ΡΟΔΟΝ, Η ιστορία του…

Ήταν η εποχή που ο Φώτης Μπόμπολας, υιός του Γιώργου Μπόμπολα, που είχε αρχίσει να οικοδομεί τον εκδοτικό κολοσσό ονόματι «Πήγασος», είχε γυρίσει από τις σπουδές του στο εξωτερικό και με τους κολλητούς του Γιώργο Σταυράκη και Γιώργο Μπουρνάζο, αντί να κάνουν κοσμικές εμφανίσεις και ντίσκο φιγούρες στις Μπαρμπαρέλες της Αθήνας, πήγαιναν στον unροδον (1)derground Πήγασο (απλή συνωνυμία) των Εξαρχείων και άκουγαν Ramones. Κάπου ανάμεσα σ’ εκείνο το εξαρχειώτικο στέκι και στο Club 22 του (ορκισμένου ροκά και άλλοτε ραλίστα) Μάκη Σαλιάρη, που εκείνη την περίοδο είχε αρχίσει να κάνει σποραδικές (αλλά σημαντικές) συναυλίες, ο Φώτης Μπόμπολας έριξε την ιδέα για τη δημιουργία ενός συναυλιακού χώρου σαν αυτούς που είχαν δει στο εξωτερικό. Μπορώ να φανταστώ τους πάντες, φρικιά και μη, να μαθαίνουν για το σχέδιο και να λένε μεταξύ τους «υπάρχει ένας πλούσιος που θέλει να κάνει το αθηναϊκό Marquee και πρέπει να τον βοηθήσουμε»……
Και πράγματι, τον βοήθησαν. «Όποιος άκουγε την ιδέα τότε ενθουσιαζόταν πολύ. Και όποιον θεωρούσε ο Μπόμπολας ικανό προσπαθούσε να τον ανεβάσει στο τρένο για να κάνουμε την ιδέα να υλοποιηθεί», λέει ο Θοδωρής Μανίκας, μουσικός και παραγωγός, που ήταν υπεύθυνος του Ρόδον τα δυο πρώτα χρόνια λειτουργίας του. “Εγώ τότε δούλευα ως παραγωγός στον δίσκο του Μάκη Χριστοδουλόπουλου Να ’χαν οι καρδιές αμπάρες και όταν άκουσα την ιδέα τα παράτησα όλα και πήγα να δουλέψω στο Ρόδον». Ήταν Μάρτιος του 1987. Ο Ντάνι, που είχε τον εξαρχειώτικο Πήγασο (και που στο μέλλον θα γινόταν υπεύθυνος του μπαρ του Ρόδον) μαζί με τον (γίγαντα, κυριολεκτικά και μεταφορικά) Κουτσούμπα, ήξερε τις διαθέσεις του Μπόμπολα και είχε το νου του. Μια μέρα πέρασε από την οδό Μάρνη, κοντά στην πλατεία Βάθη, και παρατήρησε ότι υπήρχε εκεί ένα κτίριο που εξωτερικά έμοιαζε με παλιό κινηματογράφο και που ταίριαζε με τις αναζητήσεις του Μπόμπολα. Έπειτα από ψάξιμο, διαπιστώθηκε ότι πράγματι το κτίριο υπήρξε κινηματογράφος ταινιών Β’ προβολής ονόματι Ρόδον, που τα καλοκαίρια στην ταράτσα του λειτουργούσε θερινό κινηματοθέατρο (απ’ όπου είχαν περάσει και τα καμπαρέ του Ορέστη Λάσκου), καθώς και ότι τότε χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη ηλεκτρικών ειδών της εταιρίας Sanyo. Ύστερα από λίγο κλείνεται η συμφωνία ενοικίασης (και, δυστυχώς για το μέλλον του χώρου, όχι αγοράς) και όλοι όσοι είχαν «ανεβεί στο τρένο» αρχίζουν να δουλεύουν για την υλοποίηση του πρότζεκτ «κανονικό-λαιβάδικο-στην-Αθήνα»….

Έτσι, στις 5 Νοεμβρίου του 1987 όσοι είχαν στα χέρια τους μια πρόσκληση που έγραφε «Ρόδον, Μάρνη 24. Συναυλία: Ο Δημήτρης Πουλικάκος και οι Άλλα Μαντάτα & Yeah! Ανοίγουμε. Ελάτε!» θα μπορούν να διηγούνται στα εγγόνια τους ότι ήταν παρόντες στην πρώτη συναυλία του Ρόδον (με τη μόνη διαφορά ότι τα εγγόνια τους δεν θα ξέρουν τι εστί Ρόδον). Μαύρη μαυρίλα παντού, ένα μπαρ στα δεξιά, εξώστης για όσους ήθελαν να βλέπουν (μαζί με τον ηχολήπτη) αφ΄υψηλού τη σκηνή (εισπνέοντας όμως διπλάσια ποσότητα κάπνας), τουαλέτες στο υπόγειο, ένα μικρό μπαρ-φουαγιέ, ένας dj σε ένα κουβούκλιο στα αριστερά και οι πρώτες κιθάρες στην υπερυψωμένη σκηνή. Ήταν τα άτυπα εγκαίνια, ένα είδος pre-opening party για φίλους και γνωστούς (που τελικά αποδείχτηκαν πολλοί) και μια πρόβα τζενεράλε για την πρώτη μεγάλη συναυλία που θα φιλοξενούσε το νεοσύστατο κλαμπ της Αθήνας: τους Αυστραλούς Triffids, που θα εμφανίζονταν την επόμενη ημέρα….

Το Ρόδον ήρθε να νομιμοποιήσει την υπόθεση «ροκ συναυλία» στην Ελλάδα και μάλιστα γρήγορα αναρριχήθηκε στην κορυφή όχι μόνο της εγχώριας μουσικής σκηνής, αλλά και της διεθνούς. «Δεν είναι τυχαίο ότι το Ρόδον βρίσκεται στο Τop 3 των Ευρωπαϊκών κλαμπ, σύμφωνα με τους Ευρωπαίους ατζέντηδες, αλλά και στην σελίδα 392 της αυτοβιογραφίας του Έρικ Μπάρντον ως το καλύτερο κλαμπ στο οποίο έχει παίξει παγκοσμίως» δηλώνει ο Νίκος Χασσίδ, διευθυντής της Άνωσης και του Ρόδον, στο τελευταίο τεύχος του μουσικού περιοδικού Sonik. Πράγματι, οι ατζέντηδες αλλά και τα περιοδεύοντα συγκροτήματα ανέβασαν το Ρόδον στην πρώτες θέσεις τον προτιμήσεων τους. Και αυτό δεν ήταν λίγο για την Αθήνα του 1987, που ως τότε περιλαμβανόταν μόνο στον τριτοκοσμικό ροκ χάρτη….

«Το ’89 έπαιξαν οι Pixies στην τελευταία συναυλία του Ρόδον για τη σεζόν. Το άλμπουμ Doolittle είχε βγει τότε στην Ελλάδα μια εβδομάδα νωρίτερα από τον υπόλοιπο κόσμο, λόγω Γιάννη Πετρίδη. Ήταν πολύ φτηνό το εισιτήριο και οι πρώτες 100 κοπέλες έμπαιναν δωρεάν, με αποτέλεσμα να είναι τρομερό το πάθος του κόσμου και οι Pixies να μην πιστεύουν στα μάτια τους. Μέχρι κι ο Σαντιάγκο, που συνήθως είναι ήρεμος, ξέφυγε κάποια στιγμή και πήγε να τα διαλύσει», θυμάται ο Παντελής Γκουδής, που έχει θητεία σε δισκογραφικές εταιρίες. «Έχουν συμβεί αρκετά τα οποία τιμούν το γνωστό rock’n’roll τρίπτυχο. Ας πούμε ο Iggy να κατεβάζει τα παντελόνια και να μένει ολόγυμνος στη σκηνή όταν κατάλαβε πως υπήρχαν συνεργεία τηλεόρασης», λέει ο Μανώλης Κιλισμανής, υπεύθυνος των μουσικών παραγωγών της Άνωσης και του Ρόδον. Και ο Σπήλιος Λαμπρόπουλος, που τότε δούλευε στο περιοδικό Ποπ & Ροκ, θυμάται τους Cramps: «Ο Lux Interior έβγαλε το πουλί του έξω, ύστερα ανέβηκε στα μόνιτορ και μετά έβγαλε την μπότα της Poison Ivy, τη γέμισε με σαμπάνια και την ήπιε». «Υπάρχουν όμως και οι παντελώς άσχετοι με το αντικείμενο» συμπληρώνει ο Μανώλης Κιλισμανής «αυτοί που που είδαν φως και μπήκαν επειδή κάποια συναυλία είχε θεωρηθεί κοινωνικό γεγονός. Στην τελευταία συναυλία των Primal Scream π.χ. με ρωτούσαν στο τηλέφωνο πότε εμφανίζεται η Κέιτ Μος, λες και οι Primal Scream δεν υπήρχαν!» ….

Από την αρχή, ροκάδες, μεταλάδες, πανκιά, εναλλακτικοί και κάθε άλλη μουσική τάση στήθηκαν στην ουρά της στενής εισόδου που έβγαινε στο πεζοδρόμιο της Μάρνη για να περάσουν, σε άλλη μουσική διάσταση και όχι μόνο. Πέτσινα, φλάι, λύκοι, μακριά, ξυρισμένα και κοντά μαλλιά, μάρτινς, γκέτες, περφέτο,  κολλητά τζιν με τα λεφτά στη μια κωλότσεπη και το γεμάτο ή άδειο πακέτο τσιγάρα στην άλλη. Στην καλή περίπτωση κάποια εταιρεία τσιγάρων θα μοίραζε δωρεάν πακέτο στην είσοδο. Προτού ανοίξει τις πύλες του το «Ρόδον» οι συναυλίες γίνονταν κατά κύριο λόγο σε κλειστά γήπεδα μπάσκετ όπως η Λεωφόρος, το Σπόρτινγκ και ο Μύλωνας. Συνηθισμένος χώρος ήταν Λυκαβηττός αλλά μετά την άνοιξη, και τα γήπεδα του Απόλλωνα και της ΑΕΚ. Το Ρόδον έβαλε και το χειμώνα στο συναυλιακό χάρτη…

Το νερό μπήκε στο αυλάκι μέχρι να βγει η σεζόν ανέβηκαν στη σκηνή του «Ρόδον» οι Nick Gravenites, Gun Club, Opal, Steel Pulse, Pere Ubu, New Model Army, Sonic Youth, Steppes, Go Betweens, Fall, Jonathan Richman με τους Modern Lovers, Damned, Alvin Lee και Died Pretty. Οι Τρύπες έκοψαν 264 εισιτήρια στην πρώτη τους εμφάνιση τον Νοέμβριο του 1987, αλλά θα έκοβαν χιλιάδες τα επόμενα δέκα χρόνια που κατέβαιναν να παίξουν στην Αθήνα. Χαρακτηριστικό του «Ρόδον» ειδικά τα πρώτα χρόνια, ήταν ότι μπορούσαν να παίξουν όλοι….

Από τον Iggy Pop μέχρι άσημα τότε στο ευρύ κοινό ελληνικά συγκροτήματα. Και αυτό ίσως ήταν ένα από τα μυστικά της επιτυχίας του κλαμπ. Έγινε στέκι των μουσικόφιλων και στη συνέχεια ακολούθησαν και οι υπόλοιποι. Το «Ρόδον» καθιερώθηκε. Στη σκηνή του έχουν δώσει ιστορικές συναυλίες οι Sepultura, Annihilator, Kreator, Αccept, ενώ οι Iced Earth επέλεξαν τον χώρο για να ηχογραφήσουν live το άλμπουμ τους. Όλα τα είδη της μέταλ μουσικής ακούστηκαν εκεί, σε μια εποχή που οι χεβιμεταλάδες τσακώνονταν με όσους προτιμούσαν άλλα ρεύματα της μέταλ μουσικής, όπως το death, το thrash, το epic, το speed ή το power. Για την αναγκαία συναίνεση υπήρχαν οι Motorhead ή έστω ο Lemmy μόνος του….Αξέχαστες συναυλίες δόθηκαν από τους Ramones, Wayne Hussey (Mission), Paradise Lost, Dave Vanian (Damned), Pierce (Gun Club), Residents, Accept, Kreator, Sepultura, Blind Guardian και Sodom….Εκεί ακούσαμε και πολλά ελληνικά συγκροτήματα. Τον δρόμο που άνοιξαν οι Τρύπες ακολούθησαν οι Πυξ Λαξ, τα Ξύλινα Σπαθιά, τα Διάφανα Κρίνα, η Λευκή Συμφωνία, ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Τζίμης Πανούσης, ο Κωνσταντίνος Β, οι Ενδελέχεια και άλλοι. Στο Ρόδον δεν έπαιξαν μόνο ροκάδες. Εμφανίστηκαν μπάντες της ποπ και της ηλεκτρονικής μουσικής που έδωσαν σπουδαίες παραστάσεις και συνετέλεσαν στο μύθο του κλαμπ. Έτσι, πυροδοτήθηκε και η κόντρα μεταξύ των παραδοσιακών που δήλωναν «ξενερωμένοι» και των ανανεωτικών που υποστήριζαν τις νέες τάσεις ή τουλάχιστον τις ανέχονταν….

Γεγονός είναι ότι στις αρχές του 2000 το «Ρόδον» παρακολουθούσε τις μουσικές εξελίξεις και φιλοξενούσε τον Moby, τους Faithless και το 2002 τους Raining Pleasure, όπου επικρατούσε το αδιαχώρητο. Η είδηση για το λουκέτο στο «Ρόδον» λόγω ιδιοχρησίας του κτηρίου κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2005 μαζί με την επισήμανση ότι θα γίνουν οι συναυλίες που είχαν προγραμματιστεί. Έτσι και έγινε. Το «Ρόδον» έκλεισε στις 29 Μαίου, αλλά σφράγισε μια ολόκληρη εποχή στα μουσικά δρώμενα της Αθήνας. «Παράσημο» για αυτή την ιστορία είναι η δήλωση του θρυλικού Eric Burdon ότι αποτελούσε το κορυφαίο μουσικό κλαμπ στον κόσμο! …

Πηγές-  »Μηχανή του χρόνου»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s