Ένα αναρχικό κοινωνικό καθεστώς, οργανωμένο χωρίς ιεραρχική εξουσία, «υπάρχει πάντα, όπως ο σπόρος κάτω απ’ το χιόνι, θαμμένο κάτω από το βάρος του κράτους…»[1] Είναι μια ηθική τάξη σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι, εξ αιτίας των εσώτερων πεποιθήσεών τους, φέρονται στους άλλους, όπως θα ήθελαν να τους φέρονται εκείνοι. Είναι ένα κοινωνικό καθεστώς μέσα στο οποίο ο καθένας και η καθεμιά μπορούν να ζουν και να ενεργούν σύμφωνα με την κρίση τους. Είναι ένα κοινωνικό καθεστώς ασυμβίβαστο προς την εξουσία, μέσα στο οποίο η τελευταία καταργείται από την συνειδητοποίηση της αλήθειας ότι η εξουσία είναι και άχρηστη και επιβλαβής και ότι δεν πρέπει κάποιος ούτε να την υπακούει, ούτε να συμμετέχει σ’ αυτήν[2] Η εξουσία μπορεί να καταργηθεί μόνο μέσα από το δικό μας μυαλό, από την δική μας συνείδηση. Αλλά τι είναι αυτή η συνείδηση; Είναι μια συνείδηση βασισμένη στο συμβόλαιο του Ρωλς ή του Ρουσώ, στα δικαιώματα της ισχύος του Μιλ ή στον σοσιαλισμό του Μαρξ; Πρέπει να θεμελιωθεί στην έννοια της γενικής ευημερίας, της δικαιοσύνης, της προόδου, ή της συνεργασίας που απορρέει από το προσωπικό συμφέρον; Ασφαλώς όχι, διότι αυτές οι βάσεις της συνείδησης συγκρούονται μεταξύ τους. Το νοήμα των εννοιών δικαιοσύνη, γενική ευημερία και πρόοδος, έχει γίνει αντιληπτό με άπειρους τρόπους. Ο Τολστόι γράφει:anapapanar1-thumb-large
«Είναι, λοιπόν, αδύνατον να υποθέσουμε ότι άνθρωποι που δεν συμφωνούν μεταξύ τους και αντιλαμβάνονται διαφορετικά τις βάσεις της αντίθεσής τους απέναντι στην εξουσία (αν συμβαίνει αυτό), θα μπορούσαν να καταργήσουν την τόσο ακλόνητα εδραιωμένη και τόσο σθεναρά υποστηριζόμενη εξουσία. Επιπλέον, η υπόθεση ότι ο σεβασμός προς την γενική ευημερία και την δικαιοσύνη ή ο νόμος της προόδου θα αρκούσαν για να εγγυηθούν ότι οι άνθρωποι –απαλλαγμένοι από τον καταναγκσμό αλλά χωρίς κίνητρα να θυσιάσουν την προσωπική χάριν της γενικής ευημερίας– θα μπορούσαν να συνενωθούν υπό συνθήκες δικαιοσύνης χωρίς να παραβιάζουν την αμοιβαία ελευθερία τους, είναι ακόμη πιό αβάσιμη».[3]
Η διαβεβαίωση ότι αν ο καθένας επεδίωκε το δικό του προσωπικό συμφέρον (εδώ εννοείται υλικό συμφέρον), θα καθιερώνονταν δίκαιες σχέσεις μεταξύ όλων, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με αυτό που συμβαίνει ή θα μπορούσε να συμβεί στην πραγματικότητα. Έτσι, σύμφωνα με τον Τολστόι, οι αναρχικοί Γκόντουϊν, Προυντόν, Μπακούνιν, Κροπότκιν, Στίρνερ και Τάκερ, ενώ σωστά αναγνώρισαν τα πνευματικά μέσα ως τα μόνα μέσα για την κατάργηση της εξουσίας, επειδή υποστήριξαν υλιστικές αντιλήψεις για την ζωή, σχεδίασαν συγκεκριμένα κοινωνικά προγράμματα και δεν αναγνώρισαν ότι η πνευματικότητα πρέπει να προηγηθεί της κοινωνικής αλλαγής, οι διδασκαλίες τους υποβιβάστηκαν σε εικασίες, προσφέροντας στους συνηγόρους του καταναγκασμού την δυνατότητα να απορρίψουν επιδέξια τις αληθινές βάσεις του αναρχισμού, λόγω της ανεπάρκειας των προτεινόμενων μέσων υλοποίησης αυτών των διδασκαλιών.
Οι ευμενείς κριτικοί
Οι ευμενείς κριτικοί του αναρχισμού είτε επισημαίνουν την ανεπάρκεια των προτεινόμενων μέσων υλοποίησης μιας αναρχικής κοινωνίας, καθώς και τα προβλήματα που δεν επιλύονται με τέτοιες προτάσεις, είτε, πολύ πιό κριτικά, θεωρούν δεδομένο ότι είναι αδύνατον να είναι καλό το ανθρώπινο γένος, ότι δηλαδή είναι αδύνατη η πνευματική επανάσταση, είτε θεωρούν πολύ μακρινό τον χρόνο που μας χωρίζει από την πραγματοποίησή της και πολύ μεγάλες τις δυσκολίες για να συμβεί κάτι τέτοιο. Ο Μπάρινγκτον Μουρ, τον οποίο θεωρούμε ευμενή κριτικό, διατυπώνει τις αντιρρήσεις του με βάση το γεγονός ότι το οργανωτικό σχήμα της ομοσπονδίας δεν περιλαμβάνει μηχανισμούς ούτε για την αποτροπή των ενδοκοινοτικών συγκρούσεων, ούτε για την πρόληψη της συσσώρευσης διαφορετικής ποσότητας πλούτου ανάμεσα στις κοινότητες. Υποστηρίζει μια άποψη της σπάνης που θεωρεί ότι η αναρχική αποβιομηχάνιση έχει ελάχιστες πιθανότητες στα πλαίσια της εκτεταμένης οικονομικής αλληλεξάρτησης και της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού.[4] Απορρίπτει τον αναρχικό ισχυρισμό ότι στα πλαίσια μη ιεραρχικών μορφών ζωής μπορεί να συμβεί μια βαθύτατη μεταμόρφωση της «ανθρώπινης φύσης». Ωστόσο, πιστεύει ότι αν μια μελλοντική κοινωνία δεν επεκτείνει τα ιστορικά επιτεύγματα του φιλελευθερισμού, θα είναι μια κοινωνία εφιαλτική, τόσο εφιαλτική όσο και η διαιώνιση αυτού που έχει καταντήσει να θεωρείται φυσιολογικό.[5] Έτσι ο Μουρ, παρ’ ότι αμφισβητεί σοβαρά την δυνατότητα του αναρχισμού να λύσει το πρόβλημα της ανθρώπινης δυστυχίας, δεν αποκλείει την δυνατότητα του αναρχισμού.
Ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, σχολιάζοντας το ανέφικτο του αναρχισμού, επισημαίνει ότι ο αναρχοκομμουνισμός θα απαιτούσε ή εξωτερικό εξαναγκασμό προς εργασία ή, σε διαφορετική περίπτωση, μια κοινωνική ηθική που έως τώρα δεν έχουμε καταφέρει να αποκτήσουμε. Δεν απορρίπτει την πιθανότητα της τελικής επίτευξης αυτής της ηθικής, αλλά υποστηρίζει ότι ο δρόμος που οδηγεί σ’ αυτήν περνά μέσα από ένα μεταβατικό σύστημα το οποίο θα εξαφανίσει τις δυνατότητες των ανθρώπων να κερδίζουν τα προς το ζην αν είναι τεμπέληδες, και θα τους αποκόψει από την συνήθεια να θεωρούν μια τέτοια ανωμαλία δυνατή ή, κάτι χειρότερο, έντιμη.[6] Αυτός ο ισχυρισμός, βέβαια, προωθεί μια μεταβατική μορφή κράτους (αν και όχι απαραίτητα: οι κάρτες εργασίας του παραγωγού χρησιμοποιήθηκαν ευρέως απ’ άκρη σ’ άκρη στην ελευθεριακή Ισπανία και, όμως, έγιναν στόχος επίθεσης από τους εκεί κρατιστές φίλους του Σω), το σημαντικότερο όμως είναι ότι στηρίζεται στην άποψη ότι οι αναρχικοί είναι υπερβολικά γενναιόδωροι όσον αφορά την υπόθεσή τους περί καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης. Ο Σω θεωρεί ότι οι αναρχικοί είναι υπερβολικά αισιόδοξοι όταν αποδίδουν την έλλειψη κοινωνικότητας του ανθρώπου στις πιέσεις του διεφθαρμένου συστήματος υπό το οποίο στενάζει. Ακόμη κι αν εξαφανισθεί η πίεση, ο άνθρωπος δεν θα σκεφτεί σωστά, αλλιώς πώς προέκυψαν η διαφθορά και η καταπίεση;
Ο Ράσελ θεωρεί ότι ο σεβασμός προς την ελευθερία των άλλων δεν αποτελεί φυσική παρόρμηση στους περισσότερους ανθρώπους. Πίστευε ότι, αν οι πράξεις των ανθρώπων είναι «εντελώς ανεξέλεγκτες από κάποια εξωτερική εξουσία, δεν θα είχαμε έναν κόσμο μέσα στον οποίο όλοι οι άνθρωποι θα ήταν ελεύθεροι. Ο δυνατός θα καταπίεζε τον αδύναμο, ή η πλειοψηφία θα καταπίεζε τους πιό φιλ­συχους».[7] Αυτές οι παρορμήσεις, υποστήριζε ο Ράσελ, δεν οφείλονται αποκλειστικά σε ένα κακό κοινωνικό σύστημα, καθώς, όταν επικρατούν νέες συνθήκες ελευθερίας, οι άνθρωποι εύκολα ξαναγυρίζουν σε ακόμη πιό βάρβαρες συμπεριφορές και πρακτικές.[8] Σ’ αυτές τις παρορμήσεις, όπως υποστήριζε ο Ράσελ, θα μπορούσαν να μπουν φραγμοί από την κοινότητα, αλλά πιθανώς μόνο μέσω μιας παρατεταμένης βασιλείας του νόμου. Έτσι, έχουμε ένα ακόμη επιχείρημα κατά της δυνατότητας μιας πνευματικής επανάστασης, επιχείρημα που προσπαθεί να αντικρούσει την ιδέα της φυσικής καλοσύνης, θεωρώντας δεδομένη την φυσική ή την έμπρακτη κακία.
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΜΑΣ
Οι αναρχικοί είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι απέναντι στο μέγεθος της απανθρωπιάς ανθρώπου προς άνθρωπο, απέναντι στην διαιώνιση της αθλιότητας. Η ιδέα της έμφυτης καλοσύνης δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν ενεργεί απάνθρωπα. Σημαίνει ότι το μέγεθος και η συχνότητα της αθλιότητας ποικίλλουν ιστορικά. Σημαίνει ότι η έρευνα γίνεται για να δοθεί μια εξήγηση αυτής της διαφοροποίησης τόσο στο συνειδησιακό όσο και στο κοινωνικό πεδίο. Το να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως κακός, σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε την έρευνα, ότι συμφιλιωνόμαστε με την σημερινή συχνότητα και έκταση της αθλιότητας, ότι ερμηνεύουμε την Ιστορία και το μέλλον ως ανεπίδεκτα ουσιαστικής αλλαγής, ως ανίκανα για αλλαγή. Είναι σαν να λέμε ότι η αρρώστια είναι φυσικό φαινόμενο, περιορίζοντας έτσι την έρευνα για την ανεύρεση μέσων θεραπείας. «Ασφαλώς η αρρώστια είναι ένα φυσικό φαινόμενο. Όμως αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι κάθε δεδομένη αρρώστια έχει μια αιτία στην οποία μπορεί να αποδθεί, και ότι, αν ανακαλύψουμε την αιτία, μπορεί να κατορθώσουμε να την θεραπεύσουμε. Δεν αντικρούεις καθόλου αυτόν τον ισχυσμό όταν τονίζεις την βαρύτητα της αρρώστιας ή, ακόμη, όταν επισημαίνεις το γεγονός ότι οι σύγχρονες πρόοδοι που μας επέτρψαν να θεραπεύσουμε κάποιες αρρώστιες, έχουν γίνει αιτία για να πολλαπλασιαστούν άλλες.»[9] Οι αναρχικοί έχουν προβάλει ισχυρισμούς για την ανθρώπινη αθλιότητα παρόμοιους με εκείνους του Μονρό για την αρρώστια. Σε γενικές γραμμές, αναμφίβολα τα δεινά μάς συνοδεύουν πάντα όπως και η αρρώστια. Όμως, κάθε ένα από τα δεινά, όπως και κάθε αρρώστια, έχει συγκεκριμένες αιτίες, συνήθως κοινωνικές, και ίσως είναι δυνατόν να τις εξαλείψουμε. Οι αναρχικοί δεν αρνούνται ότι οι αιτίες είναι βαθιές και ότι είναι δύσκολο να εξαλειφθούν, αλλά το να ξεκινάει κανείς το ταξίδι είναι πιό ουσιώδες από το να παραμένει μέσα στα όρια της σκιάς του κράτους.
Οι έρευνες οικονομολόγων και φιλοσόφων έχουν απομονώσει ορισμένους παράγοντες που σχετίζονται με τα σημερινά οικονομικά δεινά: την ανάγκη των ιμπεριαλιστών για βασικές πρώτες ύλες,[10] το οριακό κι όμως σημαντικό και σταθεροποιητικό για την οικονομία κέρδος, που αποκτάται μέσω των διεθνών αγορών και της εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών,[11] την εξάρτηση από εξοπλισμούς και άχρηστες δαπάνες υπό συνθήκες αγοράς με στάσιμα πλεονάζοντα κέρδη,[12] και τις πολιτιστικές επιπτώσεις της κυριαρχίας, της καταστολής και της αμάθειας σε άλλες κοινωνικές εναλλακτικές λύσεις, σύμφυτες με το προβάδισμα της τεχνολογίας, την ιδεολογία της επιστήμης.[13]Ωστόσο, μόνον αυτός ο τελευταίος παράγων αρχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον των αναρχικών για τις εξουσιαστικές σχέσεις και την εξ αυτών απορρέουσα απουσία της συνείδησης της αναγκαιότητας για αλλαγή.[14] Η έλλειψη αυτής της συνείδησης επιτρέπει στα δεινά που υπάρχουν στον κόσμο, να επιβάλλονται με πολιτικά μέσα, αλλά και να επιβάλλονται από τους ίδιους τους ανθρώπους στον εαυτό τους. Απαιτεί δε από τον καθένα να εγκαταλείψει την έρευνα, να γίνει συμφεροντολόγος, εγωϊστής, εκμεταλλευτικός και, στα πλαίσια ενός φαύλου κύκλου, να επιβεβαιώσει την έμφυτη κακία του ανθρώπινου είδους.
Για να σπάσει αυτός ο κύκλος και να αφυπνιστεί αυτή η συνείδηση, είναι απαραίτητο ένα πνευματικό εγερτήριο. Για τον Τολστόι, αυτή η πνευματικότητα αποτελεί «μια αντίληψη της ζωής γεμάτη ευλάβεια, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος θεωρεί την γήϊνη ύπαρξή του ως μια πνευματική μόνο εκδήλωση της ολοκληρωμένης ζωής, συνδέοντας την δική του ζωή με την άπειρη ζωή και αναγνωρίζοντας την εκπλήρωση των νόμων αυτής της άπειρης ζωής ως την μεγαλύτερη ευτυχία. … Μόνο μια τέτοια σύλληψη της ζωής θα δώσει στους ανθρώπους την δυνατότητα … να συνενωθούν στα πλαίσια λογικών και δίκαιων μορφών ζωής».[15]Ο Τολστόι γράφει:
«Αν αυτό ισχύει, τότε είναι προφανές ότι η δραστηριότητα των ανθρώπων που επιθυμούν να υπηρετήσουν τον πλησίον τους, θα πρέπει να προσανατολιστεί όχι προς την εγκαθίδρυση νέων μορφών, αλλά προς την αλλαγή και την τελειοποίηση του χαρακτήρα τους, καθώς και του χαρακτήρα των άλλων ανθρώπων.
Όσοι λειτουργούν διαφορετικά, σε γενικές γραμμές πιστεύουν ότι η μορφή της ζωής των ανθρώπων και η αντίληψη που έχουν για την ζωή, μπορούν να βελτιωθούν ταυτόχρονα. Όμως, σκεπτόμενοι έτσι, διαπράττουν το σύνηθες λάθος να εκλαμβάνουν το αποτέλεσμα ως αιτία και την αιτία ως αποτέλεσμα ή ως έναν παρεπόμενο όρο.
Η αλλαγή του χαρακτήρα και της αντίληψης των ανθρώπων για την ζωή, εμπεριέχει αναπόφευκτα και την αλλαγή εκείνων των μορφών ζωής στα πλαίσια των οποίων είχαν ζήσει οι άνθρωποι, ενώ η αλλαγή της μορφής της ζωής όχι μόνο δεν συμβάλλει στην αλλαγή του χαρακτήρα και της αντίληψης των ανθρώπων για την ζωή, αλλά, περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, εμποδίζει αυτήν την αλλαγή στρέφοντας την προσοχή και την δραστηριότητα των ανθρώπων σε λάθος δρόμο. Το να αλλάξεις την μορφή της ζωής, ελπίζοντας ότι έτσι θα αλλάξεις τον χαρακτήρα και την αντίληψη των ανθρώπων για την ζωή, είναι σαν να αλλάζεις με διάφορους τρόπους την θέση του βρεγμένου κούτσουρου μέσα σε μια σόμπα, πιστεύοντας ότι μπορεί να υπάρξει γι’ αυτό μια θέση που θα το κάνει να ανάψει. Μόνο το στεγνό ξύλο ανάβει, ανεξάρτητα από την θέση που το έχουν βάλει.
Αυτό το λάθος είναι τόσο προφανές, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να υποπέσουν σ’ αυτό, αν δεν υπήρχε ένας λόγος που τους καθιστά επιρρεπείς σε αυτό. Αυτός ο λόγος είναι ο εξής: η αλλαγή του χαρακτήρα των ανθρώπων πρέπει να αρχίσει εκ των έσω και απαιτεί πολύ αγώνα και κόπο, ενώ η αλλαγή της μορφής της ζωής των άλλων επιτυγχάνεται εύκολα χωρίς την εσωτερική προσπάθεια που καταβάλλει κάποιος, ενώ εμφανίζεται ως μια πολύ σημαντική, μεγαλεπίβολη δραστηριότητα».[16]
Ουσιαστικά, η κοινωνική επανάσταση πρέπει να έρθει εκ των έσω και θα πρέπει κανείς να προσπαθεί να τελειοποιήσει τον εαυτό του και να οικοδομήσει μαζί με τους άλλους τους κοινωνικούς θεσμούς αυτής της αναγέννησης.[17] Η κριτική του Τολστόι στους αναρχικούς δεν αφορούσε τόσο αυτούς που επεξεργάζονταν μορφές κοινωνίας ή επικαλούνταν την ιστορική τους ύπαρξη, όσο τους άλλους που υιοθετούσαν αυτές τις μορφές χωρίς πνευματική επανάσταση, ή εμφάνιζαν αυτές τις μορφές ως προκατασκευασμένα προγράμματα για την νέα τάξη πραγμάτων (τις μόνες αποδεκτές, τις προσδοκώμενες μορφές κοινωνικής οργάνωσης), στα πλαίσια της οποίας τα άτομα θα προσαρμόζονταν και θα μεταμορφώνονταν, αντί να είναι τα ίδια οι κοινωνικοί δημιουργοί. Ίσως ο συλλογισμός του Τολστόι υποδεικνύει ότι οι συγκεκριμένες μορφές κοινωνίας των αναρχικών χωρίς την πνευματικότητα θα αποτελούσαν ένα ακόμη καταναγκαστικό πρόγραμμα που θα μετατρεπόταν σε μια μορφή κράτους. Κατά την γνώμη του Τολστόι, η ολοκλήρωση του ανθρώπου έγκειται σ’ αυτό που ο άνθρωπος είναι, δηλαδή το σημαντικό είναι να είσαι, όχι να έχεις.
Μπορούμε να δεχθούμε την κριτική του Τολστόι και να τονίσουμε την αναγκαιότητα της πνευματικής αναγέννησης, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να διερευνηθούν οι αναρχικές μορφές ζωής του παρελθόντος ή να μην παρουσιάζονται μελλοντολογικές θεωρήσεις ή φιλοσοφικές συλλήψεις. Το να είσαι, δεν σημαίνει να περιορίζεις την έκφραση, να επιβάλλεις βίαια ή όχι τρόπους στους άλλους. Για να παραφράσουμε τον Όσκαρ Ουάϊλντ: Ένας παγκόσμιος χάρτης που δεν συμπεριλαμβάνει μια τέτοια έκφραση, δεν αξίζει ούτε μια ματιά, διότι αφήνει έξω το μέρος στο οποίο αποβιβάζεται πάντοτε η ανθρωπότητα. Και όταν η ανθρωπότητα αποβιβάζεται κάπου, έχει τον νου της, κι όταν δει κάτι καλύτερο, ανοίγει πάλι πανιά.[18] Τα σχέδια των αναρχικών έχουν αποδειχθεί πολύ πρακτικά και πολύ απειλητικά. Εκτέθηκαν και συχνά καταδικάστηκαν ως ανεφάρμοστα, ως αντιστρατευόμενα την ανθρώπινη φύση. Για τον Ουάϊλντ, αυτή η εκτίμηση ήταν απόλυτα αληθινή. Οι αναρχικές ιδέες είναι ανεφάρμοστες και αντιστρατεύονται την ανθρώπινη φύση. Αλλά «γι’ αυτό αξίζει να τις εφαρμόσουμε και γι’ αυτό τις προτείνει κάποιος. Γιατί τι άλλο είναι ένα πρακτικό σχέδιο; Ένα πρακτικό σχέδιο είναι ή ένα σχέδιο που έχει ήδη υλοποιηθεί, ή ένα σχέδιο που θα μπορούσε να υλοποιηθεί υπό τις υπάρχουσες συνθήκες αλλά ακριβώς τις υπάρχουσες συνθήκες αποδοκιμάζει κανείς, ενώ κάθε σχέδιο που θα αποδεχόταν αυτές τις συνθήκες, είναι κακό και ανόητο».[19]
Αναρχισμός σημαίνει ένα εκτεταμένο δίκτυο ατόμων και ομάδων που παίρνουν τις δικές τους αποφάσεις, ελέγχουν την ζωή τους και αναπτύσσουν την ατομικότητά τους. Ατομικότητα σημαίνει το να αναπτύσσει κανείς τα χαρίσματά του και όχι να εγείρει εγωϊστικές αξιώσεις στους άλλους. Την κοινωνική οργάνωση αυτών των δικτύων την έχουν οραματισθεί υπό την μορφή κομμουνών, συμβου­λίων και συνδικάτων, άνθρωποι που ζουν και εργάζονται, βοηθώντας ανιδιοτελώς ο ένας τον άλλον· την δε οργάνωση της εργασίας/ζωής την έχουν οραματισθεί ως αποκεντρωτική, μεταξύ αλληλεπιδρώντων ατόμων τα οποία ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις αυτόνομα και ισότιμα. Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να οικοδομηθεί επί τη βάσει μιας σειράς αυτόνομων κοινοτήτων, οι οποίες θα μπορούν ελεύθερα να δημιουργούν ομοσπονδίες ή δεσμούς μεταξύ τους. Ο καταμερισμός των πόρων, που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή λόγω του κλίματος, της γεωγραφικής θέσης και της αφθονίας της περιοχής σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, θα γίνεται έξω από τα πλαίσια της σημε­ρινής διαδεδομένης πρακτικής ή του συμφέροντος που ικανοποιείται από κερδοσκοπικές ανταλλαγές και εκμεταλλευτικά προνόμια. Το κριτήριο τού Είναι έγκειται στην πνευματικότητα της σύνδεσης μιας ζωής με κάθε ζωή. Η αυτονομία της κοινότητας κάποιου, καθώς και η δέσμευσή του απέναντι σ’ αυτούς με τους οποίους βρίσκεται σε άμεση επαφή, δεν μειώνει την αναγνώριση των αναγκών των άλλων εκτός ομάδος, όπως δεν μειώνει και το ουσιαστικό κοινό στοιχείο τους, την ανθρωπιά τους.
Για μας αναρχισμός είναι η ηθική αρχή του αυτεξούσιου, της μη βίας, καθώς και μια διαρκής αναζήτηση της τελειότητας, της προσωπικής ευθύνης και της κοινωνικής ευημερίας. Ο αναρχισμός είναι μια ηθική αρχή που λαμβάνει την μορφή κανόνων κοινωνικής οργάνωσης, όπως την μορφή της αποκέντρωσης, της αμεσολάβητης κοινοτικής αυτονομίας και της αυτάρκειας. Ως μια αρχή της οργάνωσης των ενεργειακών πόρων, της τεχνολογίας και της παραγωγής και διανομής στην οικονομία, ο αναρχισμός ταυτίζεται με την αποκέντρωση.
Στην θέση της παραγωγής της πυρηνικής ενέργειας, του πετρελαίου από πετρελαιούχο σχιστόλιθο ή της αεριοποίησης του άνθρακος –τρόποι παραγωγής ενέργειας που απαιτούν συγκεντρωτική, εντατικής χρήσης κεφαλαίου ανάπτυξη, και είναι καταστροφικοί για το περιβάλλον[20]– προτείνονται η ηλιακή, η παλιρροϊκή και η αιολική ενέργεια, συνοδευόμενες από αρχιτεκτονικές καινοτομίες. Η ανά­πτυξη αυτών των μορφών ενέργειας απαιτεί αποκέντρωση της προσφοράς και της κατανομής. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις ατόμων και οι ενεργειακές τους ανάγκες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω αποκεντρωμένων πηγών ενέργειας. Κατά συνέπεια, η μη καταστροφική παραγωγή και διανομή ενέργειας πρέπει να συνοδεύεται από αποκεντρωμένες μορφές ζωής.
Παρομοίως, οι οικονομικοί τρόποι ανάπτυξης γιγαντισμός, πολυπλοκότητα, συγκεντρωτικός έλεγχος εντατικής χρήσης κεφαλαίου της μαζικής καταστροφής και η εκβιομηχάνιση, οδηγούν αναπόφευκτα στον τερματισμό της ανάπτυξης. Αυτός ο αναπόφευκτος τερματισμός απαιτεί μια οικονομική οργάνωση θεμελιωμένη σε μια επιταχυνόμενη παραγωγή μάλλον εντατικής χρήσης της εργασίας παρά του κεφαλαίου.[21] Η οικονομία πρέπει να στηρίζεται μάλλον στην συμμετοχική εργασία πάρα στην υψηλή, ενεργοβόρα και εξοβελίζουσα τον εργάτη τεχνολογία. Η ίδια η τεχνολογία πρέπει να σχεδιάζεται έτσι ώστε να μην είναι βίαιη, να σέβεται την φύση, τα άτομα που την χρησιμοποιούν και τα προϊόντα. Μια τέτοια οικονομία θα είναι προφανώς λιτή όσον αφορά την κατανάλωση και, φυσικά, δεν θα είναι ούτε ενάντια στην τεχνολογία, ούτε ενάντια στην γνώση. Η δημιουργία και η εφαρμογή ενδιάμεσης τεχνολογίας[22] και γνώσης πρέπει να συνδέεται με την ελευθερία και την ανάπτυξη όλων των ατόμων, διότι κάθε άτομο μέσω της αξιοπρέπειας της δραστηριότη­άς του, ολοκληρώνει τον εαυτό του και τους άλλους. Η εργασία δεν πρέπει να αποτελεί λειτουργία του απομονωμένου ατόμου, ούτε το άτομο να είναι ένα αντικείμενο, ένας χειραγωγούμενος συντελεστής στα μέσα παραγωγής.
Οι αναρχικοί έχουν εκπονήσει και εφαρμόσει πολυάριθμα δημιουργικά προγράμματα. Έχουν οργανώσει κοινόβια και «τράπεζες», και έχουν αναπτύξει την αυτοδιεύθυνση στην γεωργία, στο εργοστάσιο, στην κοινότητα και στην ομοσπονδία.[23] Έχουν οργανώσει αγρότες, εργάτες, πάρα πολλούς ανθρώπους, στην βάση της μη βίας και της ελπίδας για απελευθέρωση από την σημερινή και την μελλοντική τυραννία. (Σ.τ.σ.: «Στην βάση της μη βίας» σημαίνει ότι η βάση των διαρθρωτικών διευθετήσεων ήταν μη βίαιη. Δεν θέλουμε να αφήσουμε να εννοηθεί ότι αυτά τα προγράμματα και οι διευθετήσεις δεν αντιμετωπίστηκαν με βία (π.χ. Μεξικό, Ουκρανία, Ισπανία), ούτε ότι οι αναρχικοί/σοσιαλιστές δεν απάντησαν με βία υπερασπίζοντας την αυτονομία τους.) Ωστόσο, όλες αυτές οι προσπάθειες οδήγησαν στην συνειδητοποίηση ότι τα θεσμικά μέσα δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν καμία μεταμόρφωση της καρδιάς του ανθρώπου. Μόνο μέσα απ’ αυτήν την μεταμόρφωση θα μπορούσε να αναδυθεί μια «νέα» κοινωνία. Όπως δίδαξε ο Γκάντι: «Το πνεύμα της θυσίας, η θέληση και ο ενθουσιασμός των ίδιων των ανθρώπων και μόνο, μπορούν να επιφέρουν μια μόνιμη αλλαγή. Και αυτό δεν θα γίνει με την δύναμη, αλλά με το παράδειγμα της ανιδιοτελούς προσφοράς, καθώς και με την πρόσκληση και ευκαιρία να μετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν την ζωή τους».[24]
ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ
Από την ιστορία του εθνικού κράτους μπορεί να συναχθεί ότι η άρχουσα μειοψηφία προσπάθησε να νομιμοποιήσει την εξουσία της, διεκδικώντας μια σοβαρότερη δικαιολόγηση του δικαιώματός της να κυβερνά. Ταυτόχρονα, η κυβερνώμενη πλειοψηφία σπάνια είναι τόσο πειθήνια, ώστε να μην πιέζει για τέτοιου είδους δικαιολογήσεις. Ανάλογα με την ιδιαίτερη ιστορία τους, τα διάφορα εθνικά κράτη ανέπτυξαν εναλλακτικές κρατικο-ελιτίστικες διευθυντικές ιδεολογίες. Κατά μία εκδοχή, η άσκηση εξουσίας δικαιολογείται με τον ισχυρισμό ότι η άρχουσα μειοψηφία διαθέτει τα ανώτερα προσόντα που την καθιστούν ικανή να ικανοποιεί τα συμφέροντα των πολλών. Κατά μία άλλη, η εξουσία αμφισβητείται ολοκληρωτικά με το επιχείρημα ότι οι λίγοι απλώς διατάζουν ό,τι οι πολλοί επιθυμούν.
Πρόσφατα, στα πλαίσια της καθεμιάς διευθυντικής μεθόδου, έχει αναπτυχθεί μια ομάδα επαγγελματιών ιδεολόγων. Η επιστήμη, η τεχνολογία και η φιλοσοφία έχουν υποταχθεί στην μηχανή· οι νέοι μανδαρίνοι ανεβαίνουν στην σκηνή. Αξιώνουν καθολική ισχύ για ό,τι αποτελεί ιδιαίτερο συμφέρον μιας τάξης, ενός κόμματος, ενός εθνικού κράτους ή της ιδιοκτησίας,. Το ενδιαφέρον για την ανθρώπινη ελευθερία και διαφορετικότητα, καθώς και για μια δίκαιη κοινωνία, αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από τους νέους μανδαρίνους, ως κάτι μη πρακτικό ή ουτοπικό. Στις κρατικές δεξαμενές σκέψης, οι μανδαρίνοι δεν ψάχνουν για την αλήθεια και την δικαιοσύνη, αλλά προγραμματίζουν τις καλύτερες δυνατές λειτουργικές διευθυντικές εναλλακτικές λύσεις. Η δικαιοσύνη μεταμορφώνεται σε καθολικοποιημένη μεταχείριση, η ισότητα σε ομοιομορφία. Κάθε πιθανότητα για μη ιεραρχικές μορφές κοινωνικής ζωής απορρίπτεται. Η υπακοή στην ιεραρχία επικρατεί, ενώ διαιωνίζεται η ανθρώπινη δυστυχία. Πάντως, πολλοί τέτοιοι μανδαρίνοι, συνειδητοποιώντας την μεταμόρφωσή τους, αρνούνται το κρατικό ολοκαύτωμα και την μετατροπή τους σε αντικείμενα.
Στην πραγματικότητα, τα δεινά της ανθρωπότητας δεν μπορούν να εναποτεθούν απλώς μπροστά στις πόρτες των νομοθετικών σωμάτων της ελίτ ή των μανδαρίνων, διότι το κράτος είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι ιδέες μας, οι μεταξύ μας σχέσεις και η εκ μέρους μας αποδοχή της ιεραρχίας. Τα δεινά της πείνας, του πολέμου, της αδικίας και της καταπίεσης μπορούν να εξαλειφθούν. Όμως, τα παράπονα, οι συγκρούσεις, οι φιλονικίες και οι δυσαρέσκειες είναι επιθυμητά και αναπόφευκτα, εφ’ όσον η κοινωνική ζωή εμπλουτίζεται από τις διαφορές μας.
Ουσιαστικά, η κοινωνική επανάσταση πρέπει να έλθει εκ των έσω. Πρέπει να ξεκινήσει κανείς με την προσπάθεια τελειοποίησης του εαυτού του και με την δημιουργία νέων κοινωνικών θεσμών από κοινού με τους άλλους. Ακόμη και αν στις συγκεκριμένες προτάσεις των αναρχικών μπορεί να ασκηθεί κριτική, η φύση και το μεγαλείο των οραμάτων και των αναζητήσεών τους παραμένουν πέραν πάσης αμφισβητήσεως.
Σημειώσεις
1 Ward, Anarchy in Action, ό.π., σελ. 11.
2 Tolstoy, “Appeal to Social Reformers”, σελ. 100-17, στο βιβλίο τού Waldo R. Browne, Man or the State, Huebsch, Ν. Υ., 1919.
3 Στο ίδιο, σελ. 108.
4 Barrington Moore, ό.π., κεφ. 3, σελ. 74-5. Τα 4 ερωτήματα του Μούρ είναι τα εξής: «1) Στα πλαίσια των αναρχικών κοινοτήτων, πώς μπορεί να αποφευχθεί το είδος των ανταγωνισμών που έως τώρα ανέκαθεν μάστιζε τις ανεξάρτητες πολιτικές ομάδες; 2) Τι μπορεί να συμβεί εξ αιτίας του γεγονότος ότι κάποιες αναρχικές κοινότητες θα είναι πολύ πλουσιότερες από κάποιες άλλες και θα έχουν υπό τον έλεγχό τους πλουτοπαραγωγικές πηγές που θα χρειάζονται και οι άλλες; 3) Ίσως τέτοιες δυσκολίες θα ήταν λιγότερο σοβαρές σ’ έναν λιγότερο υλιστικό και εν μέρει αποβιομηχανοποιημένο κόσμο. Αλλά πόση ακριβώς αποβιομηχάνιση και τι είδους θα υποστήριζε ένας νεοαναρχικός, υπό το φως του παγκόσμιου πληθυσμού και της οικονομικής αλληλεξάρτ­σης; 4) Θα είναι σε θέση οι νεοαναρχικές κοινωνίες να ελέγχουν τις εγγενείς τάσεις εμφάνισης εμπόρων, χειραγωγών, μεσαζόντων, χωρίς να δημιουργούν έναν τόσο περιοριστικό ηθικό κώδικα και να τον επιβάλλουν με τόσο αδιάκριτες και ιεροεξεταστικές μεθόδους, ώστε να μολύνουν τον όλο πνευματικό πολιτισμό μ’ ένα καταπιεστικό μίασμα;». Ο Μουρ κρίνει ότι η αυτοδιεύθυνση είναι μια επινόηση για να αντισταθεί κανείς στις καταχρήσεις της εξουσίας, και όχι ένα πιθανό υποκατάστατο της κεντρικής εξουσίας ή κάποια λύση στο πρόβλημα ελέγχου της εξουσίας (σελ. 68).
5 Στο ίδιο, σελ. 135.
6. Εμείς θα αποδίδαμε αυτήν την αρνητική διαφήμιση στον ιστορικά ατελή ή παραπλανητικό τρόπο με τον οποίο ο Μουρ παρουσιάζει τις προσπάθειες για άμεση δημοκρατία, τις αναρχικές αντιλήψεις για την δημοκρατία, καθώς και τις λογικά αστήρικτες υποθέσεις του περί αναγκαιότητας της κεντρικής εξουσίας.
«Η άμεση δημοκρατία φέρνει στον νου την θεωρία και την πρακτική τέτοιων πειραμάτων λαϊκού ελέγχου, όπως οι συνεδριάσεις των Παρισινών Τομέων των Αβράκωτων, στην διάρκεια της σύντομης περιόδου αρκετά πριν την πτώση του Ροβεσπιέρου, όταν διέθεταν κάποια πραγματική ισχύ, καθώς επίσης και τα Ρωσικά Σοβιέτ κατά την διάρκεια της περιόδου που όντως ασκούσαν κάποια εξουσία και η οποία επίσης υπήρξε πολύ σύντομη. Μια βασική λεπτομέρεια όλων αυτών των διευθετήσεων είναι ότι όντως προσέφεραν κάποια ευκαιρία, έστω και αν κατά κανέναν τρόπο αυτή δεν ήταν ολοκληρωμένη, για να ακουστεί η ίδια η φωνή των θυμάτων του κοινωνικού καθεστώτος. Εκείνη την χρονική στιγμή, η επαναστατική τρομοκρατία είχε προσωρινά απομακρύνει από τον στίβο αυτήν την μερίδα του πολιτικού φάσματος που σε «φυσιολογικούς» καιρούς είναι η πλέον ευδιάκριτη, δηλαδή τις παλιές ελίτ φυσικά. Αλλά μετά από ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, η επαναστατική τρομοκρατία στράφηκε ενάντια στην άμεση δημοκρατία. Η συνήθης εξήγηση είναι η αναγκαιότητα αποκατάστασης της τάξης, καθώς και το ανέφικτο να ληφθεί υπ’ όψιν με τέτοια μέσα το σύνολο των απαιτήσεων όλης της κοινωνίας, δηλαδή να ληφθούν και να συντονιστούν οι αποφάσεις μυριάδων ξεχωριστών ομάδων αμόρφωτων ανθρώπων. Αυτή είναι πράγματι μια αποφασιστικής σημασίας πλευρά της Ιστορίας, αλλά δεν εξετάζει τίνος ο νόμος και η τάξη αποκαταστάθηκε, ούτε και προς όφελος τίνος έγινε αυτή η αποκατάσταση. Γενικά, μπορεί κανείς να ισχυρίζεται με σιγουριά ότι η αποκατάσταση της τάξης και της ασφάλειας δεν έγινε προς όφελος του απλού λαού, προς τιμήν του οποίου είχαν διακηρυχτεί οι επαναστάσεις. Ούτε είναι δυνατόν, νομίζω, να διαχωρίσουμε την αρχική χρήση της επαναστατικής τρομοκρατίας ενάντια στην παλιά ελίτ από την ύστερη χρήση της ενάντια στον απλό λαό. Η άμεση δημοκρατία γεννά την επαναστατική τρομοκρατία, δηλαδή την ίδια της την νέμεση.» (σελ. 65-6).
Υπάρχουν ορισμένες παρατηρήσεις που πρέπει να γίνουν ως προς αυτό το επιχείρημα: 1) Είναι όντως οι παλιές ελίτ οι πλέον ευδιάκριτες μέσα στο πολιτικό φάσμα; 2) Ο νόμος και η τάξη που αποκαταστάθκαν δεν ήταν ο νόμος και η τάξη των κοινωνικών επαναστατών, του απλού λαού. 3) Ο Μουρ δεν εξετάζει την περίπτωση της Ισπανίας, ένα από τα σαφέστερα παραδείγματα των δυνατοτήτων του αναρχισμού. 4) Απορρίπτει ο Μουρ την επαναστατική τρομοκρατία ως μέσον της επανάστασης; Αν ναι, συμφωνούμε. 5) Από τα επιχειρήματα του Μουρ δεν προκύπτει ότι η άμεση δημοκρατία γεννά την επαναστατική τρομοκρατία. Η επαναστατική τρομοκρατία δημιουργήθηκε από τις νέες ελίτ, τους εξουσιαστές σφετεριστές και εκμεταλλευτές της επαναστατικής κατάστασης. Αυτή η τρομοκρατία επιβλήθηκε στον λαό απ’ έξω, στην Ρωσία υποστηρίχτηκε από τις κυρίαρχες ελίτ της Δύσης, και δεν γεννήθηκε από την άμεση δημοκρατία. Το επιχείρημα του Μουρ, σ’ αυτό το κεφάλαιο και στην εκτίμησή του για τον αναρχισμό, δέχεται την αναγκαιότητα των ελίτ και της εξουσίας (σελ. 76). Πολυάριθμες ιστορικές αναφορές (Βολίν, Τσόμσκι, Κροπότκιν, Γκερέν, κ.ά.) αποδεικνύουν την ελλιπή παρουσίαση του ιστορικού γεγονότος από τον Μουρ σ’ αυτό το επιχείρημα. Ο ίδιος ο Μουρ κάνει μια πληρέστερη αναφορά σ’ ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου (σελ. 177). Η υπόθεσή του περί της αυταρχικής συγκεντρωποίησης της εξουσίας συναντά ελάχιστη υποστήριξη και μεγάλη δυσφορία.
7 George Bernard Shaw, “The Impossibilities of Anarchism”, στο βιβλίο των Leonard Krimerman και Lewis Perry,Patterns of Anarchy, Anchor Books, Ν.Υ., 1966, σελ. 509.
8 Bertrand Russell, “Proposed Roads to Freedom: Socialism, Anarchism and Syndicalism”, στο Krimerman καιPerry, ό.π., σελ. 491-2. Ο ισχυρισμός του Ράσελ είναι ο εξής: «Το συμπέρασμα που φαίνεται ότι μας επιβάλλεται, είναι ότι το αναρχικό ιδανικό περί κοινότητας, στην οποία δεν υπάρχουν πράξεις που να απαγορεύονται διά νόμου, δεν είναι, προς το παρόν, επ’ ουδενί συμβατό με την σταθερότητα ενός κόσμου όπως αυτός που επιθυμούν οι αναρχικοί. Για να αποκτήσουμε και να διατηρήσουμε έναν κόσμο που να μοιάζει, όσο το δυνατόν περισσό­τερο, με αυτόν που επιδιώκουν, θα εξακολουθεί να είναι αναγκαία η διά νόμου απαγόρευση ορισμένων πράξεων. Μπορούμε να κατατά­ξουμε τις κυριότερες από αυτές σε 3 κατηγορίες: 1) κλοπή, 2) εγκλήματα βίας, 3) δημιουργία οργανώσεων που αποσκοπούν να ανατρέψουν βιαίως το αναρχικό κοινωνικό καθεστώς…
«1. Κλοπή –Είναι αλήθεια ότι σ’ έναν αναρχικό κόσμο δεν θα υπάρχει ανέχεια και, επομένως, δεν θα υπάρχουν κλοπές που οφείλονται στην πείνα. Αλλά σήμερα τέτοιες κλοπές δεν είναι, σε καμία περίπτωση, ούτε οι πιό σημαντικές ούτε οι πιό βλαβερές. Το σύστημα του δελτίου που θα εφαρμοστεί στα είδη πολυτελείας, θα αφήσει πολλούς ανθρώπους με λιγότερα είδη πολυτελείας από αυτά που ίσως επιθυμούν. Θα προσφέρει ευκαιρίες για κερδοσκοπία σ’ αυτούς που έχουν τον έλεγχο των αποθεμάτων του δημοσίου, καθώς και την δυνατότητα ιδιοποίησης πολύτιμων αντικειμένων τέχνης που κανονικά φυλάσσονται στα δημόσια μουσεία. Θα μπορούσαμε να αντιτείνουμε ότι τέτοιες μορφές κλοπής θα εμποδίζονταν από την κοινή γνώμη. Αλλά η κοινή γνώμη δεν είναι πολύ αποτελεσματική όσον αφορά το άτομο, εκτός αν αυτή είναι και η γνώμη της δικής του ομάδας. Μια ομάδα ανθρώπων που ενώνονται με στόχο την κλοπή, θα μπορούσε εύκολα να αψηφήσει την κοινή γνώμη της πλειοψηφίας, εκτός αν αυτή η κοινή γνώμη γινόταν αποτελεσματική χρησιμοποιώντας βία εναντίον της. Πράγματι, είναι πιθανόν αυτή η βία να ασκείτο μέσω της λαϊκής αγανάκτησης, αλλά, σ’ αυτήν την περίπτωση, θα αναβιώναμε τα κακά του ποινικού νόμου μαζί με τα επιπρόσθετα κακά της αβεβαιότητας, της βιασύνης και του πάθους, τα οποία είναι αδιαχώριστα από την πρακτική του λιντσαρίσματος. Εάν, όπως έχουμε προτείνει, κρινόταν απαραίτητο να προσφέρουν ένα οικονομικό κίνητρο για εργασία, επιτρέποντας λιγότερες πολυτέλειες στους αργόσχολους, αυτό θα συνιστούσε ένα νέο κίνητρο για να κλέψουν και μια νέα αναγκαιότητα για κάποια μορφή ποινικού δικαίου.
2. Εγκλήματα βίας –Η σκληρότητα απέναντι στα παιδιά, τα εγκλήματα ζηλοτυπίας, ο βιασμός κ.ο.κ., είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα συμβαίνουν ως έναν βαθμό σε οποιαδήποτε κοινωνία. Η πρόληψη τέτοιων πράξεων είναι βασική για την ύπαρξη της ελευθερίας των αδυνάτων. Αν δεν γίνεται κάτι για να τις παρεμποδίσει, θα υπάρχει φόβος ότι οι συνήθειες της κοινωνίας θα αγριέψουν σταδιακά, και ότι οι πράξεις που τώρα είναι σπάνιες, θα πολλαπλασιαστούν. Αν οι αναρχικοί έχουν δίκιο, ισχυριζόμενοι ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου οικονομικού συστήματος όπως αυτό που επιθυμούν, θα εμπόδιζε την διάπραξη τέτοιου είδους εγκλημάτων, οι νόμοι που θα τα απαγόρευαν δεν θα έβλαπταν την ελευθερία. Αν απ’ την άλλη μεριά, η παρόρμηση προς τέτοιες πράξεις συνέχιζε να υπάρχει, θα ήταν απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για να αποτρέψουν τους ανθρώπους να ενδώσουν σ’ αυτήν.
3. Η τρίτη κατηγορία δυσκολιών και σοβαρότερη είναι και συνεπάγεται μια πολύ πιό δραστική παραβίαση της ελευθερίας. Και δεν αντιλαμβάνομαι πώς ένας ιδιωτικός στρατός θα μπορούσε να είναι ανεκτός στα πλαίσια μιας αναρχικής κοινότητας, και πώς θα μπορούσε να εμποδιστεί αυτό παρά μόνο με μια γενική απαγόρευση της οπλοφορίας. Αν δεν υπήρχε μια τέτοια απαγόρευση, οι αντίπαλες παρατάξεις θα οργάνωναν αντίπαλες δυνάμεις, κι αυτό θα κατέληγε σε εμφύλιο πόλεμο. Επιπλέον, αν υπάρχει μια τέτοια απαγόρευση, δεν μπορεί εύκολα να εφαρμοστεί χωρίς μια πολύ σημαντική παραβίαση της ελευθερίας του ατόμου. Χωρίς αμφιβολία, μετά από κάποιο διάστημα, η ιδέα της χρήσης βίας για την επίτευξη ενός πολιτικού στόχου μπορεί να σβήσει, όπως έγινε και με την πρακτική της μονομαχίας. Όμως, τέτοιες αλλαγές στις συνήθειες και την νοοτροπία, διευκολύνονται από τις νομικές απαγορεύσεις και δύσκολα θα συνέβαιναν χωρίς αυτές. Σήμερα, ένα πολύ μεγάλο μέρος του ποινικού δικαίου ασχολείται με την διαφύλαξη των δικαιωμάτων της ιδιοκτησίας, δηλαδή όπως έχουν τώρα τα πράγματα– των άδικων προνομίων των πλουσίων. Αυτοί, των οποίων οι αρχές τούς οδηγούν σε σύγκρουση με την κυβέρνηση, όπως είναι οι αναρχικοί, απευθύνουν μια εξαιρετικά σοβαρή κατηγορία ενάντια στον νόμο και τις αρχές για τον άδικο τρόπο με τον οποίο υποστηρίζουν το κατεστημένο.
Πολλές από τις πράξεις με τις οποίες κάποιοι άνθρωποι έχουν γίνει πλούσιοι, είναι πολύ πιό επιζήμιες για την κοινότητα απ’ ό,τι τα ασήμαντα εγκλήματα των φτωχών, παρ’ όλα αυτά, παραμένουν ατιμώρητες επειδή δεν έρχονται σε αντίθεση με το υπάρχον καθεστώς. Αν η εξουσία της κοινότητας πρέπει να είναι σε θέση να εμποδίζει ορισμένες κατηγορίες πράξεων με την μεσολάβηση του ποινικού δικαίου, είναι εξίσου απαραίτητο αυτές οι πράξεις να είναι πράγματι εκείνες που είναι επιζήμιες για την κοινότητα, όπως επίσης είναι απαραίτητο η μεταχείριση των «εγκληματιών» να απαλλαγεί από την αντίληψη της ενοχής και να εμπνευσθεί από το ίδιο πνεύμα που επιδεικνύεται στην θεραπεία της αρρώστιας. Αλλά, αν πληρούνταν αυτοί οι δύο όροι, δεν μπορώ παρά να σκεφτώ ότι μια κοινωνία που θα διατηρούσε την ύπαρξη του νόμου, θα ήταν προτιμότερη από μια κοινωνία διευθυνόμενη σύμφωνα με τις γνήσιες αρχές του Αναρχισμού.
Τώρα μπορούμε να συνοψίσουμε τα συμπεράσματά μας όσον αφορά τις εξουσίες της κυβέρνησης.
Το κράτος, αντίθετα με ό,τι προβάλλουν οι αναρχικοί, φαίνεται ότι είναι ένας αναγκαίος θεσμός για την επίτευξη ορισμένων σκοπών. Ο πόλεμος και η ειρήνη, οι δασμοί, οι υγειονομικοί κανονισμοί και οι κανονισμοί για την πώληση βλαβερών φαρμάκων, η διατήρηση ενός δίκαιου συστήματος διανομής: αυτές, μεταξύ άλλων, είναι λειτουργίες που δύσκολα θα μπορούσαν να εκπληρωθούν σε μια κοινότητα στην οποία δεν υπάρχει κεντρική κυβέρνηση. Πάρτε για παράδειγμα την διακίνηση του αλκοόλ ή του οπίου στην Κίνα. Αν το αλκοόλ μπορούσε να αποκτηθεί σε τιμή κόστους χωρίς φορολογία, ακόμη περισσότερο θα μπορούσε να αποκτηθεί δωρεάν, όπως υποτίθεται ότι θέλουν οι αναρχικοί. Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι δεν θα είχαμε μια μεγάλη και καταστροφική αύξηση του αλκοολισμού; Η Κίνα οδηγήθηκε στο χείλος της καταστροφής εξ αιτίας του οπίου, ενώ κάθε Κινέζος πατριώτης επιθυμούσε να δει τον περιορισμό της διακίνησης του οπίου. Σε τέτοια θέματα η ελευθερία δεν είναι πανάκεια, και κάποιος βαθμός νομικών περιορισμών φαίνεται επιβεβλημένος χάριν της δημόσιας υγείας.»
9 Στο ίδιο, σελ. 492.
10 D.H. Monro, “Godwin’s Moral Philosophy”, στο Krimerman και Perry, ό.π., σελ. 545.
11 Gabriel Kolko, The Roots of American Foreign Policy, Beacon, Boston, 1969.
12 Harry Magdoff, The Age of Imperialism: The Economics of U.S. Foreign Policy, Monthly Review Press, Ν. Υ., 1969.
13 Paul A. Baran, The Political Economy of Growth, Monthly Review Press, Ν. Υ., 1957· Πωλ Α. Μπάραν και Πωλ Μ.Σουήζυ, Μονοπωλια­κός Καπιταλισμός, ελλ. μετ., εκδ. Gutemberg.
14 Χέμπερτ Μαρκούζε, Ο Μονοδιάστατος Άνθρωπος, ελλ. μετ, εκδ. Παπα­ζήση.
15. Ο Μουρ αναφέρεται σ’ αυτό το θέμα σε μια διαφωτιστική εξέταση ως την απουσία αιτήματος για αλλαγή. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε την λέξη αίτημα επειδή υποδηλώνει σχέσεις εξουσίας, τέτοιες ώστε κάποιος να έχει την δύναμη να ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα –ώστε τα δεινά να μπορούσαν να μειωθούν από τις πολιτικές αρχές προς τις οποίες θα απευθύνονταν τα αιτήματα. Η εκ μέρους μας χρήση της φράσης συνείδηση της αναγκαιότητας για αλλαγή, υποδηλώνει ότι τα άτομα δεν μπορούν να βασίζονται σε πολιτικές/εξουσιαστικές δομές, αλλά μάλλον πρέπει να αλλάξουν τα ίδια. Παρ’ όλα αυτά, είναι ενδιαφέροντα τα σχόλια του Μουρ σχετικά με την αμερικανική κοινωνία (σελ. 144-6 στο Moore, ό.π.). «Αν και οι δυνάμεις που ωθούν την αμρικανική κοινωνία προς την κατεύθυνση της κυριαρχίας και της καταπίεσης είναι πράγματι ισχυρές, δεν συνιστούν κάποιο είδος ανυπέρβλητης επιταγής, ενσωματωμένης στην ίδια την δομή του κοινωνικού της καθεστώτος. Η ληστρική λύση στα εσωτερικά κοινωνικά της προβλήματα, δεν είναι ούτε η αναγκαία, ούτε η μόνη λύση. Μάλλον είναι απλώς η πλέον οφθαλμοφανής και, βραχυπρόθεσμα, η πλέον ευχάριστη, εύκολη και φθηνή για έναν μεγάλο αριθμό Αμερικανών πολιτών.
Ούτε είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς τις βασικές αιτίες. Για μια πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, το κύριο κόστος της ληστρικής λύσης βαρύνει τους ξένους, τώρα κυρίως τους ανθρώπους με σκουρόχρωμο δέρμα στην Ασία και στην Λατινική Αμερική. Τέτοια άτομα βρίσκονται συνεπώς έξω από τους λεπτούς δεσμούς ταύτισης που αισθάνονται με αυτούς που συμμετέχουν στον Δυτικό “ανεπτυγμένο” πολιτισμό. Σ’ έναν μικρότερο και πολύ πιό έμμεσο βαθμό, το κόστος βαρύνει επίσης τους ξένους τής ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας, κυρίως τα κατώτατα στρώματα του πληθυσμού, μεγάλο μέρος των οποίων έχει επίσης σκουρόχρωμο δέρμα, και των οποίων οι ανάγκες παραμελούνται χάριν της επένδυσης στην καταστροφή. Ωστόσο, ακόμη και πολλοί από αυτούς έχουν κάποια κέρδη από την ληστρική λύση, κέρδη που πιθανόν είναι άμεσα και χειροπιαστά, όπως η προσωρινή απόδραση από το γκέτο στις ένοπλες δυνάμεις, αν και η αδιαφορία παραμένει διαδεδομένη. Επίσης συμμετέχουν και άλλοι στα κέρδη, αν και καθόλου ισότιμα. Για τους εργάτες, το να έχουν εργασία είναι προτιμότερο απ’ ο,τιδήποτε θυμίζει επίδομα ανεργίας.
Γιατί να ζητούν αλλαγή μεγάλα τμήματα του κοινού, εφ’ όσον άλλοι επωμίζονται το βασικό κόστος της ληστρικής πολιτικής και η συντριπτική πλειοψηφία αντλεί κάποιο μικρό κέρδος από αυτό; Ή, θα μπρούσε κανείς να πει ότι, στον βαθμό που οι ζημίες τους παίρνουν την μορφή της αργής υποβάθμισης του περιβάλλοντος της πόλης, της αυξανόμενης έλλειψης ανέσεων, ή της ζωής χωρίς τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού, που οι μάζες ποτέ δεν έμαθαν να επιζητούν με ιδιαίτερο πάθος –νοσοκομεία, σχολεία, στέγαση, καθαρό αέρα. Αυτά είναι ζητήματα ως προς τα οποία είναι αδύνατον να διεγείρει κανείς πολιτικά πάθη, αν και είναι θέματα για τα οποία οι Αμερικανοί θα καταβάλλουν τεράστιες ατομικές προσπάθειες, εφ’ όσον ξεπεράσουν ένα ορισμένο επίπεδο οικονομικής επιτυχίας. Κύρια απασχόληση των περισσοτέρων ανθρώπων είναι πιθανόν να παραμείνουν, ως συνήθως, οι ιδιωτικές υποθέσεις. Η στάση τους απέναντι στην πολιτική, θα έλεγα ότι είναι μια στάση ήπια δυσαρεστημένης αδιαφορίας, με όχι και τόσο λανθάνουσες επιθετικές τάσεις απέναντι σε οποιοδήποτε άτομο ή ομάδα απειλεί την καθημερινή τους ρουτίνα ή την περιορισμένη ασφάλεια των πόρων ζωής τους. Ίσως πολλοί από αυτούς να προσαρμόζονταν με μεγάλη ευχαρίστηση και να επιθυμούσαν μια καλύτερη κοινωνία, μια κοινωνία που θα έκανε πιό ανθρώπινη την χρήση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της και λιγότερο καταστροφική, αν αυτή γινόταν γι’ αυτούς ως άτομα μια πραγματική και άμεση δυνατότητα. Ωστόσο, είναι απίθανο να κάνουν κάτι γι’ αυτήν από μόνοι τους ή στα πλαίσια ενός συλλογικού εγχειρήματος. Επιπλέον, ένα ολόκληρο πλήθος εμπειριών και παραδόσεων που βασίζονται σ’ αυτές τις εμπειρίες, στα πλαίσια των οποίων αυτοί θα έπρεπε να επωμισθούν το βάρος καλοπροαίρετων προσπαθειών βελτίωσης, κάνει πάρα πολλούς Αμερικανούς να αντιστέκονται και να είναι καχύποπτοι απέναντι στους “ξένους” που επιδιώκουν να τους οργανώσουν για οποιοδήποτε συλλογικό εγχείρημα θυμίζει ανατροπή του κοινωνικού κόσμου τον οποίο έχουν συνηθίσει.»

Advertisements

Δοκίμιο για τον Αναρχισμό

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s