ενίσχυση της συνακόλουθης καταγγελίας από τη μεριά της γυναίκας.

Σχεδόν δεκαπέντε χρόνια αργότερα η ίδια προσέγγιση παραμένει ανέπαφη:

Παρόλο που η γυναίκα ενδέχεται να επιθυμεί τη σεξουαλική επαφή συνηθίζει να λέει ‘όχι, όχι, όχι’ (παρότι εννοεί ‘ναι, ναι, ναι’) και να περιμένει από το αρσενικό να επιτεθεί… Είναι πάντα δύσκολο στα περιστατικά βιασμού να προσδιοριστεί αν το θηλυκό πραγματικά εννοούσε ‘όχι’… Το πρόβλημα του προσδιορισμού του τι ‘πραγματικά εννοούσε’ το θηλυκό γίνεται σύνθετο όταν, στην πραγματικότητα, το θηλυκό δεν έχει μια ξεκάθαρη στάση -δηλαδή όταν η στάση της προδίδει μια αμφιθυμία… Επιπροσθέτως, ενδέχεται μια γυναίκα να προσελκύεται από τη βάναυση φύση ενός άνδρα παρά να απωθείται.
Το γυναικείο απελευθερωτικό κίνημα στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 κατέρριψε αυτές τις εικασίες. Παρ’ όλα αυτά οι απόψεις των νομοθετικών και κατασταλτικών μηχανισμών εξακολουθούν να ενστερνίζονται αυτούς τους μύθους του περασμένου αιώνα: ότι οι ‘πραγματικοί βιασμοί’ διαπράττονται από ξένους που ξεπροβάλλουν ξαφνικά μέσα από τους θάμνους και όχι σε κάποιο ραντεβού ή μεταξύ οικείων ή μελών της ίδιας οικογένειας. Ότι δεν πρέπει να δίνεται βάση στις καταγγελίες των γυναικών για σεξουαλική παρενόχληση επειδή ‘παν γυρεύοντας’ έτσι με τον τρόπο που είναι ντυμένες, γιατί φλερτάρουν, γιατί στέλνουν υπόρρητα μηνύματα που σημαίνουν ‘ναι’ ακόμα κι όταν λένε ‘όχι’. Ότι οι γυναίκες δεν μπορούν να γίνουν πιστευτές εκτός αν έχουν αποδείξεις ότι ‘αντιστάθηκαν’ σωματικά. Ότι γυναίκες που το ιστορικό τους δείχνει ότι είχανε έρθει πρόσφατα σε σεξουαλική επαφή μπορούν να θεωρηθούν ως ‘ελευθέρων ηθών’ και ως εκ τούτου ‘αφερέγγυες’. Και ο μακρύς κατάλογος δεν έχει τελειωμό.

Ουάσινγκτον, 1933. Η διαδήλωση για την απελευθέρωση των Αγοριών του Σκότσμπορο περνάει μπροστά από το Λευκό Οίκο.

Ο φυλετικός παράγοντας στο βιασμό

Δεν ισχύει όμως ότι τα νομοθετικά και κατασταλτικά όργανα μεταχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο όλες τις καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση. Υπήρχε ένας τοξικός φυλετικός παράγοντας στις ΗΠΑ στο βιασμό ήδη από την εποχή της δουλείας ως κύριο όπλο για τη διατήρηση της λευκής ανωτερότητας. Και οι Μαύρες γυναίκες και οι Μαύροι άνδρες υπήρξαν θύματά του. Όπως παρατηρεί η ακαδημαϊκός Σούζαν Έστριτς: «Μεταξύ 1930 και 1967 το 89% των ανδρών που τιμωρήθηκαν και βιασμό ήταν Μαύροι».

Στο βιβλίο της Γυναίκες, φυλή και τάξη η Άντζελα Ντέιβις υποστηρίζει ότι ο βιασμός είναι «μια ουσιώδης διάσταση των κοινωνικών δεσμών μεταξύ αφέντη και δούλου». Περιγράφει το βιασμό ως «εργαλείο κυριαρχίας, εργαλείο καταπίεσης που συγκαλυμμένος στόχος του είναι να εξαλείψει κάθε διάθεση αντίστασης από τη μεριά των υπόδουλων γυναικών και, κατά συνέπεια να αποθαρρύνει τους άνδρες τους». Ο θεσμοθετημένος βιασμός των Μαύρων γυναικών επιβίωσε της κατάργησης της δουλείας και ‘εκσυγχρονίστηκε’: «Η ‘παράδοση’ του ομαδικού βιασμού που κρατιέται από την Κου Κλουξ Κλαν και άλλες τρομοκρατικές οργανώσεις της μετεμφυλιακής περιόδου έγινε ένα απροκάλυπτο πολιτικό όπλο με κίνητρο το τσάκισμα του κινήματος για τη Μαύρη ισότητα».

Η Ντέιβις συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι «η φανταστική εικόνα του Μαύρου άνδρα ως βιαστή λειτουργούσε πάντα ενισχυτικά σε σχέση με την εικόνα που τη συνόδευε: της μαύρης γυναίκας ως ‘εκ φύσεως ελευθέρων ηθών’… Γιατί αν οι Μαύρες γυναίκες θεωρούνται ότι είναι ‘χαλαρών ηθών’ και πόρνες οι φωνές τους για βιασμό χάνουν κάθε αξιοπιστία». Συχνά, είναι οι ίδιοι οι Νότιοι ρατσιστές που ενώ συμμετέχουν συστηματικά στο λιντσάρισμα Μαύρων ανδρών για ‘να προστατέψουν την τιμή’ των λευκών γυναικών, συμμετέχουν επίσης συστηματικά και σε βιασμούς Μαύρων γυναικών, όπως αποδεικνύει η Ντανιέλ ΜακΓκουάιαρ στο σημαντικό βιβλίο της Στη Σκοτεινή Άκρη του Δρόμου. Όπως παρατηρεί η ΜακΓκουάιαρ: «Δεκαετίες πριν οι ριζοσπάστριες φεμινίστριες στο γυναικείο κίνημα αρχίσουν να παροτρύνουν όσες επέζησαν ενός βιασμού ‘να σπάσουν τη σιωπή’, οι δημόσιες διαμαρτυρίες των Μαύρων γυναικών είχαν ξανά και ξανά προκαλέσει την οργή σε τοπικό, εθνικό, ακόμα και διεθνές επίπεδο και είχαν πυροδοτήσει ευρύτερες καμπάνιες για τη φυλετική δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια».

Ένα από τα πιο γνωστά παραδείγματα του στερεότυπου του ‘Μαύρου άνδρα βιαστή’ είναι η υπόθεση των Αγοριών του Σκότσμπορο το 1931, όταν εννιά νεαροί Μαύροι άνδρες ηλικίας από 13 ως 19 ετών κατηγορήθηκαν για το βιασμό δύο λευκών γυναικών σε εμπορικό τρένο στην Αλαμπάμα. Ένας όχλος λευκών ανδρών είχε μαζευτεί για να τους λιντσάρει έξω από το δικαστήριο. Όλοι, εκτός από το νεαρότερο Ρόι Ράιτ κρίθηκαν ένοχοι από τους -λευκούς στο σύνολο τους- δικαστές και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ακόμα και όταν μία από τις γυναίκες, η Ρούμπι Μπέιτς, απέσυρε την κατηγορία για βιασμό και εμφανίστηκε ως μάρτυρας υπεράσπισης -υποστηρίζοντας ότι οι δυο γυναίκες είχαν κάνει συναινετικό σεξ πάνω στο τρένο με λευκούς άνδρες- οι δικαστικές διαμάχες συνεχίστηκαν.

Λουιζιάνα, 1930. Δυο Μαύροι άνδρες κρεμασμένοι για το βιασμό μιας λευκής γυναίκας υπό το βλέμμα ενός όχλου 10.000 ανθρώπων.

Φυλετική, εθνική και θρησκευτική καταπίεση: απαραίτητα συστατικά του παγκόσμιου καπιταλισμού

Ο ρατσισμός είναι ενδημικός στις ΗΠΑ όχι μόνο σαν κατάλοιπο του καθεστώτος που δουλείας. Στην πραγματικότητα, οι συνεχιζόμενες διακρίσεις σε βάρος των μεταναστευτικών ομάδων έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο, τουλάχιστο σε ότι άφορα την πίεση προς τα κάτω των μισθών των Λατινοαμερικανών και Ασιατών εργατών. Πιο πρόσφατα -και ιδιαίτερα μετά την κήρυξη του «Πολέμου Κατά της Τρομοκρατίας» το 2001- Άραβες και Μουσουλμάνοι στοχοποιήθηκαν από τις δυνάμεις καταστολής και καλλιεργήθηκε με τον πιο συστηματικό τρόπο το στερεότυπο του Μουσουλμάνου με «έμφυτη ροπή» στη βία και την καταπίεση των γυναικών. Αυτή η χυδαία προπαγάνδα κατάφερε να κατασκευάσει την εικόνα του Μουσουλμάνου άνδρα ως αμετανόητου τρομοκράτη και της Μουσουλμάνας γυναίκας ως πρόθυμης και δουλοπρεπούς συνεργού του.

Η φυλετική, εθνική και θρησκευτική καταπίεση είναι απαραίτητα συστατικά του καπιταλισμού σε παγκόσμια κλίμακα. Και ο αντίκτυπος αυτής της προπαγάνδας φτάνει πολύ πέρα από τα σύνορα των ΗΠΑ. Η Τίτι Μπατατσάρια, συγγραφέας του βιβλίου Εξηγώντας την Έμφυλη Βία στη Νεοφιλελεύθερη Εποχή σχολιάζει:

Φέτος τον Αύγουστο, μια νεαρή Ινδή γυναίκα από το χωριό Σαβάρα της Ινδίας ισχυρίστηκε ότι βιάστηκε ομαδικά από ομάδα Μουσουλμάνων ανδρών και ύστερα ένας απ’ αυτούς την εξανάγκασε να ασπαστεί το Ισλάμ και να τον παντρευτεί. Αλλά δεδομένης της πρόσφατης εκλογικής νίκης του Ναρέντρα Μόντι (σημερινός πρωθυπουργός της Ινδίας και μέλος της ινδουιστικής παραστρατιωτικής οργάνωσης Ραστρίγια Σουαγιαμσεβάκ Σανγκ) ο ισχυρισμός αυτός αμέσως πυροδότησε εθνοτικές εντάσεις, που πήραν σχεδόν διαστάσεις εξέγερσης ένοπλων συμμοριών Ινδουιστών που κυνηγούσαν Μουσουλμάνους ‘βιαστές’ για να προστατεύσουν την τιμή των ‘ενάρετων’ Ινδουιστριών γυναικών. Την περασμένη βδομάδα, η νεαρή γυναίκα απέσυρε τις κατηγορίες και αποκάλυψε πως η δεξιών και αντιμουσουλμανικών πεποιθήσεων οικογένειά της την είχε αναγκάσει να καταγγείλει για βιασμό τον άνδρα με τον οποίο στην πραγματικότητα ήταν ερωτευμένη…
Από την εποχή της αποικιοκρατίας στην Ινδία, η φιγούρα του αρσενικού μουσουλμάνου βιαστή καλλιεργούνταν συστηματικά από την Ινδουιστική δεξιά για να υποκινείται η βία ενάντια στις Μουσουλμανικές κοινότητες που αποτελούν μειονότητα στην Ινδία. Μελέτες έχουν αποδείξει ότι η ρητορική του ‘μιάσματος’ συχνά χρησιμοποιείται για να σκιαγραφήσει τη σχέση των Μουσουλμανικών μειονοτήτων με το Ινδικό ‘έθνος’ -οι Μουσουλμάνοι έχουν ‘βιάσει’ ή θέλουν να ‘βιάσουν’ την Ινδία…
Μία παρόμοια μοχθηρή φιγούρα του Μουσουλμάνου βιαστή είναι κομμάτι της εργαλειακής αφήγησης των Σιωνιστών στο ευρύτερο πλαίσιο της συνεχιζόμενης επιθετικότητας του Ισραήλ σε βάρος του Παλαιστινιακού λαού. Ο (Παλαιστίνιος δημοσιογράφος) Αλί Αμπουνιμάχ σωστά εντοπίζει αυτό το φαινόμενο στα κοινά χαρακτηριστικά με τον Αμερικάνο ρατσισμό.
Ο «λίβελος του βιαστή» γράφει ο Αμπουνιμάχ «είναι μία από τις χειρότερες επιθέσεις που έχουν εξαπολυθεί σε βάρος οποιασδήποτε κοινωνικής ομάδας γιατί συχνά χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει μία κτηνώδη και οργανωμένη βία». Επισημαίνει επίσης ότι ένας τέτοιος λίβελος «χρησιμοποιήθηκε στο έσχατο βαθμό για να δικαιολογήσει το λιντσάρισμα μαύρων ανδρών στις Νότιες ΗΠΑ την εποχή του Τζιμ Κρόου (νόμοι υπέρ του φυλετικού διαχωρισμού που βρισκόταν σε ισχύ μέχρι το 1965). Αλλά τώρα το συκοφαντικό στερεότυπο του ‘μαύρου κτήνους’ που θέλει να βιάζει λευκές γυναίκες συνοδεύεται από το ρατσιστικό στερεότυπο του Μουσουλμανικού κτήνους.

Μισσισσίπι, 1955. Η μητέρα του δεκατετράχρονου Έμετ Τιλ.

Οι οπαδοί της γυναικείας απελευθέρωσης στις ΗΠΑ και η αντιφάσεις της ευαισθητοποίησης για το βιασμό

Η γενιά του κινήματος της γυναικείας απελευθέρωσης της δεκαετίας του ’60 έφερε με μεγάλη επιτυχία στο κέντρο της προσοχής το ζήτημα του βιασμού σε πανεθνικό επίπεδο. Δυστυχώς, οι λευκές διασπάστριες φεμινίστριες, όπως η Σούζαν Μπραουνμίλερ αντιλαμβανόταν το βιασμό ως βιολογικά προσδιορισμένο φαινόμενο. Η Μπραουνμίλερ έλεγε, για παράδειγμα:

Όταν οι άνδρες ανακαλύπτουν ότι μπορούν να βιάσουν, το κάνουν… Οι άνδρες ανακάλυψαν ότι τα γεννητικά τους όργανα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν όπλο από τα προϊστορικά χρόνια, παράλληλα με τη χρήση της φωτιάς και του πέλεκυ από ακατέργαστη πέτρα. Από τα προϊστορικά χρόνια ως σήμερα πιστεύω ότι ο βιασμός έχει παίξει αποφασιστικό ρόλο. Δεν είναι κάτι λιγότερο ή περισσότερο από μια συνειδητή εξελικτική διαδικασία εκφοβισμού δια της οποίας όλοι οι άνδρες κρατούν όλες τις γυναίκες σε καθεστώς φόβου.

Ορίζοντας το βιασμό με όρους καθαρά αρσενικού-θηλυκού, η Μπραουνμίλερ αγνόησε την βαθύτατη επίδραση του ρατσισμού και της λευκής ανωτερότητας, κάτι που την οδήγησε σε ρατσιστικά συμπεράσματα. Η Μπραουνμίλερ χρησιμοποίησε την περίπτωση του δεκατετράχρονου Έμετ Τιλ που λιντσαρίστηκε το 1955 γιατί σφύριξε προς το μέρος μιας λευκής γυναίκας με βάση τον ισχυρισμό της στο Μισσισσιπή του Τζιμ Κρόου. Η Μπραουνμίλερ περιγράφει τον Τιλ και το δολοφόνο του σαν δύο άνδρες που μοιράζονται την εξουσία πάνω σε μια «λευκή γυναίκα», χρησιμοποιώντας στερεότυπα που η Άντζελα Ντέιβις αποκαλεί «ανανήψεις του παλιού ρατσιστικού μύθου του μαύρου βιαστή». Με τα ίδια τα λόγια της Μπραουνμίλερ: «Σπάνια μία και μόνη υπόθεση αποκαλύπτει τόσο καθαρά όσο η υπόθεση Τιλ τους υποκρυπτόμενους ομαδικούς αρσενικούς ανταγωνισμούς με αντικείμενο την ΠΡΌΣΒΑΣΗ σε μία γυναίκα… Ο Έμετ Τιλ ήθελε να δείξει στα μαύρα φιλαράκια του ότι αυτός και, κατ’ επέκταση, και αυτοί μπορούσαν να έχουν μια λευκή γυναίκα και η Κάρολιν Μπράιαν ήταν το πιο κοντινό βολικό αντικείμενο. Με διακριτούς όρους, εκείνη τη στιγμή ελέγχανε η προσβασιμότητα όλων των λευκών γυναικών». Όπως σημειώσαμε και παραπάνω, Μαύρες φεμινίστριες, όπως η Ντέιβις, έχουν ασκήσει δριμεία κριτική στα ρατσιστικά συμπεράσματα της Μπραουνμίλερ, αλλά οι κριτικές αγνοήθηκαν σε τεράστιο βαθμό από την κυρίαρχη πολιτική -ακόμη κι από πολλές φιλελεύθερες φεμινίστριες. Εξαιτίας της κεντρικότητας του ρατσισμού στις ΗΠΑ ιστορικά το να υιοθετείς μια διαθεματική προσέγγιση -που λαμβάνει παράλληλα υπόψη φυλετική, ταξική και έμφυλη καταπίεση- είναι πολύ πιο σωστό από το αντιμετωπίζεις το βιασμό σαν καθαρά ‘γυναικείο ζήτημα’.

Παρ’ όλα αυτά, οι οπαδοί της γυναικείας απελευθέρωσης της δεκαετίας του 1970 κατάφεραν να κερδίσουν μαζική αποδοχή στο ότι ο βιασμός είναι αποτέλεσμα της καταπίεσης της γυναίκας και ότι συμβαίνει πολύ πιο συχνά απ’ όσο πιστεύονταν προηγούμενα.

Προς τη δεκαετία του 1980 οι φιλελεύθερες φεμινίστριες είχαν αρχίσει να καταρρίπτουν τον περιρρέοντα μύθο ότι ο ‘αληθινός βιασμός’ συμβαίνει απαραίτητα μεταξύ αγνώστων. Το 1982 το περιοδικό Ms. δημοσίευσε ένα άρθρο που επιχειρηματολογούσε ότι ο ‘βιασμός στο ραντεβού’ ή ο ‘βιασμός από κάποιο γνωστό’ είναι φαινόμενα πολύ πιο συχνά από το βιασμό από κάποιον άγνωστο. Η ανταπόκριση των αναγνωστριών ήταν τόσο ενθουσιώδης που το Ms. χρηματοδότησε μια εκτεταμένη μελέτη για το βιασμό υπό τη διεύθυνση της ψυχολόγου Μαίρη Π. Κος, που εξέτασε δείγμα 6.100 προπτυχιακών φοιτητριών που σπούδαζαν σε 32 πανεπιστημιοπόλεις των ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα της έρευνας δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο Ποτέ δεν το έλεγα βιασμό το 1988. Τα στοιχεία έδειξαν ότι μία στις τέσσερις φοιτήτριες «είχαν τουλάχιστον μία εμπειρία που ταίριαζε με το νομικό ορισμό του βιασμού ή της απόπειρας βιασμού». Η έκδοση αυτών των στοιχείων έδωσε την αυτοπεποίθηση στις φεμινίστριες φοιτήτριες να αρχίσουν να οργανώνονται ενάντια στο βιασμό στο ραντεβού ή από κάποιο γνωστό -μια μάχη που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Παρά τη συνεχιζόμενη προπαγανδιστική εκστρατεία της δεξιάς που μιλάει για «φεμινισμό της θυματοποίησης» αυτό συνέχιζει να βρίσκεται στο κέντρο του αγώνα των φοιτητριών στα πανεπιστήμια.

Ντίκινσον, 2004. Διαμαρτυρία για το βιασμό στα πανεπιστήμια.

Η πρόοδος στην κατανόηση της σεξουαλικής παρενόχλησης

Όμως η κατανόηση του φαινομένου της σεξουαλικής παρενόχλησης συνέχισε να σημειώνει πρόοδο από τις αρχές του 21ου αιώνα. Πρόσφατες μελέτες αποκάλυψαν ένα μεγάλο αριθμό προβλημάτων στις προηγούμενες στατιστικές αναλύσεις. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η σεξουαλική παρενόχληση είναι πολύ πιο διαδεδομένη απ’ ό,τι πιστεύονταν πριν. Και ότι οι προηγούμενες μελέτες αντλούσαν συμπεράσματα με βάση στοιχεία αναξιόπιστα και/ή υποθέσεις ξεπερασμένες. Η παρακάτω λίστα δίνει μια συνοπτική περιγραφή των προβλημάτων που ενείχαν οι προηγούμενες στατιστικές για τη σεξουαλική παρενόχληση:

1. Το ποσοστό των βιασμών και των περιστατικών σεξουαλικής βίας που αναφέρονται στις εκθέσεις της αστυνομίας είναι τόσο μικρό που οι περισσότερες στατιστικές μελέτες βασίζουν τα συμπεράσματά τους περισσότερο σε εικασίες παρά σε πραγματικά γεγονότα.
2. Το ότι οι στατιστικές βασίζονται σε μηχανισμούς επιβολής του νόμου σημαίνει ότι οι μελέτες σε μεγάλο βαθμό υποβαθμίζουν τα περιστατικά σεξουαλικής βίας.

3. Μέχρι πολύ πρόσφατα η σεξουαλική παρενόχληση ανδρών συστηματικά υποβαθμίζονταν.

4. Μέχρι πολύ πρόσφατα, οι περισσότερες μελέτες για τη σεξουαλική παρενόχληση δεν περιλάμβαναν καθόλου έγκυρες στατιστικές για τη σεξουαλική παρενόχληση στις φυλακές (παρότι ένας στους δέκα πολίτες των ΗΠΑ περνάει ένα διάστημα της ζωής του στη φυλακή).

Τιφλίδα, 2012. Διαμαρτυρία για βιασμούς και βασανιστήρια κρατούμενων.

Έχουμε ακόμα πολλά να μάθουμε για το βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση

Υπάρχουν ακόμη πολλές πλευρές του βιασμού και της σεξουαλικής παρενόχλησης που δεν μας είναι ακόμα αντιληπτές ή που δεν υπάρχουν καθόλου αξιόπιστα στοιχεία γι’ αυτές. Η κατανόησή μας για την παιδοφιλία και τη σεξουαλική παρενόχληση LGBTQI ατόμων, ατόμων με αναπηρία και άστεγων κάθε άλλο παρά επιστημονική είναι. Παρ’ όλα αυτά γνωρίζουμε ότι ο αυστηρός και διπολικός ορισμός του κοινωνικού φύλου στο βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση που διαπράττεται κατά κόρον από (ετεροφυλόφιλους) αρσενικούς βιαστές με θηλυκά θύματα είναι παρωχημένος. Η παραμόρφωση των σεξουαλικών σχέσεων κάτω από τον καπιταλισμό δεν επηρεάζει μόνο τις ετερόφυλες σχέσεις και τη μεταχείριση των γυναικών από τους άνδρες, αλλά επηρεάζει επίσης και τις ομόφυλες σχέσεις. Πραγματικά, κανείς δεν μένει απρόσβλητος από αυτές τις παραμορφώσεις και τη βία και την κακομεταχείριση που παράγουν. Αυτό έχει πολλές συνέπειες: για παράδειγμα, οι παιδόφιλοι δεν είναι ούτε ετεροφυλόφιλοι ούτε γκέι, αλλά θηρευτές παιδιών. Ελπίζουμε πως οι νεότερες έρευνες θα βαθύνουν και θα διευρύνουν την κατανόησή μας για το βιασμό και τη σεξουαλική παρενόχληση στη σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία.

Κάποιοι ερευνητές αρχίζουν να αντιλαμβάνονται με μεγαλύτερη πληρότητα τους τρόπους με τους οποίους η σεξουαλική παρενόχληση είναι πιο κατανοητή ως παράγωγο των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων απ’ ότι μπορούσαν προηγούμενα οι περισσότεροι/-ες ακτιβιστές/-στριες να αντιληφθούν. Ο καπιταλισμός βασίζεται όχι μόνο στην αλλοτρίωση της εργασίας και όχι μόνο στις εξόφθαλμες διακρίσεις: παράγει επίσης την αλλοτρίωση του ανθρώπου από τον εαυτό του και την καταπίεση της σεξουαλικότητας. Κάτω από την απουσία ταξικών και κοινωνικών αγώνων σε μαζική βάση, τα άτομα σαν άτομα αναπτύσσονται μέσα στον ανελέητο ανταγωνισμό που παράγει το σύστημα.

Η ανάπτυξη μιας πιο ενδελεχούς και συμπεριληπτικής κατανόησης του βιασμού κάτω από τον καπιταλισμό που θα περιλαμβάνει τη βία κατά αρσενικών θυμάτων, δεν μειώνει τη σημασία της καταπίεσης των γυναικών ως ριζικής αιτίας του βιασμού και της σεξουαλικής παρενόχλησης των γυναικών. Ίσα-ίσα, μας επιτρέπει να βελτιώσουμε την κατανόησή μας της κοινωνικής και ταξικής ανισότητας που παράγεται από το καπιταλιστικό σύστημα -και να χτίσουμε την αλληλεγγύη μεταξύ όλων αυτών που καταπιέζονται με διάφορους τρόπους από το ίδιο σύστημα.

της Σάρον Σμιθ

Φωτογραφία του χρήστη ArtBlog.
Advertisements

Καπιταλισμός και σεξουαλική παρενόχληση

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s