Ο Μικέλης Άβλιχος – ποιητής και λόγιος- γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς το 1844. Παρέμεινε στο Ληξούρι μέχρι και την αποφοίτηση του από το Πετρίτσειο λύκειο και υστέρα συμπλήρωσε τη φιλοσοφική και φιλολογική του μόρφωση στη Βέρνη της Ελβετίας αλλά και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης (Παρίσι, Ζυρίχη, Ρώμη, Φλωρεντία , Τορίνο). Από παιδική ηλικία βρέθηκε σε ένα περιβάλλον όπου δέχτηκε την επίδραση του Ανδρ. Λασκαράτου, Ανδρ. Μορφερράτου, των Ριζοσπαστών και σε εφηβική ηλικία ενθουσιάζεται με τον αγώνα των Ριζοσπαστών και συνδέεται φιλικά μαζί τους. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Βέρνη, όπου τελείωσε και τις σπουδές του, ήρθε σε επαφή με τους Ρώσους αναρχικούς εξόριστους Μιχαήλ Μπακούνιν και Κροπότκιν όπου και ασπάστηκε τις ελευθεριακές απόψεις τους. Η ποίηση του ακολουθεί την επτανησιακή παράδοση (όπου μάλιστα είναι και ο τελευταίος αυτής) και είναι επηρεασμένη από τον επίσης επτανησιώτη Ανδρ. Λασκαράτο.
Ο λόγος του ήταν επαναστατικός και αντίθετος με το κοινωνικό καθεστώς και τις κυρίαρχες αξίες της εποχής του. Όπως χαρακτηριστικά τονίσε στο επικήδειο άρθρο του για τον Άβλιχο ο Κωστής Παλαμάς: «Διέκειτο δυσμενώς προς το υφιστάμενον κοινωνικόν καθεστώς και εμίσει την στρατοκρατίαν και τον πόλεμον». Μέσω των ποιημάτων του, ο Άβλιχος επιγραμματοποιεί κάθε υπόθεση κοινωνικού και πολιτικού περιεχομένου προσδίδοντας άλλοτε σαρκαστικό, άλλοτε ειρωνικό άλλοτε σατιρικό – και όχι μόνο – χαρακτήρα. Χαρακτηρίζεται αθεϊστής, θεωρητικά αναρχικός και ριζοσπάστης.
Το 1877 ύστερα από τις δεκαετείς σπουδές στην Ευρώπη, για λόγους υγείας έμεινε στην Κέρκυρα και σε ηλικία 34 χρονών εγκαταστάθηκε οριστικά στο Ληξούρι.
Αν και ταξίδευε αρκετά, παρέμεινε τύπος ανθρώπου που επιθυμεί να ζήσει και να πεθάνει στον τόπο που γεννήθηκε. Τα ποιήματα του δημοσιεύτηκαν μετά τον θάνατο του και πολλά από αυτά μελοποιήθηκαν. Η διάσωση τους οφείλεται στον Μικέλη Τζανάτο, ο οποίος βοηθούσε τον Άβλιχο στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Πέθανε στο Ληξούρι το Νοέμβριο του 1917.

Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 2, αρχές 2006, του αναρχικού περιοδικού «Αντιδόγμα» της Αναρχική Ομάδας «Ρωγμή του Υπάρχοντος» από το Ναύπλιο.
ΕΙΣ ΔΙΚΑΣΤΑΣ

Ω σεις, που θέσιν έχετε υψηλή,
που κρίνετε του κόσμου τ” αδικήματα,
που νεύετε κι ανοίγει η φυλακή
ελεύθεροι να κάνετε ατοπήματα,

που τη ζωή το χέρι σας κρατεί
κάθε πολίτη την τιμή, τα χτήματα,
ακούσετε της Μούσας τη φωνή
που δε φοβάται φυλακή, προστίματα:

Το ζύγι της η Θέμις δε σας δίνει,
σαν άχυρο το δίκιο να ζυγίζετε
για να “χετε καιρό για το σεργιάνι.

Κι αν δε διψάτε για δικαιοσύνη
την πλάστιγγα κάνετε τηγάνι,
που μέσα εκεί τον κόσμο να τηγανίζετε.

Ο ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΨΕΥΤΟΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ

Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο
που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά
το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο
που η δυστηχία των άλλων τού γεννά.

Το φθονερό του μάτι το σβησμένο
που δείχνει βουλιμιά για συμφορά
μας εξηγούν γιατ” είναι διψασμένο
τ’ αχείλι του και πόλεμο ζητά.

Διψάει να ιδεί στα μαύρα φορεμένους
πατέρες και μαννάδες που μισεί,
να τους ιδεί στα δάκρυα τους πνιγμένους:

Θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο υπέρ Πατρίδος σκούζει, κράζει
Όρνιο, που για κουφάρια αναστενάζει!

Advertisements

ΜΙΚΕΛΗΣ ΑΒΛΙΧΟΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s