Η ουτοπία βρίσκεται στον ορίζοντα.
Πλησιάζω δυο βήματα,
φεύγει δυο βήματα μακριά.
Περπατώ δέκα βήματα κι ο ορίζοντας
τρέχει δέκα βήματα πιο πέρα.

Όσο πολύ κι αν περπατώ,
ποτέ δε θα την φτάσω.
Σε τι χρησιμεύει η ουτοπία;
Σ’ αυτό χρησιμεύει: για να περπατώ.
Φερνάντο Μπίρι
(Εντουάρντο Γκαλεάνο, “Παράθυρο στην ουτοπία”)

La utopía está en el horizonte.
Me acerco dos pasos,
ella se aleja dos pasos.
Camino diez pasos y el horizonte
se corre diez pasos más para allá.

Por mucho que camine,
nunca la alcanzaré.
¿Para qué sirve la utopía?
Para eso sirve: Para caminar.
Fernando Birri
(Eduardo Galeano, “Ventana sobre la utopía”)

Οι Ασήμαντοι

Ονειρεύονται οι ψύλλοι πως αγοράζουν έναν σκύλο
και ονειρεύονται οι ασήμαντοι ότι ξεφεύγουν απ’ τη φτώχεια,
ότι κάποια μέρα μαγική
βρέxει καλή τύχη από το πουθενά
ότι βρέχει με τα καντάρια καλή τύχη•
αλλά η καλή τύχη δεν πέφτει χθες, ούτε και σήμερα,
ούτε αύριο, ούτε ποτέ,
ούτε ψιχάλα καλής τύχης δεν πέφτει από τον ουρανό,
όσο πολύ κι αν οι ασήμαντοι την καλούν
και παρόλο που τους ξύνει το αριστερό τους χέρι,
ή σηκώνονται με το δεξί,
ή ξεκινούν τη νέα χρονιά αλλάζοντας τη σκούπα.

Οι ασήμαντοι: τα παιδιά του κανενός,
οι ιδιοκτήτες του τίποτα.
Οι ασήμαντοι: τα μηδενικά, οι εκμηδενισμένοι,
τρέχοντας σαν τα κουνέλια, πεθαίνοντας μες στη ζωή, στυμμένοι,
διπλοστυμμένοι:

Που δεν είναι, ακόμα και ας είναι.
Που δε μιλούν γλώσσες, αλλά διαλέκτους.
Που δεν πρεσβεύουνε θρησκείες, αλλά δεισιδαιμονίες.
Που δεν κάνουν τέχνη, αλλά χειροτεχνίες.
Που δεν ασκούν πολιτισμό, αλλά φολκλόρ.
Που δεν είναι όντα ανθρώπινα, αλλά ανθρώπινο δυναμικό.
Που δεν έχουν πρόσωπο, αλλά χέρια.
Που δεν έχουν όνομα, αλλά αριθμό.
Που δεν καταγράφονται στην παγκόσμια ιστορία,
αλλά στις αστυνομικές στήλες των τοπικών εφημερίδων.
Οι ασήμαντοι,
που κοστίζουνε λιγότερο
από τη σφαίρα που τους σκοτώνει.
Los Nadies

Sueñan las pulgas con comprarse un perro
y sueñan los nadies con salir de pobres,
que algún mágico día
llueva de pronto la buena suerte,
que llueva a cántaros la buena suerte;
pero la buena suerte no llueve ayer, ni hoy,
ni mañana, ni nunca,
ni en lloviznita cae del cielo la buena suerte,
por mucho que los nadies la llamen
y aunque les pique la mano izquierda,
o se levanten con el pie derecho,
o empiecen el año cambiando de escoba.

Los nadies: los hijos de nadie,
los dueños de nada.
Los nadies: los ningunos, los ninguneados,
corriendo la liebre, muriendo la vida, jodidos,
rejodidos:

Que no son, aunque sean.
Que no hablan idiomas, sino dialectos.
Que no profesan religiones,
sino supersticiones.
Que no hacen arte, sino artesanía.
Que no practican cultura, sino folklore.
Que no son seres humanos,
sino recursos humanos.
Que no tienen cara, sino brazos.
Que no tienen nombre, sino número.
Que no figuran en la historia universal,
sino en la crónica roja de la prensa local.
Los nadies,
que cuestan menos
que la bala que los mata.

Eduardo Galeano

Ουρουγουανός συγγραφέας και δημοσιογράφος, μία από τις πιο διεισδυτικές αντικαπιταλιστικές και αντιιμπεριαλιστικές φωνές της Λατινικής Αμερικής αλλά και ολόκληρου του κόσμου.

Το έργο του πολυποίκιλο και η σκέψη του ρηξικέλευθη. Έγραψε πολλά έργα με πιο γνωστό τις ‘’Ανοιχτές Φλέβες της Λατινικής Αμερικής’’ που χάρισε ο αποθανών πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες στον Ομπάμα το 2009 στην Σύνοδο της Αμερικής.

Άξιο παιδί της λαομάνας Λατινικής Αμερικής, αλλά και αδερφός, πατέρας και μάνα ο ίδιος των ανθρώπων της από άκρη σε άκρη. Το αντίθετο του ελιτίστικου διανοουμενισμού και της δήθεν ουδέτερης στάσης της δήθεν σύγχρονης διανόησης που προτιμάει να πουλήσει τη ψυχή της στον διάβολο, αρκεί να μη ταυτιστεί με το μίασμα του ‘’λαϊκισμού’’.

’Η ιστορία δε λέει ποτέ αντίο’’, είπε κάποια στιγμή. ‘’Η ιστορία σου λέει μόνο, θα τα πούμε αργότερα’’.

Όπως είχε δηλώσει ο ίδιος, είχε εμμονή με τη μνήμη, τη θύμηση του παρελθόντος της Αμερικής και ειδικά της Λατινικής Αμερικής.

‘’Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μήπως όλου υποφέρουμε από αμνησία. Έγραψα για να ανακαλέσω τη μνήμη του ανθρώπινου ουράνιου τόξου, που βρίσκεται σε κίνδυνο ακρωτηριασμού’’, έγραψε σε συνέντευξή του στον Guardian

Στο τελευταίο του έργο ‘’Οι μέρες αφηγούνται’’ (στα ελληνικά Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ 2012), συμπύκνωσε λιτά και εύστοχα στοχασμούς και ερωτήματα, συνδέοντάς τα με κάθε μία ξεχωριστή μέρα του χρόνου.

Μία από αυτές τις μέρες, η 13 Απριλίου 2015, ήταν η τυχερή που τον πήρε στην αγκαλιά της για πάντα.

Για εκείνη τη μέρα, είχε γράψει τα παρακάτω, μιλωντας και πάλι για μια ανοιχτή πληγή και φλέβα στη Λατινική Αμερική:

13 Απριλίου

Επειδή δεν καταλάβαμε

Το 2009, μπροστά στο μοναστήρι του Μανί, στην επαρχία Γιουκατάν, σαράντα δύο φραγκισκανοί μοναχοί τέλεσαν λειτουρ­γία ζητώντας άφεση από τον πολιτισμό των Ινδιάνων:

«Ζητούμε συγγνώμη από τον λαό των Μάγια, γιατί δεν καταλά­βαμε την κοσμοθεωρία τους, τη θρησκεία τους, και γιατί απαρνη­θήκαμε τις θεότητες τους. Επίσης, γιατί δεν σεβαστήκαμε τον πολι­τισμό τους, γιατί τους επιβάλαμε επί αιώνες μια θρησκεία που δεν την καταλάβαιναν, θεωρήσαμε σατανικά έργα τις θρησκευτικές τελετές τους, ενώ διαδώσαμε και γράψαμε ότι πήγαζαν από τον διά­βολο, και ότι τα είδωλα τους ήταν η προσωποποίηση του Σατανά.»

Τεσσερισήμισι αιώνες νωρίτερα, σε αυτό ακριβώς το σημείο, ένας άλλος φραγκισκανός μοναχός, ο Ντιέγκο ντε Λάντα, είχε κάψει τα βιβλία των Μάγια, που φύλαγαν οχτώ αιώνες συλλο­γικής μνήμης.

eduardo-galeano

Σε συνέντευξή του είχε δηλώσει: «Όχι μόνο οι ΗΠΑ, αλλά και μερικές ευρωπαϊκές χώρες έχουν σπείρει δικτατορίες σε όλο τον κόσμο. Και νιώθουν ότι θα μπορούσαν να διδάξουν τι σημαίνει δημοκρατία».

Επιλέγουμε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο του που σχετίζεται με το ποδόσφαιρο και που στα ισπανικά λέγεται «El fútbol a sol y sombra» δηλαδή ¨ποδόσφαιρο μεταξύ ήλιου και σκιάς¨ (πολύ πιο ταιριαστός ο τίτλος παρά την εγχώρια εκδοχή του).

Έχει να κάνει με τους δυο μεγάλους αντιπάλους του τελικού του Π.Κ. του 1950, τον Obdulio Varela & το Zizinho.

 Ο αγαπημένος μου εχθρός

Ήταν λευκή η φανέλα της Εθνικής Βραζιλίας. Αλλά από τη στιγμή που στο Μουντιάλ του 1950 αποδείχτηκε άτυχη, δεν ξαναφορέθηκε το λευκό χρώμα.

Ο τελικός είχε λήξει. Η Ουρουγουάη ήταν η Παγκόσμια Πρωταθλήτρια κι οι φίλαθλοι δεν θα έφευγαν. Διακόσιοι Χιλιάδες Ουρουγουανοί είχαν μείνει αγάλματα στις θέσει του Σταδίου Μαρακανά.

Στον αγωνιστικό χώρο ένας αριθμός παιχτών που έδειχναν σαν περιπλανώμενοι. Ανάμεσά τους οι δυο καλύτεροι που διασταυρώθηκαν οι δρόμοι τους, ο (Ουρουγουανός) Οbdulio κι ο (Βραζιλιάνος) Ζizihno. Koίταξε ο ένας τον άλλον.

Ήταν πολύ διαφορετικοί.Ο Οbdulio , o νικητής, ήταν φτιαγμένος από ατσάλι. Ο Zizihno,ο ηττημένος, ήταν φτιαγμένος από μουσική. Αλλά ήταν εξίσου πολύ όμοιοι · κι οι δυο είχαν παίξει σχεδόν σε ολόκληρο το τουρνουά τραμαυτίες, μια φλεγμονή στον αστράγαλο στην μια περίπτωση, ένα πρησμένο γόνατο στην άλλη και κανένα παράπονο δεν είχε ακουστεί από τους δυο τους.

Και με τη λήξη του αγώνα, δεν ήξεραν αν έπρεπε να δώσουν ο ένας στον άλλον, μια αγκαλιά ή μια γροθιά!

Χρόνια αργότερα, ρώτησα τον Obdulio:

– Bλέπεις καθόλου τον Zizihno;

– Ναι. Μια στο τόσο. Κλείνουμε τα μάτια μας και βλέπουμε ο ένας τον άλλον.

Advertisements

Eduardo Galeano

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s