Το Κουρδικό Ζήτημα: Υπό το πρίσμα των Αναρχικών Αντιστάσεων στην Καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1880-1923
Michael Schmidt & Lucien van der Walt
μετάφραση kostav

Η παρακάτω μελέτη της αντι-ιμπεριαλιστικής αντίστασης στο Κουρδιστάν, όπου γίνεται μια ανασκόπηση των αναρχικών αντιστάσεων στην καρδιά της οθωμανική αυτοκρατορίας κατά την περίοδο πριν από το σχηματισμό του τουρκικού κράτους, αποτελείται από αποσπάσματα -τα οποία επιμελήθηκε ο Will Firth- από το υπό έκδοση βιβλίο των Schmidt και van der Walt, “Παγκόσμια Φλόγα: 150 χρόνια αγώνα του διεθνούς αναρχισμού & συνδικαλισμού, Αντι-εξουσία Μέρος 2, AK Press, ΗΠΑ.

Εισαγωγή: Η Δεύτερη Γενιά του Αναρχισμού στην Ανατολία, το κουρδικό εθνικό ζήτημα
Ο αναρχισμός στην Τουρκία [1] –που αποτελούσε κάποτε μια σημαντική ριζοσπαστική δύναμη ενάντια στον οθωμανικό ιμπεριαλισμό πάνω στον υποτελή βουλγαρικό, μακεδονικό, ελλαδικό, αραβικό, αφρικάνικο και εβραϊκό λαό- άρχισε να επανεμφανίζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Ωστόσο, αυτή η ανάπτυξή του έγινε κάτω από εχθρικές συνθήκες, μιας και από τον σχηματισμό του τουρκικού κράτους το 1923, η τουρκική πολιτική σκηνή της αριστεράς είχε κυριαρχηθεί από την κομμουνιστική παράδοση και από εθνικιστικές και σοσιαλιστικές ομάδες που επιδίωκαν την ανεξαρτησία του Κουρδιστάν, το οποίο είναι χωρισμένο μεταξύ Ιράν, Ιράκ, Τουρκίας και Συρίας (με πιο αξιοσημείωτο να είναι το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν, ή PKK, που σχηματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του 1970, και το Τουρκικό Κομμουνιστικό Κόμμα μαρξιστικό-λενινιστικό, ή ΤΚΡ-ML [2], το οποίο είναι βασικά μαοϊκό). Κούρδοι αυτονομιστές έχουν επίσης υπάρξει και διαδραματίσει κάποιο ρόλο στο Ιράν και το Ιράκ.

Ωστόσο, στη δεκαετία του 1970, τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν, ο αμερικανός αναρχικός Sam Dolgoff αναφέρεται σε μια συνάντηση του με έναν αναρχικό τούρκο φοιτητή στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1979 στα απομνημονεύματά του, και σύμφωνα με το “Αναρχισμός στην Τουρκία” -της τούρκικης αναρχικής ομάδας “Εκδόσεις Karambol” [3] -από τη δεκαετία του 1980 αναρχικές ομάδες και περιοδικά άρχισαν να αναδύονται, οι οποίες αυξάνονται στη δεκαετία του 1990. Οι «αναρχικοί συμμετέχουν για πρώτη φορά στην εργατική Πρωτομαγιά με την μαύρη σημαία τους το 1993 στην Κωνσταντινούπολη και πάλι το 1994, στην Άγκυρα και σε άλλα κέντρα”, δημιουργώντας «μεγάλο ενδιαφέρον για τα μέσα ενημέρωσης», τα οποία «έκαναν ιδιαίτερη μνεία στους αναρχικούς, ανακοινώνοντας ότι ‘επιτέλους έχουμε τους δικούς μας αναρχικούς’”. Στη νέα γενιά των τουρκικών αναρχικών ομάδων ανήκουν η ομάδα Firestarter, που ιδρύθηκε περίπου το 1991, η Αναρχική Ομοσπονδία Νεολαίας (AGF), οι Αναρχικοί Ανατολίας (ΑΑ), η Αναρχική Ομάδα Karasin (KAG), ενώ κατά τη δεκαετία του 2000, η “μαχνοβίτικη” ομάδα KaraKizil (μαύρο κόκκινο) καθώς και η προσκείμενη σε αυτήν Αναρχοκομμουνιστική Πρωτοβουλία (AKI), η οποία είναι και από τις ιδρυτικές οργανώσεις του anarkismo.net.

Ένα αναρχικό ρεύμα εμφανίστηκε, επίσης, στη δεκαετία του 1980 μεταξύ των κούρδων της Τουρκίας, όπως η ομάδα 5η Μάη των κούρδων και τούρκων εξόριστων στο Λονδίνο. Αυτές οι ομάδες έθεταν το ζήτημα της κουρδικής ανεξαρτησίας με ξεκάθαρα ελευθεριακούς όρους και σε πλήρη αντίθεση τόσο με τον ισλαμικό φονταμενταλισμό όσο και τον εθνικισμό. Στο κείμενο “Ερχόμαστε να θάψουμε την τουρκική δημοκρατία και όχι να την επαινέσουμε” [4], η ομάδα 5η Μάη υποστήριζε ότι ο αγώνας μεταξύ των εκσυγχρονιστών εθνικιστών -οι “κεμαλιστές” που ανέλαβαν την εξουσία μετά το τέλος της οθωμανικής αυτοκρατορίας– και των ισλαμικών ομάδων ήταν «ουσιαστικά ένας αγώνας εξουσίας μεταξύ δύο δυνάμεων, οι οποίες δεν είναι κατά κύριο λόγο τόσο πολύ διαφορετικές μεταξύ τους και όχι μια σύγκρουση μεταξύ των δύο συστημάτων». Η ομάδα καταδίκαζε τον αυταρχισμό της τουρκικής και κουρδικής αριστεράς, όπως η τάση του ΡΚΚ να χρησιμοποιεί βίαιες μεθόδους για την «εξάλειψη των αντίθετων σε αυτό κουρδικών και τουρκικών οργανώσεων». Επίσης εναντιωνόταν εξίσου τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες της Τουρκίας, σχολιάζοντας “είμαστε επίσης αντίθετοι στην αποικιοκρατική πολιτική του τουρκικού κράτους, καθώς και στην πολιτική της αφομοίωσης και της καταναγκαστικής μετανάστευσης … στη βόρεια Κύπρο». Το κείμενο πρόσθετε ότι:

“Η έννοια του έθνους είναι μια επίπλαστη ιδέα που χρησιμοποιείται συχνά από άρχουσες ελίτ ως βάση της δομής της εξουσίας τους, καθώς και από επίδοξες κλίκες για να εξαπατήσουν καταπιεσμένες μειονότητες. Για το λόγο αυτό, εμείς δεν πιστεύουμε στην λεγόμενη αυτοδιάθεση ενός επίπλαστου ‘έθνους’, αλλά στην αυτοδιοίκηση/αυτοδιεύθυνση (self-government) των ελεύθερων, ομάδων και κοινοτήτων, των εργαζόμενων και των ανέργων, κ.λπ.”

Ένα άλλο βασικό κείμενο είναι το “Χρειάζονται οι κούρδοι ένα κράτος;” που εκδόθηκε από την ομάδα «Κούρδοι Αναρχικοί» το 1996 [5]. Το οποίο καταδικάζει το PKK και τις κουρδικές αυτονομιστικές ομάδες που, “στο όνομα του ελεύθερου Κουρδιστάν και υποστηριζόμενοι από γαιοκτήμονες, έμπορους, καθώς και από ένα μεγάλο αριθμό ιδιοκτητών καταστημάτων που ελέγχουν την αγορά, έχουν οι ίδιοι καθιερωθεί ως τα νέα αφεντικά του Κουρδιστάν, συνθλίβοντας οποιαδήποτε δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση στην εξουσία τους και τις περιουσίες τους, όπως ακριβώς και κάθε εξουσιαστική αρχή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο». Το κείμενο απορρίπτει κάποια κρατικιστική λύση: “είναι ένα μεγάλο ψέμα και είναι ένα ασυγχώρητο ψέμα, το να λέει κανείς στον κόσμο μέσα από τα ΜΜΕ ότι η πλειοψηφία του κουρδικού λαού υποφέρει, απλά και μόνο λόγω της απουσίας ενός ισχυρού κουρδικού κράτους» επειδή η «αλήθεια είναι ότι ο φτωχός πληθυσμός του Κουρδιστάν υποφέρει, όπως και όλη η υπόλοιπη εργατική τάξη σε παγκόσμιο επίπεδο με πολλούς τρόπους, από τις βίαιες δυνάμεις του καπιταλιστικού συστήματος και τις δικές του αρχές». Οι κούρδοι αναρχικοί υποστήριζαν, ότι η λύση είναι «να πείτε στους εργαζόμενους, τους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές στο Κουρδιστάν στα αγροκτήματα, στα σχολεία, στους χώρους εργασίας, ότι δεν πρέπει να ξεγελαστούν και να αγωνιστούν για την αλλαγή των αφεντικών από τούρκους, πέρσες και άραβες σε κούρδους”, αλλά να “λάβουν τα διδάγματα από τη δική τους ιστορία και από το σύνολο της ιστορίας της εργατικής τάξης». “Η λύση είναι μια αναρχοκομμουνιστική επανάσταση … ένα τεράστιο και αιματηρό έργο … σε διεθνή κλίμακα” που θα “γεμίσει με την φλόγα της εξέγερσης, τις καρδιές και τις συνειδήσεις των τούρκων, των περσών και των αράβων εργατών, φοιτητών, στρατιωτών με σκοπό τον τερματισμό την εξουσία του χρήματος και της φτώχειας”. Στόχος μας, καταλήγει, «είναι να εξαφανίσουμε τη θρησκεία, το κράτος, το ρατσισμό και τα χρήματα».

Επιστροφή στις απαρχές: Ο Alexandre Atabekian και η άνοδος του αναρχισμού στην οθωμανική αυτοκρατορία

Η καθυστερημένη εισαγωγή και ένταξη της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την περιορισμένη εμφάνιση μιας εργατικής τάξης –που είναι και η κύρια κοινωνική βάση της ευρύτερης αναρχικής παράδοσης- εξηγεί εν μέρει γιατί τα αναρχικά και συνδικαλιστικά κινήματα ήταν σε μεγάλο βαθμό απόντα από αυτές τις περιοχές κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση περιόδου (με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της Σιβηρίας, του Αλτάι, της λίμνης Βαϊκάλης και του βόρειου Καζακστάν) [6]. Μέχρι τη στιγμή που τα συνδικάτα άρχισαν να εμφανίζονται στη δεκαετία του 1930, το αναρχικό και το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκονταν σε παρακμή σε όλο τον κόσμο και ο κομμουνισμός και ο εθνικισμός σε άνοδο. Τα προβλήματα αυτά επιδεινώνονται από την επικράτηση των αυταρχικών καθεστώτων σε αυτές τις περιοχές. Το Αφγανιστάν ήταν μια βασιλική δικτατορία από το 1919, όπως ήταν η Περσία (σημερινό Ιράν) από το 1921, αν και είναι δυνατόν τα αναρχικά κινήματα του Αλτάι και της λίμνης Βαϊκάλης να μεταπήδησαν στις γειτονικές της Μογγολίας, ιδίως λόγω της καταστολής που δέχτηκαν από την Τσέκα και λόγω της κοινής κουλτούρας των μπουριάτ (στμ μογγολική φυλή της Σιβηρίας) και των μογγόλων, ωστόσο η Μογγολία μετατράπηκε σε δικτατορία σοβιετικού τύπου υπό την αιγίδα των μπολσεβίκων το 1921 και η Σαουδική Αραβία τέθηκε υπό τον έλεγχο του ουαχαμπιτισμού, μιας θρησκευτικής φονταμενταλιστικής αίρεσης στη δεκαετία του 1920.

Παρ ‘όλα αυτά, υπήρξε μια σποραδική παρουσία αναρχικών, παρά το γεγονός ότι ο αναρχισμός στην οθωμανική αυτοκρατορία [7] ήταν σε μεγάλο βαθμό μια υπόθεση των επιμέρους εθνικών ομάδων. Οι αναρχικοί συμμετείχαν στους αγώνες εναντίον της Αυτοκρατορίας στην Αρμενία, Βουλγαρία και στα Σκόπια. Ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτών των αποικιακών αναρχικών ρευμάτων της ανατολικής Ευρώπης ήταν η προσπάθειά τους να συνδυάσουν την εθνική απελευθέρωση με τους αντι-κρατικούς και κοινωνικούς σκοπούς της επανάστασης. Η αυτοκρατορία αρχικά εκτεινόταν από την Τυνησία, μέσω της Τρίπολης, της Λιβύης και της Αιγύπτου έως τα δυτικά αραβικά εδάφη του Μαγρέμπ, μέχρι και την Υεμένη, φτάνοντας μέχρι την Ερυθρά θάλασσα, και από τη Βουδαπέστη μέσω των Βαλκανίων και της Ανατολίας μέχρι την Κασπία θάλασσα, και τα ανατολικά αραβικά εδάφη του Μασρέκ (η μέση ανατολή και η αραβική χερσόνησο) όσον αφορά τον περσικό κόλπο. Ήταν μια πολυεθνική αυτοκρατορία που αποτελούταν κυρίως από άραβες, πέρσες, τούρκους και κούρδους, αλλά επίσης είχε σημαντικές σλαβικές, αρμένιες, ελληνικές, ρουμανικές, ρομά, αλβανικές και εβραϊκές μειονότητες, όπως περιγράφεται από τους Tuncay και Zürcher [8]. Η Αυτοκρατορία εισήλθε σε μια περίοδο εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων, που ονομάζεται Ισλαχάτ, από το 1856 και το 1876 και έγινε συνταγματικό σουλτανάτο υπό τον Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ.

Το 1876, έτος κατά το οποίο μια εξέγερση συγκλόνισε τα ανατολικά Σκόπια, ο ελευθεριακός σοσιαλιστής ποιητής και δημοσιογράφος Χρήστο Μπότεφ, που θεωρείται ως μάρτυρας της βουλγαρικής απελευθέρωσης, σκοτώθηκε στα βουνά πολεμώντας ως αρχηγός ενός αποσπάσματος ανταρτών που αγωνίζονταν κατά του οθωμανικού ιμπεριαλισμού. Ο Μπότεφ είχε αναγκαστεί να ζει σε εξορία στη γειτονική Ρουμανία, όπου είχε επαφές κατά τη διάρκεια του 1869 με τον μηδενιστή Σεργκέι Νετσάγιεφ (κατά την επιστροφή του στη Ρωσία), όπου εκείνη την περίοδο ήταν προσωρινά σύμμαχος του Μπακούνιν, αλλά αν και μία πηγή ισχυρίζεται ότι ο Μπότεφ υποστήριζε τις ιδέες του Μπακούνιν, όπως προκύπτει από τα δείγματα των γραπτών του σε περιοδικά Duma και Zname, που αναφέρεται στον Grancharoff [9] στη σελίδα 1, ο Μπότεφ ήταν περισσότερο οπαδός του Προυντόν και του Φουριέ παρά του Μπακούνιν. Ένας άλλος μάρτυρας του βουλγαρικού απελευθερωτικού αγώνα ήταν ο Βασίλ Λέφσκι (1837-1873) στον οποίο κάνει αναφορά ο Grancharoff στη σελίδα 2, ο οποίος είχε αναφέρει, απαντώντας στο ερώτημα του ποιος θα ήταν τσάρος μετά την απελευθέρωση: “Αν αγωνιστείς για κάποιον τσάρο, τότε ήδη έχεις αποκτήσει και πάλι ένα νέο σουλτάνο». Η Αυτοκρατορία άρχισε να αποσυντίθεται σταδιακά μετά την ήττα της στον πόλεμο κατά της Ρωσίας στο 1877-1878, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια της Βεσαραβίας από τη Ρωσία και της Κύπρου από τη Βρετανία, ενώ έδωσε την ανεξαρτησία τους σε Σερβία, Μαυροβούνιο και Ρουμανία, καθώς και τη δημιουργία μιας αυτόνομης βουλγαρικής επαρχίας -αν και υπό οθωμανική κηδεμονία, που για δεκαετίες στη συνέχεια παρέμεινε ένα πιόνι στη παιχνίδια εξουσίας μεταξύ της Ρωσίας, Αυστρο-ουγγαρίας και των Οθωμανών. Το σουλτανάτο απάντησε με την αναστολή του συντάγματος και αυξανόμενη καταπίεση.

Σε απάντηση σε αυτή την καταστολή και λόγω της επιθυμίας για εθνική απελευθέρωση, στα τέλη του 19ου αιώνα μαρξιστικές και αναρχικές τάσεις αναδύθηκαν μεταξύ των βουλγάρικων, μακεδονικών, ελληνικών και εβραϊκών μειονοτήτων στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας. Μεγάλο μέρος αυτών των δραστηριοτήτων είχαν επίκεντρο την πόλη-λιμάνι της Θεσσαλονίκης, αλλά υπήρξαν επίσης ορισμένες δραστηριότητες στην Κωνσταντινούπολη και αλλού. Το 1878, ο αρμένιος αναρχικός Alphonse Jhéön εκτελέστηκε από την τσαρικούς πράκτορες ύστερα από την ήττα των τούρκων στη Βουλγαρία. Ένα μνημείο για τον ίδιο, που χρηματοδοτήθηκε από κοινού από τις αναρχικές και εθνικιστικές οργανώσεις, στήθηκε στην κεντρική πλατεία της αρμενικής πρωτεύουσας Ερεβάν [10]. Το αρμενικής γλώσσας Hamaink (Κοινοπολιτεία) που κυκλοφόρησε την περίοδο 1880-1894, αρχικά στην Resht της Περσίας (πιθανώς η πόλη Rasht, στο Ιράν, κοντά στη νότια ακτή της Κασπίας θάλασσας, που παρείχε ασφάλεια μιας και βρισκόταν εκτός της οθωμανικής επικράτειας) και αργότερα στο Παρίσι και το Λονδίνο από τον αναρχικό αγωνιστή Alexandre Atabekian, που είχε φιλικές σχέσεις με τους σημαντικότερους αναρχοκομουνιστές θεωρητικούς Πιοτρ Κροπότκιν, Ελιζε Ρεκλύ και Jean Grave. Αυτή ήταν μια ριζοσπαστική τολμηρή πρωτοβουλία, δεδομένου ότι η Περσία ήταν μια περιοχή στην οποία δημιουργήθηκε μόλις ένα κίνημα για συνταγματική μεταρρύθμιση την περίοδο 1906-1912. Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας αναρχικός προσπάθησε να δολοφονήσει τον σπάταλο βασιλιά της Περσίας Shah Mozzafar-al-Din, κατά την διάρκεια ταξιδιού του στο Παρίσι το 1900.

Ο Atabekian κατέβαλε αρκετές προσπάθειες να διακινήσει φυλλάδια αναρχικών στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Νούτσο στο βιβλίο των Tuncay και Zürcher στη σελίδα 79, υπήρχαν συνδρομητές στην Κωνσταντινούπολη του ελληνόφωνου περιοδικού “Άρδην” που κυκλοφόρησε μεταξύ 1885 και 1887, “ένα χαλαρό σύνολο σοσιαλιστικών ιδεών … στο οποίο μια διακριτική προτίμηση για τον ‘αυτόνομο’ σοσιαλισμό του Κροπότκιν θα μπορούσε να διακριθεί». Γύρω στο 1877, σύμφωνα με τον Νούτσο, ο “Δημοκρατικός Λαϊκός Σύνδεσμος Πατρών» στην Ελλάδα, ο οποίος ήταν συνδεδεμένος με την Αναρχική Διεθνή που είχε έδρα στην Ελβετία, «… ήταν ήδη σε επαφή με τους πρώτες σοσιαλιστικούς και συνδικαλιστικούς πυρήνες στην Κωνσταντινούπολη, όπου μπορούσε να φανεί η επιρροή που είχαν σε αυτούς οι ιταλοί πρόσφυγες”.

Η «Μαύρη Διεθνής” και η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία

Στη συνέχεια, οι αναρχικοί της Κωνσταντινούπολης εκπροσωπήθηκαν το 1881 στην ίδρυση της Μαύρης Διεθνούς από τον Ερρίκο Μαλατέστα. Ο Atabekian ήταν επίσης βασικός υποκινητής του ρώσικου αναρχικού κύκλου της Γενεύης, που το 1891 δημοσίευσε μια αναρχική ανάλυση σχετικά με το αρμενικό ζήτημα, που συνδέει την (εθνική) ανεξαρτησία με την κοινωνική επανάσταση. Το 1890, στην Τιφλίδα της Γεωργίας ο Atabekian συνέβαλε στην ίδρυση της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας, μιας υβριδικής οργάνωση αναρχικών, μηδενιστών, εθνικιστικών και σοσιαλιστών επαναστατών που είχαν αποχωρήσει από το αρμενικό εθνικιστικό-μαρξιστικό επαναστατικό κόμμα -που ιδρύθηκε στη Γενεύη το 1887- και πολέμησαν κατά του οθωμανικού ιμπεριαλισμού. Σύμφωνα με τον Anahide Ter Minassian στο βιβλίο των Tuncay και Zürcher στη σελίδα 129, “Ο αναρχισμός δεν είχε ποτέ πολλούς οπαδούς ανάμεσα στους αρμένιους, αν και σύμφωνα με την παράδοση ο Christaphor Mikaelian, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας, ήταν μπακουνικός και παρέμεινε έντονος υποστηρικτής της άμεσης δράσης και ενάντιος του συγκεντρωτισμού όλη του τη ζωή. Ο μοναδικό γνωστός αρμένιος αναρχικός ήταν ο Alexandre Atabekian … «.

Οι ακόλουθες δράσεις αυτών των αναρχικών στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα μέσω της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας, της Παράνομης Μακεδονικής Επαναστατικής Επιτροπής (MTPK) και της Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης (VMRO) στράφηκαν κατά του οθωμανικού ιμπεριαλισμού, αλλά παράλληλα εναντιώνονταν και στον εθνικισμό, με το κείμενο Otmustenie (Εκδίκηση) να υποστηρίζει και καλεί σε μια συμμαχία των απλών μουσουλμάνων εναντίον του οθωμανικού σουλτανάτου.

Ο εβραίος αναρχικός Abraham Frumkin έδρασε στην καρδιά της αυτοκρατορίας. Γεννήθηκε στην Ιερουσαλήμ το 1872, εργάστηκε ως καθηγητής αραβικών και πήγε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει νομικά στο 1891. Μην έχοντας χρήματα, έφυγε για τη Νέα Υόρκη, όπου ήρθε σε επαφή με τον αναρχισμό, και επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη με μεγάλη ποσότητα αναρχικού υλικού το 1894. Κατάφερε να έχει κάποια απήχηση στην εβραϊκή κοινότητα, φέρνοντας περισσότερο υλικό από το Λονδίνο και το Παρίσι, συμπεριλαμβανομένης και της Arbeiter Fraint (Φίλος του εργάτη) από το Λονδίνο. Ο Frumkin και ο Moses Schapiro, ο οποίος είχε γίνει και αυτός αναρχικός, πήγαν στο Λονδίνο το 1896 και δημιούργησαν ένα εκδοτικό οίκο που εξέδιδε αναρχικό υλικό στα εβραϊκά [11].

Επίσης, το 1896 εικοσιέξι ένοπλες γυναίκες και άνδρες της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας κατέλαβαν την Οθωμανική Τράπεζα στην Κωνσταντινούπολη ως μια πράξη προπαγάνδησης του αρμενικού ζητήματος ενάντια στο καθεστώς του Αμπντούλ Χαμίτ. Η δράση ήταν επιτυχής, αλλά ακολούθησαν πογκρόμ εναντίον της αρμενικής κοινότητας. Ο Feroz Ahmad, στη σελίδα 18 του βιβλίου των Tuncay και Zürcher, υποστηρίζει ότι «… Ομάδες όπως η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία, το Σοσιαλδημοκρατικό Αρμένιο Κόμμα και άλλες, μπορούν να θεωρηθούν τόσο αναρχικές, όσο και σοσιαλιστικές, αναφορικά με την αντίθεση τους στο καθεστώς του Χαμίτ μέσω της χρήσης βίαιων και μαχητικών μέσων. Μπορεί επίσης να ενστερνίζονταν τάσεις κρατισμού οι οποίες προϋπαντιόνται στα σοσιαλιστικό κίνημα, ωστόσο τόνιζαν πως η αλληλοβοήθεια και η συνεργασία είναι θεμελιώδεις αρχές της αναδιοργάνωσης και ανασυγκρότησης της κοινωνίας. »

Υποστηρίζει, ωστόσο, ότι το εθνικιστικό κίνημα των Νεότουρκων που ίδρυσε το Κόμμα της Ένωσης και Προόδου (CUP- γνωστοί και ως οι Ενωτικοί), που προέκυψε στο λυκόφως του 19ου αιώνα, επηρεάστηκε από το ρεφορμιστικό ρεύμα γύρω από τον Jean Jaurès της Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας (CGT ) της Γαλλίας, παρά από το αναρχοσυνδικαλιστικό ρεύμα που ήταν τότε κυρίαρχο. Σύμφωνα με τον Khuri-Makdisi [12] στη σελίδα 230, ενώ οι συγγραφείς Hamit Borzarslan και Sükrü Hanigolu είχαν υποστηρίξει σε ξεχωριστά έργα ότι «… η επιρροή του αναρχισμού στην ύστερη οθωμανική πολιτική σκέψη και ειδικά στους Νεότουρκους δεν υπήρξε έντονη, και ως επί το πλείστον επικεντρώθηκε στη χρήση του τερρορισμού και της πολιτικής βίας και όχι στην ανάλυση της ιδεολογία του. Για παράδειγμα και οι δύο συγγραφείς έχουν γράψει για την ύπαρξη ενός σωματείου με έδρα την Κωνσταντινούπολη που ονομαζόταν Türk Anarsistler Cemiyeti (Τουρκική Αναρχική Κοινωνία) το 1901, και έχουν δείξει ότι ένας αριθμός διακεκριμένων οθωμανικών πολιτικών προσωπικοτήτων και στοχαστών, όπως ο Abdullah Cevdet, ο Yahya Kemal και ο Πρίγκιπας Σαμπαχατίν, επηρεάστηκαν από αναρχικούς στοχαστές όπως Ελίζε Ρεκλυ. »

Όμως ο Khuri-Makdisi σημειώνει, στη σελίδα 223, ότι «…Αν και πολλοί Νεότουρκοι είχαν αρχικά δείξει ενδιαφέρον για τις αναρχικές ιδέες -ως επί το πλείστον μέσα από τη λατρεία τους για τη γαλλική επανάσταση, την επιθυμία τους να εκθρονίσουν και να σκοτώσουν ακόμη και τον Αμπντούλ Χαμίτ, και τον ενστερνισμό του βιολογικού υλισμού -σύντομα έχασαν αυτό τους ενδιαφέρον και ανέπτυξαν ένα βαθύ φόβο προς τον αναρχισμό και τις ιδέες σχετικά με τις ιδέες του που σχετίζονταν με την έμφαση στην δύναμη και εξουσία των ίδιων των μαζών, την εξάλειψη των πολιτικών κομμάτων, και την καταστροφή του κράτους.

Το αρμενικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα (ASDWP), που ιδρύθηκε στο Μπακού το 1903, είχε έναν εθνικιστικό προσανατολισμό και πολεμήθηκε από τους αρμένιους που δεν είχαν επηρεαστεί από τους μπολσεβίκους, οι οποίοι ήταν εχθρικοί προς το σχέδιο για τη δημιουργία μιας ανεξάρτητης Αρμενίας. Η Αρμενική Επαναστατική Ομοσπονδία εξέδωσε ένα σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα το 1907 και εντάχθηκε στη Δεύτερη Διεθνή το ίδιο έτος, χάνοντας κάθε αναρχικό περιεχόμενο που είχε προηγουμένως.

Αναρχικοί αντιιμπεριαλιστές αντάρτες στη Θράκη: O Mikhail Gerdzhikoff και η Κομμούνα του Czarevo

Το βουλγαρικό αναρχικό κίνημα αναπτύχθηκε μέσα από τις πρώτες του ομάδες το 1890 – και έγινε σημείο εκκίνησης για μια σειρά από αναρχικές αντιιμπεριαλιστικές δραστηριότητες κατά των Οθωμανών, ιδιαίτερα σχετικά με την υποστήριξη της μακεδονικής ανεξαρτησίας. Το 1893, οι Βουλγαρικές Μακεδονικές Επαναστατικές Επιτροπές της Αδριανούπολης (BMERC) ιδρύθηκαν στο λιμάνι της πόλης της Θεσσαλονίκης, θέτοντας τις βάσεις για έντονες αναταραχές και εξεγέρσεις στην περιοχή. Από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας τους, οι BMERC είχαν δύο κύριες παρατάξεις: μια δεξιά πτέρυγα που υποστήριζε τη βουλγαρική προσάρτηση της Μακεδονίας με βάση τις πολιτιστικές και γλωσσικές ομοιότητες μεταξύ αυτών των νότιων σλαβικών εθνών, και μια αριστερά πτέρυγα που υποστήριζε την αυτονομία της Μακεδονίας. Διάφοροι βούλγαροι αναρχικοί μέλη του λεγόμενου «Κύκλου της Γενεύης”, όπως ο Mikhail Gerdzhikoff (1877-1947), εκ των ιδρυτικών μελών της Μακεδονικής Παράνομης Επαναστατικής Επιτροπής (MTPK) το 1898, που είχε ως σύνθημα της το “Otmustenie” (Εκδίκηση), διαδραμάτισαν βασικό ρόλο στον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα.

Η καταστολή ως αντίποινα από την οθωμανική αστυνομία το 1897 εναντίον των BMERC ριζοσπαστικοποίησε την οργάνωση, στρέφοντάς την προς τον ένοπλο αγώνα. Μέχρι το 1903, o Gerdzhikoff ήταν ένας από τους διοικητές των ανταρτών στην ένοπλη πτέρυγα της MTPK, η οποία ονομαζόταν “Κύριο Σώμα Μάχης” (LCB), που βοήθησε στην οργάνωση μιας εξέγερσης εναντίον των Οθωμανών στη Θράκη. Τουλάχιστον 60 αναρχικοί όπως ο Nicholas Deltchev και ο Jules Cesar-Rosenthal έδωσαν τη ζωή τους στη μεγάλη μακεδονική εξέγερση του ίδιου έτους, η οποία είναι επίσης γνωστή ως η εξέγερση του Ilinden-Preobrazhenie σύμφωνα με τις ημερομηνίες του γρηγοριανού ημερολόγιου. Σε αυτή την εξέγερση οι αναρχικοί έκαναν μια προσπάθεια να επεκτείνουν τον αγώνα προς μια επαναστατική κατεύθυνση, με σκοπό να μετακινήσουν τον αγώνα πέρα από τα όρια της «ανεξαρτησία της σημαίας» προς την κοινωνική επανάσταση των εργατών και των φτωχών. Οι δυνάμεις του Gerdzhikoff MTPK/LΟΒ, που αποτελούνταν από μόνο 2.000 περίπου αντάρτες, οπλισμένους με παλιά τουφέκια και αντιμετώπιζαν μια τουρκική φρουρά από 10.000 καλά οπλισμένους στρατιώτες, κατάφεραν να εδραιώσουν μια απελευθερωμένη ζώνη στην οροσειρά Στράντζα της Θράκης, με επίκεντρο την Κομμούνα του Czarevo (Βασιλικό). Η θρακική εξέγερση [13] συνέπεσε με την δημιουργία μιας άλλης μακεδονικήςς ομάδας που ήταν απόγονος των BMERC, η οποία είναι γνωστή ως “Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση” (VMRO), στην οποία άλλοι αναρχικοί έπαιξαν βασικό ρόλο εντός του αριστερού τμήματος της οργάνωσης που τασσόταν υπέρ της ανεξαρτησίας.

Αναρχικοί αντιιμπεριαλιστές αντάρτες στη Μακεδονία: Η VMRO & οι Κομμούνες στα Βουνά των Βλάχων
Έχοντας στενούς δεσμούς με τους ρώσους σοσιαλεπαναστάτες, η VMRO οργάνωσε μυστικά μια αντάρτικη δύναμη περίπου 16.000 μελών σε ολόκληρη τη Μακεδονία και στις 20 Ιουλίου 1903 ξεκίνησε συγχρονισμένες αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε ιμπεριαλιστικούς στόχους. Οι επιθέσεις και οι δράσεις της οργάνωσης περιλαμβάνουν περιοχές των σημερινών Σκοπίων, της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας. Οι αντάρτες ίδρυσαν την Κομμούνα του χωριού Kruševo, υπό τις οδηγίες του σοσιαλιστή Nicola Karev, ο οποίος ήταν δάσκαλος, καθώς και παρόμοιες δομές στα χωριά Neveska και Klisura, όλα στα βουνά των Βλάχων. Τρόφιμα, παπούτσια, ιατρική βοήθεια και πυρομαχικά διανέμονταν στους κάτοικους των χωριών οι οποίοι εξέλεγαν μια συντονιστική επιτροπή με ίση εκπροσώπηση από τις βουλγαρικές, βλάχικες και ελληνικές εθνικές κοινότητες. Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της εξέγερσης ήταν ότι οι τούρκοι άποικοι δεν δέχθηκαν καμία επίθεση. Επίσης σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ρώσοι και ιταλοί αναρχικοί πολέμησαν στο πλευρό των ανταρτών. Παρά το γεγονός ότι η εξέγερση συνθλίφθηκε βίαια (με τον ομαδικό βιασμό εκατοντάδων γυναικών από στρατιώτες και με 15.000 νεκρούς) και στη Μακεδονία και τη Θράκη από τούρκικα στρατεύματα που αριθμούσαν 40.000 με την υποστήριξη από το ιππικό και το πυροβολικό, αυτή η εμπειρία έδωσε όχι μόνο στο λαό της Μακεδονίας μια γεύση της αληθινής κοινωνικής επανάστασης, αλλά ήταν ένα από τα τελευταία χτυπήματα που σφράγισε τη μοίρα της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Grancharoff υποτιμά ιδιαιτέρα τη φιλότιμη προσπάθεια των μακεδόνων, λέγοντας στη σελίδα 3 ότι «πολλή ενέργεια σπαταλήθηκε σε αυτό το κίνημα, ενώ το θέμα της αναρχικής οργάνωσης στο εσωτερικό της χώρας αγνοήθηκε,» και ότι «ο αγώνας είχε υπονομευθεί και χειραγωγηθεί από τη βουλγαρική μοναρχία”. Αλλά μια αναρχoκoμμουνιστική εκτίμηση των γεγονότων του 1948 το θέτει ως εξής:

«…Ένα μεγάλο μέρος των δράσεων και των ενεργειών τους [των βουλγάρων διανοουμένων και του προλεταριάτου] επικεντρώθηκε στο εθνικό-επαναστατικό αγώνα της Μακεδονίας. Έτσι, τo βουλγαρικό επαναστατικό κίνημα στερήθηκε αρκετούς θαρραλέους άνδρες [sic], μια πολύ σοβαρή απώλεια, αλλά παρ΄ όλα αυτα οι ενέργειες τους αποτέλεσαν μια πολύτιμη συμβολή στους βαλκανικούς αγώνες για την απελευθέρωση. Οι πρωτοπόροι του κινήματος αυτού ήταν αναρχικοί και ο βουλγαρικός λαός γνωρίζει ότι το μακεδονικό εθνικό-επαναστατικό κίνημα αποτελεί κατά βάση έργο των βούλγαρων αναρχικών, των οποίων η σαφής κατανόηση του εθνικο-επαναστατικού κινήματος δεν τους επέτρεψε ποτέ να απομονώσουν τον αγώνα για εθνική απελευθέρωση της Βουλγαρίας από τον κοινωνικό αγώνα.»

Έτσι, όπως λέει ο Grancharoff, «μικρές [αναρχικές] ομάδες συνέχισαν να λειτουργούν παράνομα” και συνεχίστηκε η σποραδική δράση των ανταρτών της MTPK μέχρι περίπου το 1915, αλλά η Μακεδονία παρέμεινε διαιρεμένη μεταξύ της Σερβίας, της Ελλάδας και τη Βουλγαρίας και απέκτησε την ανεξαρτησίας της μόλις το 1991. Σύμφωνα με τον Yalimov στο βιβλίο των Tuncay και Zürcher στη σελίδα 95, στο Βουλγαρικό Εργατικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (BWSDP) εμφανίστηκε «… το 1905, μια αναρχο-φιλελεύθερη ομάδα, η οποία ήταν αντίθετη στο συγκεντρωτισμό του κόμματος και υποστήριζε την ανεξαρτησία των συνδικάτων. Παρόμοιες απόψεις αντικατοπτρίζονται στις οργανώσεις της οθωμανικής αυτοκρατορίας, στις οποίες οι βούλγαροι Σοσιαλιστές είχαν επιρροή.»
To τι ακριβώς εννοεί με τον όρο «αναρχο-φιλελεύθερος” ο Yalimov είναι κάτι το ασαφές, αλλά η αναφορά του στην αποκεντρωτική, συνδικαλιστική πολιτική τους φαίνεται να συμφωνεί περισσότερο με την ευρύτερη αναρχική παράδοση και όχι με κάποιο περίεργο (πολιτικό) υβρίδιο, όπως υποδηλώνει ο όρος, και απηχεί την ανάδυση των αναρχικών μέσα από σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε άλλες χώρες, όπως η Γερμανία. Το 1906, εμπνευσμένα από την ρωσική εξέγερση, εμφανίστηκαν τα πρώτα βουλγαρικά αναρχικά περιοδικά: οι Αναρχικοί και η Svobodna Misl (ελεύθερη σκέψη). Η εξέγερση, όμως, είχε ως αποτέλεσμα την διαίρεση του BWSDP σε ένα μενσεβίκικου τύπου ρεφορμιστικό Shiroki Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα και σε ένα μπολσεβίκικου τύπου Tensi Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, που και τα δύο αγνοούσαν την εκτεταμένη πλειοψηφία των αγροτών της Βουλγαρίας για να επικεντρωθούν στο αριθμητικά πολύ μικρότερο βιομηχανικό προλεταριάτο της χώρας. Βούλγαροι αντιπρόσωποι ήταν παρόντες μαζί με κροάτες, τσέχους και πολωνούς συντρόφους στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο στο Άμστερνταμ το 1907, το οποίο κατέληξε σε μια σαφή διεθνή στροφή μακριά από τον εξεγερτισμό -και μέσα σε τρία χρόνια, οι πρώτες αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις της Βουλγαρίας ιδρύθηκαν, με ένα μαζικό αναρχοκομμουνιστικό κίνημα να ιδρύεται το 1919 [14].

Το Δίκτυο Muja‘is, Η Επανάσταση των “Νεότουρκων” το 1908 και η Εργατική Ομοσπονδία της Θεσσαλονίκης
To 1907 ήταν επίσης η χρονιά κατά την οποία δημιουργήθηκε ένα ριζοσπαστικό συριανό-λιβανέζικο δίκτυο με επίκεντρο τον Daud Muja’is – εκδότης των αραβικών περιοδικών al Nur (Το Φως) της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο (1904-1908), και al Hurriyya (Ελευθερία) της Βηρυτού (1909-1910)- το οποίο οργάνωσε τον εορτασμό της πρωτομαγιάς, στην πόλη του Dbayeh κοντά στη Βηρυτό. Το δίκτυο του Muja’is άρχισε επίσης την λειτουργία αναγνωστήριων και δωρεάν νυχτερινών σχολείων στο όρος Λίβανος, το οποία έγινε κομβικό σημείο για τη διάδοση των ριζοσπαστικών ιδεών. Ο Ibrahim Yalimov στο βιβλίο των Tuncay και Zürcher στη σελίδα 91, σημειώνει ότι η εργατική τάξη της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν πολύ μικρή, λόγω της βιομηχανικής καθυστέρησης και υπανάπτυξης, αριθμώντας μόλις 100.000 σε ολόκληρη την αυτοκρατορία πριν το 1914 (σε σύγκριση με το συνολικό πληθυσμό αυτοκρατορική των 18,5 εκατομμυρίων, με εξαίρεση την Αραβία, κατά το έτος αυτό), και συγκεντρωνόταν στα κύρια αστικά κέντρα της Κωνσταντινούπολης, της Θεσσαλονίκης, της Σμύρνης, της Καβάλας και της Βηρυτού. Ο Ahmad, στη σελίδα 15, υποστηρίζει ότι, επειδή δεν υπήρχε «ακόμη καμία σημαντική εργατική τάξη -είτε αριθμητικά μεγάλη ή μαχητικά συνειδητοποιημένη” στην οθωμανική αυτοκρατορία “οι απεργίες και τα μποϊκοτάζ που ακολούθησαν την επαναφορά του

Advertisements

Το Κουρδικό Ζήτημα: Υπό το πρίσμα των Αναρχικών Αντιστάσεων στην Καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1880-1923

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s