Το κουδούνι σας γράφει «Νικολέτα Τσάπρα», το οποίο είναι και το πραγματικό σας όνομα. Αργυρώ-Νικολέτα. Αλλά είναι πολύ μεγάλο για να το γράφω ολόκληρο! Αργυρώ-Νικολέτα λοιπόν. Έτσι προέκυψε το «Αρλέτα»; Ναι, ο νονός μου το σκέφτηκε αυτό το όνομα. Από μικρή με φωνάζουν έτσι. Δεν πρόκειται δηλαδή για καλλιτεχνικό όνομα. Όχι. Αυτό ήταν το όνομά μου πάντα. Εκτός αν έκανα κάτι πολύ ζαβό, οπότε και με φώναζαν στο σχολείο με το επίθετό μου.

Πόσα χρόνια μένετε στην Κυψέλη;

Δεν είναι πολλά. Εγώ όλη τη ζωή μου την έχω ζήσει στο «τρίγωνο του θανάτου» κορίτσι μου…Γεννήθηκα και μεγάλωσα μέχρι την εφηβεία μου στην Αγ. Κωνσταντίνου, δηλαδή στο σημερινό Μεταξουργείο, και μετά μετακόμισα στο κοσμικό προάστιο των Εξαρχείων, όπου και έμεινα σχεδόν σε όλη την υπόλοιπη ζωή μου. Λατρεύω τα Εξάρχεια. Θεωρώ ότι πατρίδα μου είναι τα Εξάρχεια. Η καταγωγή μου είναι από τη Λιβαδειά Ορχομενού. Τώρα «μετανάστευσα» εδώ στην Κυψέλη. Κι εγώ μετανάστης είμαι.

Το βιώσατε ως μετανάστευση δηλαδή, όταν φύγατε από τα Εξάρχεια…

Όταν έχεις ζήσει 50 χρόνια σε ένα μέρος και σε ένα σπίτι, κάπως έτσι νιώθεις…

Τα παιδικά σας χρόνια πώς ήταν;

Πιστεύω ότι ήταν πολύ καλά. Είχα πολύ καλούς γονείς. Ο πατέρας μου ασχολιόταν μαζί μου, παρόλο που ο χρόνος του ήταν πολύ περιορισμένος. Εσείς μπορεί να μην το ξέρετε, αλλά τότε ελεύθερη μέρα ήταν μόνο η Κυριακή, δεν υπήρχε το Σαββατοκύριακο. Είχε ασχοληθεί και με την αδερφή μου και με μένα πάρα πολύ. Και του χρωστάω το τραγούδι και την αγάπη μου για τα βιβλία. Η μητέρα μου, απ’την άλλη, ήταν ο στυλοβάτης του σπιτιού μας. Αν δεν ήταν εκείνη, νομίζω ότι δε θα την είχαμε βγάλει καθαρή! Ο πατέρας μου ήταν πολύ ιδεολόγος, και η πολλή ιδεολογία σε αυτόν τον κόσμο βλάπτει πάρα πολύ. Πόσο μάλλον όταν εκείνος ήταν και γιατρός ιδεολόγος – πολύ βαρύ.

Η μουσική πώς μπήκε στη ζωή σας; Τι ερεθίσματα είχατε;

Εγώ έμαθα να τραγουδάω από τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν γιατρός αλλά και ένας εξαιρετικός τραγουδιστής. Το τραγούδι λοιπόν προέκυψε κατευθείαν, από τότε που ήμουν παιδί. Άρχισα πιάνο σε πολύ μικρή ηλικία και τραγουδούσα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Όπως τραγουδούσαν και ο πατέρας μου και η αδερφή μου. Εγώ ήμουν τελευταία σε αυτή τη σειρά, γιατί είχα την πιο αδύνατη φωνή απ’τους τρεις μας. Οι άλλοι είχαν και δυνατές φωνές. Έτσι πέρασα όλα τα παιδικά μου χρόνια, τραγουδώντας, αλλά και κατορθώνοντας πράγματα τραγουδώντας. Δηλαδή της μητέρας μου της άρεσε να κλαίει, εγώ την έκανα να κλαίει με το τραγούδι μου και εκείνη μου έκανε όλα τα χατίρια!

Στο σπίτι τι μουσική έπαιζε συνήθως;

Ένα ραδιόφωνο, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ούτε πικάπ ούτε τίποτα. Είχαμε ένα μεγάλο ραδιόφωνο, θυμάμαι, το οποίο έπαιζε ρομάντζες και οπερέτες – τότε δεν έπαιζαν λαϊκά τραγούδια τα ραδιόφωνα – και, πολύ σπάνια, δημοτικά. Αλλά τα δημοτικά τα άκουγα όταν πήγαινα στο χωριό και μου άρεσαν πάρα πολύ. Τα τραγουδούσε κι ο πατέρας μου. Εγώ ουσιαστικά έμαθα να τραγουδάω με δημοτικά και οπερέτες.

Δε μου αρέσει να επιβάλλω, αλλά να υποβάλλω τα πράγματα, να τα ανακαλύπτουν οι άνθρωποι από μόνοι τους. Δε μου αρέσει να τους τα «χώνω» ντε και καλά, να τους λέω «φάτε τα και δείτε τι ωραία που είναι».

Θα θέλατε πριν προχωρήσουμε να προσθέσετε κάτι άλλο για εκείνη την περίοδο;

Δε θα το ήθελα, γιατί θα πω πράγματα που είναι πολύ πικρά, και αρκετή πίκρα έχουμε αυτόν τον καιρό. Γεννήθηκα αμέσως μετά από τον πόλεμο και έχω μνήμες από πράγματα, τα οποία είναι πάρα πολύ δυσάρεστα. Το σπίτι μας ήταν και κέντρο διερχομένων, λόγω της δουλειάς του πατέρα μου και της θέσης του απέναντι στη δουλειά του. Επομένως έχω δει από μικρή ηλικία πολλή δυστυχία, η οποία με συνοδεύει κατά κάποιον τρόπο.

Να πούμε κάτι ευχάριστο τότε! Στις 5 Οκτωβρίου πρόκειται να γιορτάσετε στο Ηρώδειο τα 45 χρόνια της μουσικής σας πορείας.

Ας ελπίσουμε ότι θα είναι τότε, γιατί όλο μετακινείται η ημερομηνία λόγω των απεργιών. Ναι, προσπαθώ να κάνω μία επετειακή συναυλία εδώ και 5 χρόνια. Από τα 40 πάω στα 45 – ελπίζω να μην πάω στα 50! Πάντως δε πίστευα ποτέ μου ότι θα έφτανα να τραγουδάω τόσα χρόνια, ούτε πίστευα ότι θα τραγουδάω τώρα. Αλλά τώρα μου αρέσει πιο πολύ από όσο μου άρεσε όταν πρωτοξεκίνησα. Τότε δε μου άρεσε καθόλου. Ξαφνικά βρέθηκα να τραγουδάω για τον κόσμο, ενώ εγώ ήμουν κλεισμένη στο καβούκι μου. Ήμουν πολύ κλειστός άνθρωπος, σχεδόν αντικοινωνική θα έλεγα.

Δεν έδινα ποτέ αυτόγραφα με τη φωτογραφία μου. Δε μπορώ να καταλάβω πώς μπορώ να υπογράφω τη φάτσα μου και να τη δίνω. Ποια είμαι, η Παναγία Σουμελά; Αν είναι έτσι πάντως, προτιμώ το Δία, την Αθηνά, τον Πάνα και το Διόνυσο…

Δηλαδή προτιμούσατε τότε να παίζετε μόνη σας μουσική και όχι μπροστά σε κόσμο;

Όταν ήμουν μικρή κρυβόμουν πάντα πίσω από τους «προστάτες» μου, τον πατέρα μου και την αδερφή μου, οπότε δεν αισθανόμουν άσχημα. Καμιά φορά τραγουδούσα και μόνη μου, αλλά μόνο για τη μητέρα μου. Κιθάρα ξεκίνησα να παίζω μόνη μου στην αρχή, γύρω στα 15, και μετά έκανα κάποια μαθήματα για δύο χρόνια περίπου. Μετά έμπλεξα με τη Σχολή Καλών Τεχνών, οπότε και σταμάτησα τα μαθήματα της κιθάρας και συνέχισα να παίζω μόνη μου, όσο μπορούσα. Δεν έπαιξα και πολύ σπουδαία ποτέ μου, αλλά μπορούσα να συνοδεύω τον εαυτό μου αρκετά καλά.

Το μόνο εφόδιο που χρειάζεται ένα παιδί για να γίνει ένας έντιμος άνθρωπος, είναι καλούς γονείς.

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, ο τρόπος που παίζετε κιθάρα ταιριάζει πολύ με τη φωνή σας και με αυτό που επικοινωνείτε, είναι πολύ αρμονικός με το σύνολο.

Όλο αυτό όμως έτυχε. Εγώ μπήκα στο τραγούδι κατά λάθος και παρέμεινα από αφηρημάδα. Αυτό είναι σίγουρο!

Ξεχάσατε να βγείτε δηλαδή!

arleta_s

Δε ξέχασα ακριβώς, απλώς όλο κάτι τύχαινε και με ξαναέφερνε μέσα. Όπως συμβαίνει και με τη ζωή μου. Εκεί που πάω να πεθάνω μου δίνουν μια κλωτσιά και ξαναζωντανεύω.

Αν σας ζητούσα να διαλέξετε μία μόνο στιγμή από όλα αυτά τα 45 χρόνια, θα ήταν δύσκολο; Δε θα ήταν εύκολο, όντως. Μπορώ όμως να σου πω ένα περιστατικό σχετικά πρόσφατο, το οποίο ομολογώ ότι μου έκανε εντύπωση. Ήταν με μία κοπελίτσα πάρα πολύ μικρή (μου έχει κάνει τρομερή εντύπωση το ότι με παρακολουθούν πάρα πολύ νέα παιδιά, 16-17χρονών) όταν τραγουδούσα σε μία επαρχιακή πόλη. Στο τέλος ήρθαν κάποια παιδιά να με δουν, κι όταν λέω παιδιά εννοώ παιδιά, και ανάμεσά τους ήταν ένα κοριτσάκι γύρω στα 16. Τελείως της εποχής του, ντυμένο αναλόγως, με μία τσίχλα την οποία μάσαγε με δυναμισμό…Την κοιτάω και τη ρωτάω «μαναράκι μου, εσύ τι δουλειά έχεις εδώ πέρα; Εγώ είμαι γιαγιά σου!». Μου έριξε μία ματιά τελείως φαρμακερή και με κόλλησε στον τοίχο ως εξής: «Είσαστε στο μόνο πράγμα για το οποίο δε διαφωνώ με τη μαμά μου». Τι να της απαντήσω εγώ μετά από αυτό; Το βούλωσα και δεν ξαναμίλησα.

Τι σκεφήκατε όταν το ακούσατε αυτό;

Μπράβο της, επειδή ήταν ετοιμόλογη και μου άρεσε πολύ η απάντησή της. Όχι γιατί ήταν χαριτωμένη, αλλά γιατί ήταν σωστή απάντηση. Και είχε το θάρρος και την εξυπνάδα να μου τη δώσει. Της είπα εγώ μία βλακεία και μου απάντησε πολύ σωστότερα. Έχω άδικο;

Καθόλου άδικο! Απλώς αναρωτιόμουν τι αντίκτυπο είχε σε εσάς την ίδια, το να ακούτε ένα παιδί να σας λέει κάτι τέτοιο. Τι σημαίνει για τη μουσική σας ίσως.

Αφού της έκανα μία χαζή ερώτηση, μου έδωσε μία έξυπνη απάντηση.

Επομένως δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια ανάλυσης!

Μου φαίνεται ότι έχω «τσακίσει» και 4η γενιά…Σε μια συναυλία που έκανα πρόσφατα σχετικά, ανάμεσα στο κοινό ήταν κάτι παιδάκια 8-9 χρονών, και μία γιαγιά 86 χρονών. Και αυτό ομολογώ ότι μου άρεσε πάρα πολύ.

Θα ήθελα κι εγώ να καταθέσω ότι ως παιδί έχω γελάσει με τη «Σερενάτα», ως έφηβη έχω ακούσει με περηφάνεια την αδερφή μου να τραγουδάει σε σχολική γιορτή το «Τσάι Γιασεμιού», και ως γυναίκα έχω κλάψει με τα «Ήσυχα Βράδια».

Δηλαδή σε έχω «διαλύσει»! (γέλια)

Ας πούμε ότι έχετε περάσει από όλη μου τη ζωή. Τι άλλο μπορεί να ζητήσει ένας καλλιτέχνης; Εκτός από τα να έχει τέτοια διάρκεια η μουσική του;

Είναι κάτι που δεν το περίμενα, γιατί δεν το επεδίωξα ποτέ μου. Βλέπω ανθρώπους που θα σκότωναν τη μάνα τους για να γίνουν διάσημοι. Εμένα αυτό δε με απασχόλησε ποτέ. Δεν ήταν κάτι που με ενδιέφερε. Παρόλο που ήμουν καλλιτέχνης, γιατί οι καλλιτέχνες αν δε γίνουν γνωστοί δεν κάνουν τίποτα, η φήμη δεν ήταν μέσα στις προτεραιότητές μου. Δε μου λέει απολύτως τίποτα.

Ίσως το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι τώρα αισθάνομαι πως θέλω πολύ περισσότερο να τραγουδάω ζωντανά.

Τι ήταν μέσα στις προτεραιότητές σας; Τι ήταν σημαντικό για εσάς;

Η προτεραιότητά μου ήταν και εξακολουθεί να είναι μία: να μπορώ να κάνω αυτό που κάνω καλά, και ει δυνατόν καλύτερα όσο περνάει ο καιρός, και να μπορώ να το προσφέρω. Αυτά. Είναι πάρα πολύ μεγάλη φιλοδοξία αυτό. Και βέβαια έχω καταφέρει και να επιβιώνω από αυτό που αγαπάω. Αυτό το θεωρώ ευλογία. Και είναι πολύ σπάνιο, να κάνεις αυτό που αγαπάς. Είναι η μόνη συμβουλή που θα έδινα στους νέους. Να βρουν τι αγαπούν, αλλά τι αγαπούν πραγματικά. Όχι επιπόλαια επειδή το ακούσανε ή επειδή είναι της μόδας, εκεί είναι η δυσκολία. Εγώ είχα αυτή την ευκολία, είχα μία κλίση από παιδί. Ποτέ όμως δεν πίστευα ότι θα γίνω τραγουδίστρια.

Αλλά; Τι πιστεύατε ότι θα γινόσασταν; Εγώ ζωγραφική σπούδασα. Και όπως ξέρετε, τότε ήταν ακόμα χειρότερα απ’ότι είναι τώρα. Ήταν πολύ δύσκολη η Σχολή Καλών Τεχνών, η δυσκολότερη σχολή για να μπεις. Οι μηχανολόγοι, που ήταν η πιο δύσκολη σχολή του Πολυτεχνείου τότε, τον περασμένο αιώνα που μπήκα εγώ στη σχολή μου, ήταν ένας προς εννέα. Σε εμάς ήταν ένας προς είκοσι…Ήμουν μαθήτρια του Μόραλη και του Πρεβελάκη, και το θεωρώ πάρα πολύ μεγάλο προνόμιο αυτό. Όπως και του Πάνου Σαραφιανού και της Αντιγόνης Στρεψιάδη. Αυτοί οι τέσσερις άνθρωποι έχουν σημαδέψει τη ζωή μου, μαζί με τους γονείς μου και μερικούς άλλους μετά στο τραγούδι. Αλλά αυτοί οι τέσσερις ήταν οι δάσκαλοί μου, και ο δάσκαλος είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό για μένα. Με έμαθαν να μαθαίνω από οπουδήποτε. Ακόμα και από ένα μωρό παιδί μπορείς να μάθεις πράγματα. Και είμαι ανοιχτή ακόμα και τώρα στην ηλικία που είμαι, και ελπίζω να είμαι ανοιχτή μέχρι να ψοφίσω!

Η ζωγραφική δηλαδή υπήρξε κομμάτι της ζωής σας και αφού τελειώσατε τις σπουδές σας; Φυσικά, και εξακολουθεί να είναι. Περισσότερο όμως σχεδιάζω παρά ζωγραφίζω, γιατί για να ζωγραφίσω θα έπρεπε να κάνω μόνο αυτό. Και δεν το είχα δει ερασιτεχνικά ποτέ. Αλλά σχεδιάζω, και πιστεύω ότι εκεί τα πάω καλά και μου αρέσει αυτό που κάνω. Δε μπορώ να σταματήσω, είναι κάτι που μου είναι απαραίτητο. Είναι και τρόπος έκφρασης, φαντάζομαι. Είναι τρόπος ζωής. Κάνω 3-4 πράγματα και θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό που μπορώ και εξακολουθώ να τα κάνω.

Αυτά που σχεδιάζετε τα βγάζετε προς τα έξω; Έχετε κάνει κάποια έκθεση;

Έχω κάνει δύο εκθέσεις. Και επίσης έχω κάνει πολλά εξώφυλλα στους δίσκους μου. Τα σχέδια που είναι στα εξώφυλλα των δίσκων μου είναι δικά μου. Και στον τελευταίο, στον «Και πάλι χαίρετε», έχει ένα σχέδιο που είναι δικό μου. Και παλιότερα…

Άλλη μία προσωπική σφραγίδα λοιπόν στους δίσκους σας.

Δε ξέρω αν είναι σφραγίδα, πάντως δε μου αρέσει να βάζω τη φάτσα μου στους δίσκους. Εντάξει, έχει μπει αρκετά. Φτάνει.

Έχετε χαρακτηρίσει το «Μια φορά θυμάμαι» ως τον εθνικό σας ύμνο. Ποια άλλα από τα τραγούδια σας θα εντάσσατε στην κατηγορία των πλέον αγαπημένων σας;

Στη ζωή μου έχω κάνει τρία σουξέ. «Σουξέ» είναι ένα τραγούδι που γίνεται άμεσα γνωστό, σε όλο τον κόσμο. Επιτυχίες έχω πολλές. Αλλά σουξέ έχω μόνο τρία. Είναι το «Μια φορά θυμάμαι», η «Σερενάτα», και το «Μπαρ το Ναυάγιο». Από εκεί και πέρα, υπάρχουν τραγούδια που έγιναν επιτυχίες και ήταν πολύ αγαπητά, αλλά δεν έγιναν σουξέ.

Οι επιτυχίες έγιναν και τα αγαπημένα σας, ή έχετε άλλα τραγούδια αγαπημένα; Γιατί καμιά φορά δε συμβαδίζουν αυτά.

Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να προβλέπω τι θα γίνει σουξέ. Ούτε τι θα γίνει επιτυχία. Απλώς ήξερα ότι είναι καλά τραγούδια, και εξακολουθούν να είναι. Τα περισσότερα όμως από αυτά που άρεσαν σε μένα δεν έγιναν ποτέ γνωστά. Ή πέρασαν πρώτα 10-20 χρόνια και μετά άρχισε ο κόσμος να τα καταλαβαίνει και να τα δέχεται. Νομίζω πως αυτό συμβαίνει και τώρα. Μερικά από αυτά είναι όντως δύσκολα τραγούδια, αλλά δε ξέρω…Όταν κάποιος θέλει να δει κάτι, το βλέπει. Εμένα δε μου αρέσει να επιβάλλω, αλλά να υποβάλλω τα πράγματα, να τα ανακαλύπτουν οι άνθρωποι από μόνοι τους. Δε μου αρέσει να τους τα «χώνω» ντε και καλά, να τους λέω «φάτε τα και δείτε τι ωραία που είναι».

Έχω ζήσει μια αρκετά περιπετειώδη ζωή, καθόλου συμβατική, με αρκετή ταλαιπωρία πολλών ειδών. Αλλά θεωρώ ότι ήμουν ευλογημένη.

Αποκτούν και μεγαλύτερη αξία έτσι.

Δε ξέρω αν έχουν μεγαλύτερη αξία, δε θα ασχολιόμουν ποτέ με αυτό.

Έχετε συνεργαστεί με μεγάλους συνθέτες, τραγουδιστές, στιχουργούς…

Δε θα έλεγα μεγάλους, γιατί όταν ας πούμε συνεργάστηκα με το Σπανό, εκείνος ήταν ακόμα σχετικά στην αρχή του. Όπως και ο Νότης ο Μαυρουδής, αλλά και ο Χουλιαράς, ο οποίος ουσιαστικά έκανε μαζί μου ένα τραγούδι και μετά έκανε μερικά άλλα και σταμάτησε, ήταν γλύπτης κυρίως. Ο Γιώργος ο Κοντογιώργος, πάλι, έγινε γιατρός. Μπορεί να μην τον ξέρετε αλλά ήταν πολύ σημαντικός για μένα στην αρχή. Είναι αυτός που έγραψε τις «Άδειες Νύχτες», το «Τώρα θ’ανοίξω τα φτερά»…Ένας εξαιρετικός νεαρός συνθέτης, ο οποίος έγινε γιατρός. Και τώρα, στον τελευταίο μου δίσκο, πάρα πολλά τραγούδια είναι ενός νεαρού γιατρού, επίσης. Εκτός από την υγεία μου, έχω συνεργαστεί με γιατρούς και στη δισκογραφία μου!

Και ήταν και στην οικογένειά σας κιόλας.

Ήταν κι ο πατέρας μου. Με περιτριγυρίζουν οι γιατροί φαίνεται!

Μόλις μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών, ξεκίνησα το τραγούδι. Είναι σαν να πηγαίνεις κατευθείαν από το Μοναστήρι στο μπορντέλο, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις! Όσοι ξέρουν καλά το χώρο, ξέρουν τι λέω.

Πάντως ποιον θα ξεχωρίζατε, όχι βάσει την αναγνωρισιμότητά του τώρα, αλλά σε σχέση με το πώς δουλέψατε μαζί;

Το Λάκη τον Παπαδόπουλο. Ο οποίος είναι και η αιτία, βασικά, που τραγουδάω ακόμα. Εγώ τότε ήθελα να γράφω μόνο δικά μου τραγούδια και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο, ειδικά για μια γυναίκα στην Ελλάδα. Ειδικά τότε, που μιλάμε για 25-30 χρόνια πριν. Τώρα τα πράγματα έχουν ανοίξει λίγο, αν και πάλι όχι τόσο πολύ. Γενικώς η Ελλάδα είναι εχθρική ως προς τις γυναίκες καλλιτέχνιδες…τώρα έχει αρχίζει να αλλάζει σιγά-σιγά το πράγμα. Ίσως λίγο πιο σιγά-σιγά από ότι θα ήθελα, αλλά αλλάζει. Ωστόσο, παγκοσμίως δεν ισχύει η ίδια δυσκολία. Μερικά από τα ωραιότερα πράγματα έχουν γίνει από γυναίκες. Ξεχωρίζω λοιπόν το Λάκη γιατί μαζί του έκανα δύο δίσκους που αγαπήθηκαν πάρα πολύ απ’τον κόσμο, με πάρα πολύ ωραία τραγούδια – όχι μόνο ένα. Μπορεί το γνωστότερο να είναι η «Σερενάτα», το οποίο έγινε πράγματι μία μεγάλη επιτυχία, αλλά έχω τραγουδήσει και άλλα εξαιρετικά τραγούδια του Λάκη. Το «Τσάι Γιασεμιού», αλλά και το «Έρχεται Κρύο», το οποίο ήταν και το πρώτο τραγούδι που μου έπαιξε όταν ήρθε εδώ για να συνεργαστούμε. Το χειρότερο δόλωμα που μπορούσε να μου ρίξει ήταν αυτό! Και καθότι ψάρι, το δάγκωσα μαζί με το αγκίστρι. Ήρθε λοιπόν, και του είπα ότι μπορούσα να του πω τρία τραγούδια. Και τελικά κάναμε δύο δίσκους μαζί…ή cd με το σημερινό όρο.

Ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι η αιτία που τραγουδάω ακόμα.

Ήθελα περισσότερο να ρωτήσω αν έχει αλλάξει κάτι στον τρόπο που βιώνετε τη μουσική!

Όχι. Ίσως έχει αλλάξει μόνο το ότι τώρα αισθάνομαι πως θέλω πολύ περισσότερο να τραγουδάω ζωντανά. Εδώ και χρόνια, η δισκογραφία δε με ενδιαφέρει τόσο πολύ, αλλά παραμένει ένα πολύ σημαντικό πράγμα. Οπότε προσπαθούσα πάντα να κάνω καλούς δεσμούς, κάτι που πιστεύω ότι έχω πετύχει. Αν κάτι προκύψει δισκογραφικά, θα χαρώ πάρα πολύ, αλλά δε νομίζω ότι θα το επιδιώξω σύντομα. Μπορεί να μη γίνει και ποτέ, γιατί γενικώς έχω μία τάση για μεγάλες παύσεις. Δε ξέρω βέβαια αν έχω πια το χρόνο για τόσο μεγάλες παύσεις! Πριν τον τελευταίο μου δίσκο, «Και πάλι χαίρετε», ο προηγούμενος είχε κυκλοφορήσει 13 χρόνια πριν. Δεν είναι και λίγα. Εσύ πρέπει να ήσουνα παιδάκι τότε!

Είναι σαν να έχουν μπει μέσα στο σπίτι σου, να σου έχουν πάρει ό,τι έχεις και δεν έχεις, και μετά να τα βλέπεις στο σπίτι του άλλου…Να τα έχει εκτεθειμένα, να κάνει δεξιώσεις και να βγάζει και λεφτά από αυτό! Όχι, δε τα θέλουμε πίσω τα κλεμμένα. Ας τα αγοράσουν αν μπορούν.

Τώρα που είπατε «παιδάκι»! Τα «Μικρά Παιδιά» ήταν το πρώτο τραγούδι που γράψατε, το 1967. Ένα τραγούδι με κοινωνικό -αν μη τι άλλο- περιεχόμενο. Συνδέεται καθόλου με την τότε άρτι αφιχθείσα δικτατορία στη χώρα μας;

Όχι, καθόλου. Ξεκίνησε από ένα παιδικό παιχνίδι. Έχω κάτι έξω στο μπαλκόνι αλλά δε φαίνεται τώρα. Έναν χάρτινο μύλο, από αυτούς που τους γυρνάει ο αέρας. Τότε γίνονταν διαφορετικά, δεν τους φτιάχνουν έτσι σήμερα. Είχαν ένα στεφανάκι σιδερένιο με χαρτάκια κολλημένα πάνω του…Από αυτούς ξεκίνησε αυτό το τραγούδι.

Πάντως, αν δε κάνω λάθος, ο πρώτος σας δίσκος «Τραγουδά η Αρλέτα» λογοκρίθηκε εκείνη την περίοδο.

Κι εγώ η ίδια λογοκρίθηκα, πολύ άγρια…Εν πάσει περιπτώσει. Δε ξέρω γιατί. Εγώ δεν ήμουν ποτέ ανακατεμένη με τα πολιτικά. Κάτι λοιπόν δε πρέπει να τους άρεσε καθόλου. Έτσι είχα αναγκαστεί να μην τραγουδάω για 3 χρόνια, και τότε νόμιζα ότι εκεί θα τελείωνε και η ιστορία. Γιατί η αρχή μόλις είχε γίνει, πολύ γρήγορη και εξαιρετικά επιτυχημένη. Εκεί όμως που έλεγα ότι όλα είχαν τελειώσει, εμφανίστηκε ξαφνικά ένας κύριος ονόματι Moustaki εκ Παρισίων, και βρέθηκα να τραγουδάω στο Babinos στο Παρίσι. Μου έχουν τύχει τέτοια στη ζωή μου, ανάποδα και περίεργα, ου…Ένα και δυο να’τανε…Έχω ζήσει μια αρκετά περιπετειώδη ζωή, καθόλου συμβατική, με αρκετή ταλαιπωρία πολλών ειδών. Αλλά θεωρώ ότι ήμουν ευλογημένη.

Όποιος βάζει υποψηφιότητα για οποιαδήποτε δημόσια θέση στην Ελλάδα, πρέπει να τηρεί τρεις κανόνες: να στέλνει τα παιδιά του σε δημόσια σχολεία, να πηγαίνει σε δημόσια νοσοκομεία, και να κυκλοφορεί με τα μέσα μαζικής μεταφοράς που προορίζει για τον κόσμο.

Πολύ σημαντικό να το αισθάνεστε αυτό.

Ξέρεις τι θα πει να κάνεις αυτό που αγαπάς και να είσαι στην ηλικία μου; Να μπορείς να το κάνεις ακόμα; Γιατί εγώ είμαι αρκετά μεγάλη ξέρεις…Κλείνω 45 χρόνια στο τραγούδι αλλά δε λέω ότι ξεκίνησα 8 χρονών, όπως λένε οι περισσότεροι! Εγώ ήμουν στην αρχή της ακαδημαϊκής μου ζωής ότι άρχισα να τραγουδάω, σπούδαζα. Ήταν λιγάκι περίεργα τα πράγματα. Τελείωσα το Αρσάκειο και μετά πήγα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Μόλις μπήκα στη Σχολή ξεκίνησα το τραγούδι. Είναι σαν να πηγαίνεις κατευθείαν από το Μοναστήρι στο μπορντέλο, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις! Όσοι ξέρουν καλά το χώρο, ξέρουν τι λέω. Χαίρομαι όμως, γιατί εξακολουθώ να έχω κάποιους φίλους από τότε, και από το σχολείο και από τη Σχολή. Όχι πολλούς, αλλά είναι άνθρωποι που τους αγαπώ πάρα πολύ. Και το μόνο που θέλω είναι να είναι καλά.

Θα ήθελα να μείνω λίγο ακόμα στα «Μικρά Παιδιά», επειδή το άκουσα ξανά πρόσφατα όντας αρκετά επηρεασμένη από όσα συμβαίνουν τώρα στην Ελλάδα…

Όσο θέλεις.

Κρίνοντας από τη σημερινή κατάσταση, λοιπόν, κάποια από τα «Μικρά Παιδιά» εκείνης της εποχής μάλλον δεν έκαναν πολύ καλή δουλειά με τις ελπίδες μας, που κρατούσαν στα χέρια τους. Τι εφόδια πιστεύετε ότι χρειάζεται ένα παιδί για να γίνει ένας, τουλάχιστον, έντιμος άνθρωπος;

Καλούς γονείς. Επομένως δεν είναι τα παιδιά που κρατούν τις ελπίδες μας, αλλά οι γονείς που κρατούν τις ελπίδες των παιδιών. Αυτοί φτιάχνουν τα παιδιά, και αν εκείνοι δεν είναι εντάξει, δε φταίνε τα παιδιά. Ή τουλάχιστον δε φταίνε μέχρι μία ηλικία. Από μία ηλικία και μετά, φταίνε και παραφταίνε κι αυτά.

Αν μπορούσα, θα διάλεγα 5-6 ανθρώπους πολύ προσεκτικά, και ευχαρίστως θα τους κρέμαγα.

Τις τελευταίες μέρες, πάντως, οι εξελίξεις στην Ελλάδα είναι ραγδαίες και δυστυχώς προς το χειρότερο… Κοίτα να δεις, εγώ αυτό το σκωτσέζικο ντουζ έχω πάψει να το παρακολουθώ. Ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει. Αν αύριο ξημερώσει και πρέπει να πέσουμε από το μπαλκόνι, θα πέσουμε. Όταν έρθει η ώρα όμως, όχι πιο πριν. Ξέρεις, όταν έχεις περάσει όσα έχω περάσει εγώ, είναι πολλά πράγματα που πλέον δε σε αγγίζουν πολύ. Θα μου πεις «δε σε αγγίζει η κατάσταση»; Με αγγίζει και με παραγγίζει, με καίει και με κόφτει. Είναι πάρα πολύ δυσάρεστο να αισθάνεσαι ότι οι άνθρωποι βρίσκονται σε αγρία κατάσταση. Φοβάμαι όμως ότι πλησιάζουν πολύ το όλο πράγμα στη μύτη τους. Έχω μάθει κάποια πράγματα από τη ζωγραφική, όπως ας πούμε ότι για να δεις κάτι, πρέπει να το δεις από απόσταση. Αλλιώς δεν το βλέπεις. Δηλαδή, αν σε πλησιάσω για παράδειγμα εσένα πάρα πολύ, θα δω μόνο την άκρη της μύτης σου, δε θα σε δω ολόκληρη. Τώρα που σε βλέπω από μία απόσταση, έστω και στραβή που είμαι, σε βλέπω! Καταλαβαίνω τι λέτε… Πρέπει λοιπόν κάποια στιγμή να ανακτήσουμε την ψυχραιμία μας, και αυτά τα δύο πράγματα που έφτιαξαν αυτόν τον τόπο: το «γνώθι σαυτόν» και το «παν μέτρον άριστον». Τώρα έχουμε φτάσει στο να μη ξέρουμε καθόλου τον εαυτό μας, και στο «παν μέτρον άχρηστον». Και αυτά δε πάνε. Γιατί ζούμε σε έναν τόπο που έχει προσφέρει πολλά -και σε αυτούς που τον κατοικούν, αλλά και σε όλον τον κόσμο- και κάποια στιγμή πρέπει να το θυμηθούμε αυτό. Να το θυμηθούμε όμως σωστά, όχι με το στυλάκι «αχ, τι μας έκαναν, μας χρωστάνε», κτλ. Αυτά είναι χαζομάρες. Το θέμα είναι τι κάνουμε εμείς γι’αυτόν τον τόπο. Και ερωτώ, κάνουμε αυτό που πρέπει; Δε νομίζω. Καθόλου μάλιστα. Εννοείτε ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά… Ναι, ο κάθε άνθρωπος ξεχωριστά να έρθει να αντιμετωπίσει τις ευθύνες του. Εγώ θα φέρω ένα μόνο παράδειγμα. Δε μου αρέσει να πολιτικολογώ, γιατί ό,τι και να πεις αυτήν την περίοδο μπορεί να παρεξηγηθεί. Αν παρεξηγηθεί δε πειράζει, τι να κάνουμε…Εγώ δεν οδηγώ, χρησιμοποιώ ταξί σε όλη μου τη ζωή. Συχνά, λοιπόν, πιάνω κουβέντα με τους ταξιτζήδες. Πριν αρκετά χρόνια, ένας ταξιτζής φώναζε και έβριζε το ελληνικό κράτος -γιατί το κράτος το βρίζουμε όλοι πάρα πολύ εύκολα και με μεγάλη άνεση. Οπότε κάποια στιγμή του λέω: «με συγχωρείτε, επειδή σας ακούω πολλή ώρα, έχετε παιδιά»; Μου λέει «ναι». «Αν όταν το παιδί σας έφτανε σε ηλικία να πιάσει δουλειά, χωρίς προσόντα, σας πρότειναν να διοριστεί στο Δημόσιο, θα το διορίζατε»; «Βεβαίως!» μου λέει. «Τότε δεν έχετε δικαίωμα να μιλάτε». Αρχικά σοκαρίστηκε και μετά όντως σταμάτησε να μιλάει.

 Μάλλον το πήρε το μήνυμα… Λοιπόν, ο καθένας κοιτάει την καμπούρα του αλλουνού. Ας κοιτάξει λίγο και τη δική του. Εγώ έχω ένα ελάττωμα, ή προσόν, δε ξέρω: κοιτάω κυρίως τη δική μου καμπούρα. Βλέπω και τις καμπούρες των άλλων αλλά δε μιλάω γι’αυτές, εκτός αν ερωτηθώ. Αν και μάλλον δε θα τους αρέσει η απάντηση, γιατί όσες φορές μου έχουν ζητήσει να πω τη γνώμη μου κι έχω πει την πραγματική μου γνώμη, έφαγα ξύλο. Το έχω κόψει λοιπόν και αυτό το κακό συνήθειο. Να λέω δηλαδή τη γνώμη μου σε ανθρώπους που δε θέλουν στην ουσία να ακούσουν τη γνώμη μου, αλλά να επικυρώσω τη δική τους. Αυτό δε μου λέει τίποτα. Πρέπει λοιπόν ο καθένας να αναλογιστεί τις ευθύνες του και να δει τις πραγματικές διαστάσεις αυτού που του συμβαίνει. Και θα τελειώσω λέγοντας ότι εγώ είμαι 66 χρονών. Γεννήθηκα αμέσως μετά τον πόλεμο. Από τη μεταπολίτευση έχουν περάσει πλέον 37 χρόνια. Σε όλα αυτά τα χρόνια, αυτό που συμβαίνει τώρα είναι η πρώτη μεγάλη αναταραχή. Η οποία βεβαίως ερχόταν καλπάζοντας αλλά κανείς δεν την έβλεπε. Όντως, έτσι είναι. Έχω λοιπόν ζήσει πράγματα τα οποία είτε άλλοι δεν έχουν ζήσει, είτε τα έχουν ξεχάσει. Εγώ έζησα όλη μου τη ζωή στο κέντρο της Αθήνας. Μεταξουργείο, Εξάρχεια, Κυψέλη. Τα πρώτα χρόνια λοιπόν, γιατί έχω μνήμες από πολύ μικρή ηλικία, χτυπούσαν το κουδούνι του σπιτιού μας τουλάχιστον 7 φορές τη μέρα. Η μητέρα μου φρόντιζε να έχει πάντα στο σπίτι ένα καρβέλι απ’το χωριό, από εκείνα τα τεράστια καρβέλια των 15 οκάδων το καθένα. Δηλαδή αν ένα από αυτά το’τρωγες στο κεφάλι, σε άφηνε ξερό! Δεν επιζούσες. Θυμάμαι ότι απορούσα πώς μπορούσε και το σήκωνε. Ο κόσμος, λοιπόν, ζητούσε ψωμί να φάει. Δε ζητούσε λεφτά. Κι αυτό εγώ το έχω ζήσει. Δε θέλω να ξαναβρεθούμε σε τέτοιες καταστάσεις, από τις οποίες πιστεύω ότι είμαστε αρκετά μακριά. Ας ελπίσουμε ότι είμαστε… Είμαστε, αν όμως είμαστε όλοι μαζί. Αν ο καθένας κοιτάει την πάρτη του, δεν είμαστε όντως πολύ μακριά από αυτό, έχεις απόλυτο δίκιο. Πάντως δε θέλω, ούτε πιστεύω ότι πρέπει, ούτε πιστεύω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά για να μη γίνει, πρέπει να ανασκουμπωθούμε όλοι μαζί. Δε γίνεται μόνο με τον έναν ή με τους δύο, ή με μία ομάδα. Ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη. Ούτε ένας κούκος φέρνει την άνοιξη, ούτε ένα καρβέλι ψωμί φτάνει για να θρέψει έναν λαό. Κανένας δεν είναι Χριστός για να ταϊσει όλον τον κόσμο με 8 ψάρια και 5 ψωμιά. Πρέπει λοιπόν ο καθένας να αναλογιστεί τις ευθύνες του. Θα μου πεις «εσύ δεν έχεις ευθύνες»; Βεβαίως, και με τις δυνάμεις που δεν έχω, προσπαθώ να κάνω ό,τι μπορώ. Παρόλο που την έλλειψη δυνάμεων που έχω τώρα δεν την είχα ποτέ. Και είναι φυσικό. Εγώ δεν αρρώστησα απλώς. Πήγα και ήρθα κανονικά. Δε μου αρέσει να μιλάω γι’αυτό, αλλά το ότι επιβίωσα ήταν μία στις 300, για να μην πω στις περισσότερες…Χρωστάω τη ζωή μου σε έναν γιατρό, χρωστάω τη φωνή μου σε έναν άλλο γιατρό, και σε μια φίλη μου χρωστάω τη ζωή μου άλλες τρεις φορές. Έχω πολλά χρεωστούμενα. Και φυσικά χρωστάω στον κόσμο γιατί με αγάπησε, ενώ εγώ δε ξέρω αν τον αγάπησα το ίδιο. Εξακολουθώ να μην μπορώ να καταλάβω γιατί με αγαπούν οι άνθρωποι! Αλήθεια το λέτε αυτό; Σοβαρά σου μιλάω. Το έχω δει πλέον και γραπτώς, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω το γιατί. Κάποιο λόγο θα έχουν. Κάποιοι μου έχουν πει ότι έχω συντροφεύσει τους πρώτους τους έρωτες, ή τους μεσαίους, ή τους τελευταίους. Άλλοι πάλι ότι αισθανόντουσαν καλύτερα όταν ένιωθαν μόνοι τους…Το δέχομαι ότι αυτό είναι μια προσφορά. Έχω φτάσει να πιστεύω ότι κάτι έχω προσφέρει κι εγώ. Ίσως δυσκολεύεστε να συλλάβετε το μέγεθος αυτής της προσφοράς. Δυσκολεύομαι γιατί δεν έρχομαι συχνά σε επαφή με τον κόσμο. Επίσης μου λείπει και ένα στοιχείο το οποίο φοβάμαι ότι σήμερα είναι απαραίτητο για έναν καλλιτέχνη που εκτίθεται: πάσχω από παντελή και κακαοήθη έλλειψη έπαρσης. Και είναι πάρα πολύ κακό αυτό. Μάλιστα. Γιατί είναι κακό; Είναι κακό γιατί σε υποτιμούν οι άλλοι. Πλέον πρέπει να αυτοδιαφημίζεσαι συνέχεια για να σε έχουν οι άλλοι και να σε βλέπουν. Εγώ αυτό δεν το έκανα ποτέ και μου είναι αδύνατο να το κάνω. Ίσως αυτά που λέω να ακούγονται χαζομάρες, αλλά πραγματικά δεν μπορώ… Δεν αισθάνομαι διαφορετικά από εσένα ή από τους άλλους που με ακούνε. Δε μπορώ να αισθανθώ ανώτερη, θα ήταν γελοίο! Και επειδή έχω πάρα πολύ ανεπτυγμένη την αίσθηση του γελοίου, δε μπορώ να νιώθω γελοία. Έχετε μετανιώσει ποτέ για τίποτα; Ναι, για κάποιες σχέσεις που έκανα έχω μετανιώσει. Όχι πολλές, αλλά έχω. Ήμουν όμως πάρα πολύ μικρή και δε μπορούσα να το αποφύγω. Πιστεύω ότι όταν ένας άνθρωπος είναι νέος, χρειάζεται συμπαράσταση και θα πρέπει να μάθει να ζητάει βοήθεια όταν πρέπει. Και κάποιοι να του δίνουν βοήθεια ακόμα κι αν δε πρέπει καμιά φορά. Λιγάκι με το ζόρι δηλαδή. Γιατί μετά μεγαλώνοντας, καταλαβαίνεις, αλλά μπορεί να είναι πολύ αργά. Ειδικά αν έχεις κάνει πολύ άσχημες λούμπες, απ’τις οποίες δε βγαίνεις καθόλου εύκολα. Ας κλείσουμε με κάτι ευχάριστο. Ποια είναι η αγαπημένη σας στιγμή μέσα στη μέρα σας; Το βράδυ μου αρέσει πολύ, το σούρουπο. Και μου αρέσουν πολύ οι μέρες που έχω αρκετή ενέργεια και διάθεση να παίξω, να σχεδιάσω, ή ακόμα να μιλήσω μ’ένα φίλο και να έχω μία παρέα εδώ. Μου αρέσει να έχω παρέα γιατί δε βγαίνω πολύ…Να έρχονται εδώ οι άνθρωποι που αγαπώ και να μιλάμε. Μου αρέσει πολύ η κουβέντα. Άργησα ξέρεις πολύ να μιλήσω. Μέχρι 20-21 ετών δε μιλούσα καθόλου. Τι εννοείτε; Ήμουν πολύ σιωπηλό παιδί. Και μικρή που ήμουν άργησα πολύ να μιλήσω. Μέχρι 2 χρονών δεν είχα πει ούτε «μαμά» ούτε «μπαμπά». Θέλατε ίσως το χρόνο σας, για να τα πείτε μετά μαζεμένα! Ακριβώς. Ίσως αυτό με έχει κάνει να είμαι πολύ υπομονετική με τους άλλους. Επίσης είμαι πολύ υπομονετική με τα παιδιά, τα οποία δε λέω απλά θεωρητικώς ότι τα αγαπάω. Όταν υπάρχουν γύρω μου παιδιά, ασχολούμαι μαζί τους και δείχνουν ότι το θέλουν. Το έχω κάνει και έχει πετύχει απόλυτα. Λένε ότι τα παιδιά σήμερα δε θέλουν να τους λες ιστορίες, δεν τους ενδιαφέρουν. Εγώ τους λέω ιστορίες και δείχνουν ότι τους ενδιαφέρουν. Έχω κρατήσει παιδιά επί 4 ώρες λέγοντάς τους ιστορίες. Αυτό το θεωρώ κατόρθωμα! Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι άλλο πριν κλείσουμε; Θα ήθελα απλώς να πω ότι η σημερινή κρίση, για την οποία συζητήσαμε πριν, δε ξεκίνησε πριν 2-3 χρόνια. Ξεκίνησε από τη μεταπολίτευση του 1821. Από εκείνη τη μεταπολίτευση. Εγώ αγαπώ τα σπίτια και έχω χτίσει ένα σπίτι. Άσχετα αν δεν το έχω πια. Όταν χτίζεις ένα σπίτι, το κυριότερο πράγμα που θα του βάλεις είναι τα θεμέλια.mousikorama_arleta_005 Αν δε του βάλεις καλά θεμέλια, το σπίτι θα έχει πάντα προβλήματα. Κάθε λίγο και λιγάκι θα θέλει επισκευές, και μάλιστα χοντρές. Το να το βάψεις είναι εύκολο, το να του βάλεις κουφώματα είναι εύκολο. Το να του φτιάξεις τα θεμέλια είναι σχεδόν αδύνατο. Πρέπει να το γκρεμίσεις και να το ξαναχτίσεις από την αρχή. Ένα κράτος, λοιπόν, είναι δυστυχώς πολύ δύσκολο να γκρεμιστεί. Κι εμείς, όταν γκρεμίστηκε το κράτος μας στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως άλλωστε και στον Α’ Παγκόσμιο, δεν πήραμε την ευκαιρία να το ξαναχτίσουμε. Ήμασταν πολύ απασχολημένοι με το να σκοτωνόμαστε μεταξύ μας, και να στέλνουμε στην εξορία την καλύτερη μερίδα της νεολαίας. Θεωρείτε ότι εκεί χάθηκε το παιχνίδι; Θεωρώ ότι χάθηκε μία γενιά, η οποία βγήκε πικρή, καθημαγμένη, τραυματισμένη, και η οποία ουδέποτε δικαιώθηκε. Και δε μιλάω μόνο για τους Αριστερούς, μιλάω για όλους! Γιατί κανείς δεν έχει δικαίωμα να καπηλεύεται αυτά τα πράγματα. Τώρα πάει να γίνει κάτι, σαν να προσπαθεί κάποιος να φτιάξει την αλυσίδα ενός ποδηλάτου εν κινήσει. Ενώ αν το σταματήσει για 5 λεπτά, θα μπορέσει η αλυσίδα να ξεκινήσει σωστά. Πώς σταματάει όμως ένα κράτος; Ένα κράτος δεν μπορεί να σταματήσει. Και νομίζω ότι δεν καταλαβαίνουν τι θα πει «σταματάει» το κράτος. Δεν καταλαβαίνουν τι σημαίνει αν από την επόμενη μέρα δεν υπάρχει, όχι το 30-40% του μισθού, τ ί π ο τ α. Κάποιοι βέβαια μπορεί να έχουν μια καβάντζα και να τα βγάλουν πέρα. Αυτοί όμως που δεν έχουν τι θα κάνουν; Και είναι πολλοί αυτοί που δεν έχουν. Δεν καταλαβαίνουν, λοιπόν, ότι το μόνο που μας μένει είναι να βοηθήσουμε αυτό το άμοιρο κράτος να φτάσει σε κάποιο βιώσιμο επίπεδο, την ώρα που κινείται ακόμα! Δεν είναι δυνατόν εσύ, ας πούμε, να έχεις στην πλάτη σου 16 χρόνια σπουδών και να είσαι χωρίς δουλειά, ή να πιάνεις δουλειά και να παίρνεις λιγότερα από κάποιον που έχει τελειώσει την Γ’ Δημοτικού. Δε στέκει αυτό. Είναι σαν να σου λένε ότι ήσουνα ηλίθιος που σπούδαζες τόσα χρόνια. Αυτό δε σου λένε; Δυστυχώς ναι, είναι σαν να σου λένε ακριβώς αυτό. Να μη γνωρίζεις πολλά για να πας μπροστά. Αυτό έχει επικρατήσει! Κι αυτή τη στιγμή τα περισσότερα παιδάκια, ειδικά τα κοριτσάκια, το μόνο που θέλουν να γίνουν είναι τραγουδίστριες, μοντέλα και «TV περσόνες». Τι θα πει αυτό δε ξέρω. Γιατί εγώ δε βλέπω στους περισσότερους από αυτούς που βγαίνουν στην τηλεόραση να έχουν προσωπικότητα. Ναι, μερικοί είναι πολύ όμορφοι. Εκεί τελειώνει. Κι αυτό το βρίσκω απαράδεκτο. Εκείνο που έχει υποβαθμιστεί τελείως πλέον είναι αυτό που λέμε η παιδεία. Και για μένα όλα είναι θέμα παιδείας. Όλα. Εγώ είμαι γόνος δύο πλουσίων οικογενειών, εκ των οποίων δε πήρα τίποτα. Οι γονείς μου το μόνο πράγμα που τους ενδιέφερε ήταν να μας σπουδάσουν. Και αυτό έκαναν. Και είναι προς τιμήν τους…Λοιπόν, να μη σας κουράσω άλλο! Θα πω αυτό ακόμα και θα τελειώσω γιατί σας ζάλισα! Εγώ έχω δύο προτάσεις να κάνω: Πρώτον, ας μη μας επιστρέψουν τα αρχαία που μας έχουν κλέψει οι ξένοι. Αλλά να τα αγοράσουν! Μπορούν να τα αγοράσουν τα κλεμμένα; Και να τα κρατήσουν. Αλλά να τα αγοράσουν αν μπορούν. Είναι σαν να έχουν μπει μέσα στο σπίτι σου, να σου έχουν πάρει ό,τι έχεις και δεν έχεις, και μετά να τα βλέπεις στο σπίτι του άλλου…Να τα έχει εκτεθειμένα και να κάνει και δεξιώσεις και να βγάζει και λεφτά από αυτό! Όχι, δε τα θέλουμε πίσω. Γιατί τα ζητάμε πίσω; Κάναμε και ένα πελώριο Μουσείο της Ακρόπολης για να τα βάλουμε μέσα δήθεν τάχα μου. Πολλοί το θαυμάζουν αυτό το Μουσείο. Εγώ προσωπικά το θεωρώ τερατούργημα. Και η δεύτερη πρότασή σας; Η δεύτερη πρόταση που έχω να κάνω είναι η εξής: Όποιος βάζει υποψηφιότητα για οποιαδήποτε δημόσια θέση στην Ελλάδα, πρέπει να τηρεί τρεις κανόνες: να στέλνει τα παιδιά του σε δημόσια σχολεία, να πηγαίνει σε δημόσια νοσοκομεία, και να κυκλοφορεί με τα μέσα μαζικής μεταφοράς που προορίζει για τον κόσμο. Εγώ θα μπορούσα να είχα πάει όπου ήθελα όταν αρρώστησα. Όχι μόνο έμεινα στην Ελλάδα, αλλά επέζησα και από τρεις εντατικές. Ευτυχώς που βρέθηκε ένας εξαιρετικός νευροχειρουργός, ο Βασίλης Σλατινόπουλος, για να με χειρουργήσει. Του χρωστάω τη ζωή μου. Είχε το κουράγιο να έρθει στο Βόλο από τη Λάρισα με χιόνια. Πώς δε σκοτώθηκε στο δρόμο…Θα μπορούσε να είχε πει «εγώ δεν αναλαμβάνω αυτή την περίπτωση». Εκ κατακλείδι, ως γενικότερο σχολιασμό της όλης κατάστασης σήμερα, σας λέω το εξής: αν μπορούσα, θα διάλεγα 5-6 ανθρώπους πολύ προσεκτικά, και ευχαρίστως θα τους κρέμαγα. Μάλιστα. Σας ευχαριστώ πολύ… Κι εγώ σας ευχαριστώ.   Συνέντευξη στην Αλεξία Χαμόδρακα

Advertisements

Κουβεντιάζοντας με την Αρλέτα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s